28 Ιανουαρίου 2023

Luz Casal - ανταπόκριση (2014)


Διπλό ραντεβού με τη Luz Casal θα έχουμε τον Μάρτιο στο «Christmas Theater», όπως διάβασα στο Αθηνόραμα, καθώς η Ισπανίδα ερμηνεύτρια καταφτάνει στην Ελλάδα για δύο συναυλίες με best of λογική, συνοδεία 60μελούς ορχήστρας.

Η ανακοίνωσε με έκανε να θυμηθώ ότι έχω παραβρεθεί κι εγώ σε συναυλία της, σχεδόν 9 χρόνια πριν: Σεπτέμβριος 2014 ήταν, στο Ηρώδειο, σε μια βραδιά με σπανιόλικο αισθησιασμό και φινέτσα σε κόκκινο και μαύρο.

Μια ανταπόκριση δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από τη βραδιά και ανήκουν στη Σμαρώ Μπότσα


Η Luz Casal (προφέρεται Λουθ Κασάλ) δεν είναι πια η 30άρα τραγουδίστρια που το ελληνικό κοινό γνώρισε χάρη στα Ψηλά Τακούνια του Πέδρο Αλμοδόβαρ (1991). Είναι όμως μια γυναίκα με πολύ νεότερη ψυχή από το νούμερο χρόνων που αναγράφεται στην ταυτότητά της –και όσοι γνωρίζουν τις περιπέτειες της υγείας της, ξέρουν ότι δεν μιλάω για κάτι εύκολα κι ανέμελα κατακτημένο. Επιπλέον, βρίσκεται σε ερμηνευτική ωριμότητα ικανή να σε καρφώσει στο κάθισμά σου, ασχέτως ρεπερτορίου. Γι' αυτό και στο γεμάτο μέχρι και τις πάνω κερκίδες Ηρώδειο δεν έπαιρνες λεπτό τα μάτια σου από τη σκηνή, στις σχεδόν 2 ώρες διάρκειας της συναυλίας (συμπεριλαμβανομένων των δύο encore).

Στην ευρύχωρη σκηνή του αρχαίου ωδείου κάθε βήμα της Luz Casal έδειχνε προσεκτικά χορογραφημένο, με πλήρη επίγνωση της γύρω «γεωγραφίας». Είτε χόρευε αργά, λοιπόν, είτε αλώνιζε με το μικρόφωνο στο χέρι από τη μία άκρη στην άλλη, είτε πισωπατούσε προσεγγίζοντας τους μουσικούς της, είχε πάντα τον τρόπο να επιβάλλεται. Με τη θεατρικότητα της κίνησής της, με το αστραφτερό της χαμόγελο, με φανερή χαρά για την υποδοχή που της επιφύλαξε το ελληνικό κοινό, με τις κωμικές της προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί μας –πρώτα με κάτι ελληνικά «σκονάκια» τα οποία είχε απλώσει μπροστά της, ύστερα με μερικά ασυνάρτητα αγγλικά και κάτι μπλοκαρισμένα γαλλικά, στα ισπανικά τελικά κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. 

Ακόμα κι αν βρήκα πως το παραξήλωσε στις βαθιές υποκλίσεις, δεν μπόρεσα να μην υποκλιθώ κι εγώ, νοερά, στο αισθητήριο της φινέτσας της, όπως το κατέγραψαν τα δύο φορέματα της βραδιάς: το φωτεινό κόκκινο του πρώτου μέρους (με ή χωρίς τον βαρύ γιακά, τον οποίον και ξεφορτώθηκε σε κάποιο σημείο) και το επίσημο μαύρο του δεύτερου (με ή χωρίς τη φανταχτερή ζώνη). 

Κάτι που πραγματικά με εντυπωσίασε, ήταν η άρνηση της Luz Casal να κερδίσει τη βραδιά με τις διεθνείς επιτυχίες που ασφαλώς και περιμέναμε όλοι να ακούσουμε. Ίσα-ίσα: η θαυμάσια διασκευή της στο υπερκλασικό "Historia De Un Amor" «ξοδεύτηκε» θα έλεγες αρκετά νωρίς, το "Piensa En Mi" εμφανίστηκε όταν ήδη το δεύτερο μέρος είχε κορυφωθεί (αποτελώντας αργότερα και το δεύτερο encore, που νομίζω ότι υπήρξε αυθόρμητο, εκτός δηλαδή «προγράμματος»), ενώ το έτερο αλμοδοβαρικό και προσωπικώς αγαπημένο "Un Año De Amor" κρατήθηκε για γκραν φινάλε –γκραν, όμως– του κυρίως μέρους. Η δε συναυλία κερδήθηκε, με το καλησπέρα σχεδόν, χάρη σε μια έξοχη εκτέλεση στο "Mi Sono Innamorata Di Te" (καλύτερη από την ενδοσκοπική στούντιο εκδοχή), στη μελοποιημένη απόδοση ενός ποιήματος από την ιδιαίτερη πατρίδα της Γαλικία και σε μια καταπληκτική διασκευή στο χιλιανό "Gracias A La Vida" της Violetta Para. 

Μάλιστα, σε όλο το πρόγραμμα, η Ισπανίδα ερμηνεύτρια ισορρόπησε υποδειγματικά ανάμεσα στη λόγια ευρωπαϊκή ερωτική μπαλάντα –που κατά το δοκούν αποκτούσε μοντέρνες ενσαρκώσεις, μετατρεπόμενη λ.χ. είτε σε ελαφρό τραγούδι, είτε σε «ποπ»– και σε μια χαμηλών τόνων «νυχτερινή» τζαζ με ρετρό αποχρώσεις, η οποία σοφά εγκατέλειπε το πεδίο όταν άρχιζε να ηχεί πολύ ασφαλής και κομματάκι... μεσόκοπη. 

Οι μουσικοί της (δύο κιθάρες, πιάνο/πλήκτρα, μπάσο και ντραμς/κρουστά) χειρίστηκαν δεξιοτεχνικά αυτές τις οριοθετήσεις, ενώ η ίδια η Casal υπήρξε άψογη σε σχεδόν όλη τη διάρκεια της βραδιάς. Το «σχεδόν» πάει στο encore, το οποίο άρχισε μεν με ένα καλοπροβαρισμένο απόσπασμα της κατά Μίκη Θεοδωράκη "Άρνησης (Στο Περιγιάλι Το Κρυφό)", μα τη βρήκε έπειτα να προσπαθεί να παίξει κάτι σαν ροκ, καταλήγοντας να φωνασκεί αντιαισθητικά πάνω από μανιερίστικους ηλεκτρικούς ρυθμούς. 

Μικρό παράπονο το τελευταίο, πάντως, από μια κατά τα λοιπά απολαυστική συναυλία. Εκ μέρους μιας λαμπερής ερμηνεύτριας, η οποία δικαίως καταχειροκροτήθηκε από σύσσωμο το Ηρώδειο. 





27 Ιανουαρίου 2023

Άννα Βίσση - Συνέντευξη [δισκοκριτική, 2015]


Με γυροφέρνουν με διάφορους τρόπους οι αναφορές στην Άννα Βίσση, τελευταία, γυροφέρνω κι εγώ τις εμφανίσεις της στο «Hotel Ερμού», είναι και τα 50 χρόνια δισκογραφίας της αργότερα μέσα στο έτος. Να λοιπόν και μια κριτική μου από το 2015 στο άλμπουμ «Συνέντευξη».

Όπως κι άλλα μου κείμενα της ίδιας περιόδου, η κριτική αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο Avopolis, του οποίου ήμουν τότε αρχισυντάκτης. Αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* η κεντρική φωτογραφία ανήκει στον Αργύρη Μακρή και προέρχεται από υλικό που διακινήθηκε κατά καιρούς στον Τύπο, ως promo


Δεν είναι ότι δεν έχει πράγματα για να σταθείς η Συνέντευξη. Είναι ένας δίσκος της Άννας Βίσση, πρώτα-πρώτα. Μιας σπουδαίας τραγουδίστριας, για να ξεμπερδεύουμε εξαρχής με την ξινίλα ορισμένων. Και τις σπουδαίες τραγουδίστριες τις απολαμβάνεις, ό,τι ρεπερτόριο κι αν έχουν ή δεν έχουν κάθε φορά: ακολουθείς τη φωνή, τα χρώματα των ερμηνειών, την ηχώ των φωνηέντων. Και το μόνο που διακυβεύεται είναι το πόσο τις απολαμβάνεις. Την Άννα Βίσση, λοιπόν, έπρεπε να την απολαμβάνουμε περισσότερο.     

Ένας λόγος για τον οποίον μένεις στραβωμένος στο τέλος της ακρόασης, είναι το ακατάσχετο τουρλουμπούκι της Συνέντευξης. Όλα μέσα –ροκ ηλεκτρικές κιθάρες, λάτιν τρομπέτες, βιολιά, λαϊκά περάσματα με μπαγλαμάδες και μπουζούκια, πλήκτρα, μέχρι και μπάντζο ακούγεται στο "Προτιμώ"– κι όλα τσίτα, στα μούτρα σου, να σε σέρνουν μια από εδώ και μια από εκεί. Και μόλις κοντοσταθείς για ανάσα ή για γουλιά νερό, μπαμ, μπουμ, φεύγουμε πάλι σαν τα τρελά πουλιά· με την Άννα Βίσση να κάνει ακόμα ένα σπριντ 200 μέτρων ώστε να υψωθεί πάνω από τον αχό της «μάχης». 

Δεν λέω, από μία άποψη θαυμάζω πραγματικά. Θαυμάζω δηλαδή και τις βίσσειες επιδόσεις, μα και την άνεση του Νίκου Καρβέλα να τα χειρίζεται όλα αυτά και να μεταπηδά από το ένα στο άλλο χωρίς ποτέ να τον πιάνεις εκτός κώδικα. Τελειώνει όμως η Συνέντευξη και αισθάνεσαι εξοντωμένος.

Έπειτα, σου δίνεται η εντύπωση ότι η Βίσση & Καρβέλας δεν έχουν δίπλα τους ένα σωστό επιτελείο. Αναρωτιέμαι, πραγματικά: δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος –όχι με θάρρος, μα με ειλικρινές ενδιαφέρον για τον νέο τους δίσκο– να τους πει ότι μερικά τραγούδια δεν έπρεπε ποτέ να περάσουν την τελική ευθεία; «Έναν τριπλό καφέ θα πιω για να στανιάρω, αφού δεν θέλεις πια να είμαστε μαζί / Θα ξαναρχίσω το ποτό και το τσιγάρο κι άντε στον διάολο και οι συγγνώμες σου κι εσύ» ("Τριπλός Καφές"). Μα, αλήθεια τώρα; Και sachlamara alert δεν σήμανε κανείς; Τέτοιο χάλι δεν ξαναβρίσκεις, βέβαια, ωστόσο υπάρχουν κι άλλα τραγούδια σαφώς δεύτερα, χωρίς τα οποία η Συνέντευξη θα ανέπνεε περισσότερο, θα ήταν κάπως πιο κομψή. 

Και πάλι, πάντως, βρίσκεις πράγματα να κρατήσεις. Το "Ξανά Μανά" λάμπει χάρη στην ερμηνεία της Βίσση, χάρη στην άριστη αντίληψη της ενορχήστρωσης περί τοποθέτησης πνευστών, αλλά και χάρη στους απλούς μα εύστοχους καρβέλειους στίχους για τις μουσικές που ακούμε («φρέσκιες μουσικές με μπαγιάτικες νότες») και για το πώς ζούμε τους έρωτές μας (στα ρηχά). Πετυχαίνει έτσι όσα δεν έχουν πετύχει όλα μαζί τα λάτιν, σουίνγκ, δεν ξέρω τι διάολο γκρουπάκια της Αθήνας: να είναι ακομπλεξάριστο, διασκεδαστικό, επαγγελματικό, να έχει κάτι να πει –και να διαθέτει κι ένα ωραίο βιντεοκλίπ, δια χειρός Βαγγέλη Καλαϊτζή. Αν θέλετε να μιλήσουμε για εγχώρια ποπ, κυρίες και κύριοι, ιδού η ...Αβάνα, ιδού και το πήδημα.  

Επιπλέον, η συμμετοχή του Γεράσιμου Ευαγγελάτου στους στίχους, άξιζε τον κόπο. Θα έλεγα μάλιστα ότι έπρεπε να δοκιμαστεί σε μεγαλύτερη κλίμακα. Όχι επειδή έγραψε κάτι το συγκλονιστικό, αλλά γιατί έθεσε τη Βίσση σε λίγο διαφορετική τροχιά κι εκείνη ανταποκρίθηκε. Η "Συνέντευξη", ας πούμε, τη διατηρεί ντίβα, την οδηγεί σε μεγαλοπρεπώς θεατρική ερμηνεία, αλλά την ίδια στιγμή εμπεριέχει και μια αποδόμηση που δεν τη συναντάς συχνά στο mainstream ρεπερτόριο. Το "Άσε Τους Έρωτες", πάλι, της στήνει ένα αλέγκρο πάλκο για να ανέβει πάνω με άνθος ιβίσκου στα μαλλιά –βγαλμένη λες από το "Mi Tierra" της Gloria Estefan– και να τραγουδήσει «Αν οι λυγμοί σου μες τη νύχτα αντηχούν, άσε τους έρωτες για εκείνους που μπορούν». Σκέρτσο ανάκατο με κυνισμό, έτσι απλά γιατί μπορεί. Μετά από κάτι τέτοιο, τι να μας πουν συνταγοποιημένες κοπτορραπτικές της σειράς, τύπου "Χωριστά" και "Της Ψυχής Τ' Αντισώματα";

Δεν μένεις λοιπόν και με άδεια χέρια από τη Συνέντευξη. Δεν μένεις όμως και με πολλά. Η σούμα είναι κομματάκι καλύτερη από άλλους δίσκους των πρόσφατων χρόνων της Άννας Βίσση, σαν το Αγάπη Είναι Εσύ (2010), όμως παραμένει απογοητευτική. Κυρίως γιατί πείθεσαι ότι εύκολα μπορούσε να ανέβει ο πήχης, μα κανείς δεν ενδιαφέρθηκε αρκετά για κάτι τέτοιο.  



26 Ιανουαρίου 2023

Γιάννης Πάριος & Ελένη Βιτάλη - ανταπόκριση (2016)


Παρότι το έψηνα ένα ακόμα ραντεβού με τον Γιάννη Πάριο τώρα που είναι να παίξει στο Θέατρο του Κολεγίου Αθηνών, όσο πλησιάζουμε προς τις μέρες αυτές του Φεβρουαρίου βλέπω το ενδεχόμενο να απομακρύνεται –για διάφορους λόγους.

Το blog, ωστόσο, θα ολοκληρώσει εδώ τις μέχρι σήμερα Παριο-αναδρομές, ανατρέχοντας στον Νοέμβριο του 2016, όταν ο ερμηνευτής έκανε μια σειρά εμφανίσεων στην «Ιερά Οδό» παρέα με την Ελένη Βιτάλη.

Μια ανταπόκριση δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. 

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες είναι από το πρόγραμμα, ανήκουν στον Branko και δόθηκαν από τη διοργάνωση για τις ανάγκες του promo


Γιάννης Πάριος και Ελένη Βιτάλη δεν είχαν βρεθεί ποτέ μαζί στο ίδιο πρόγραμμα, τόσα χρόνια. Ποιος ξέρει γιατί; Όμως εκεί στην «Ιερά Οδό» οι δυο τους έχουν στήσει ένα φανταστικό θέαμα, ικανό να εκπλήξει ακόμα και όσους τους παρακολουθούν και γνωρίζουν επομένως καλά τι, πάνω-κάτω, να περιμένουν. Μοιάζουν με τυφώνα, από εκείνους τους εξωτικούς, που τους βλέπουμε στις τηλεοράσεις μας, με δέος, να μην αφήνουν τίποτα όρθιο στο πέρασμά τους. Ούτε κι αυτοί άφησαν: πήραν καρδιές, ψυχές, σπονδύλους μέσης και γοφούς και τα σήκωσαν. 

Το πρόγραμμα, ωστόσο, αποκτά μια τέτοια μορφή όταν αναλαμβάνουν εκείνοι τα ηνία του. Γιατί για 40-45 λεπτά, ζήσαμε μια ψυχρολουσία, εξαιτίας της λογικής με την οποία είχε χτιστεί το «ζέσταμα» της έναρξης. Δεν ξέρω ποιανού ιδέα είναι αυτό το ακαλαίσθητο συνονθύλευμα που βασάνισε τα αυτιά μας, πάντως μια καλή ορχήστρα και μερικές φωνές δεύτερες μεν, μα όχι δίχως δυνατότητες, χαραμίστηκαν για να υπηρετήσουν έναν αχταρμά. Ο οποίος πότε έγερνε προς αμφιλεγόμενης ποιότητας «έντεχνα» τύπου "Για Να Σε Συναντήσω", πότε ήθελε να πάει προς κάτι πιο λαϊκό, πότε το έριχνε στα ταγκό της Χάρις Αλεξίου για να δικαιολογήσει την παρουσία ενός χορευτή και μιας χορεύτριας και πότε έβρισκε καλή ιδέα να βάλει τους μουσικούς να παρουσιάσουν μια οργανική εκδοχή στο ...Φάντασμα της Όπερας(!) ή να ανακατέψουν το "Ελα Στο Πάρτυ" του Τάκη Μηλιάδη με το ..."Ακρογιαλιές Δειλινά". 


Όμως η Ελένη Βιτάλη ξόρκισε το κακό σχεδόν με το που βγήκε στη σκηνή, χαμογελώντας μας πλατιά, ντυμένη με ένα μπλε φόρεμα το οποίο τόνιζε τον κρεμαστό κόκκινο αστερία που φορούσε στον λαιμό της. Μπήκε με Γιάννη Παπαϊωάννου και "Άνοιξε Άνοιξε", μα δεν το πήρε καθόλου χαλαρά· αντιθέτως, έριξε από νωρίς δύο μεγάλες της επιτυχίες, την "Κιβωτό" και το "Ίσως Φταίνε Τα Φεγγάρια", δίνοντας τόνο και παλμό στη βραδιά με τη θέρμη των ερμηνειών της και τη δύναμη της φωνής της. Η οποία ήχησε λαμπερή και «μεγάλη», φέρνοντας άμεσα κατά νου τις σπουδαίες στιγμές της δισκογραφίας της. Και έτσι ακριβώς παρέμειναν τα πράγματα καθόλη τη διάρκεια του προγράμματος, ό,τι κι αν διάλεξε να μας πει. 

Σε μεγάλα κέφια, η Βιτάλη υπήρξε ιδιαίτερα επικοινωνιακή μαζί μας –και με τον Γιώργο Καπουτζίδη επίσης, ο οποίος βρισκόταν με την παρέα του σε μπροστινό τραπέζι– και στάθηκε περίφημα τόσο σε επιλογές που απαιτούσαν πιο εσωστρεφείς διαδρομές (σαν τον "Μπαλαμό" ή το "Ένα Χειμωνιάτικο Πρωί", από εκείνο το δικό της το Απέναντι Μπαλκόνι), όσο και σε στιγμές που ζητούσαν παθιάρικη εξωστρέφεια. Οι δεύτερες, ειδικά, υπήρξαν ανεπανάληπτη κορύφωση του προγράμματος, αφού τραγουδάρες του Χρήστου Νικολόπουλου σαν το "Παίξε Χρήστο Επειγόντως", "Μια Γυναίκα Μπορεί" ή μια φοβερή διασκευή στο "Μακριά Μου Να Φύγεις" του Πάνου Γαβαλά σήκωσαν κόσμο και κοσμάκη όρθιο, δίνοντας το σύνθημα για τρελό χορό –το είπε άλλωστε και η ίδια σε κάποια φάση, «έλα μάνα μου, αυτά είναι!». Σε κάθε περίπτωση, η φωνάρα της γέμισε τον χώρο· στιβαρή και χωρίς την παραμικρή κάμψη στην απόδοσή της. Η χαρά έγινε όντως το σύνθημα, με τον καημό να αποτελεί το παρασύνθημα. 

Κι όμως, ακόμα και μια τέτοια επίδοση, «κρύφτηκε» για λίγο από τη βραχυπρόθεσμη μνήμη όταν στη σκηνή πρόβαλλε ο Γιάννης Πάριος, ντυμένος στα μαύρα, πρώτα με ένα μπλε κασκόλ περασμένο χαλαρά στους ώμους, ύστερα με ένα (παρόμοιο) λευκό. Και δεν μας άφησε ούτε ανάσα να πάρουμε: ξαμόλησε τη φωνάρα του σε ένα βροντερό κρεσέντο επίδειξης δυνατοτήτων, το οποίο σκέπασε και την ορχήστρα ακόμα –κι ας έπαιζε με ισχυρή ένταση. Σαν να μην ήθελε να μας αφήσει καμία αμφιβολία για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται στα 70 (πλέον) του χρόνια, έχοντας μάλιστα πίσω του το ξενύχτι της σαββατιάτικης πρεμιέρας (καθώς παρακολουθήσαμε τη δεύτερη παράσταση του προγράμματος, απόγευμα Κυριακής). 


Και τι δεν τραγούδησε ο Πάριος σε αυτή την εμφάνιση. Δεν έφτανε δηλαδή το πρώτο μέρος, όταν η έκταση της φωνής του αντήχησε σαν σεισμός στην «Ιερά Οδό», παρασέρνοντας τον διπλανό μου να φωνάξει «α ρε Γιάννη, τι μας κάνεις!» όσο μας καθήλωνε με "Την Αγαπούσα Παραδέχομαι", "Φταίμε Κι Οι Δυο", "Δώσε Μου Λιγάκι Ουρανό", "Τι Θέλεις Να Κάνω (Φοβάμαι)", "Είσαι Θεός" και τόσες ακόμα επιτυχίες. Δεν έφτανε το αναπάντεχο μα όμορφο μίνι αφιέρωμα που έκανε στη μνήμη της Βίκυς Μοσχολιού (με τη φωτογραφία της να κοσμεί το video wall πίσω του). Είχαμε και το δεύτερο σκέλος, όπου αποφάσισε να βγει εκτός προγράμματος, λέγοντας ό,τι του ερχόταν στο κεφάλι ή ό,τι του άρεσε από τις παραγγελιές που του έκανε εκστασιασμένο το κοινό. Σε μια γκάμα ρεπερτορίου η οποία κάλυψε τα δικά του, τα όσα έχει γράψει για άλλους τραγουδιστές ή κομμάτια που απλώς του άρεσαν και τα έχει διασκευάσει και ο ίδιος. 

Είπε λ.χ. το σπουδαίο "Τώρα Κι Εγώ Θα Ζήσω" που έγραψε το 1984 για τη Χάρις Αλεξίου, είπε το "Ένα Βράδυ Που 'Βρεχε" του Νίκου Γούναρη, διασκεύασε Αλίκη Βουγιουκλάκη ("Ασ'το Το Χεράκι Σου"), είπε βέβαια το "Απορώ", βρήκε χώρο ακόμα και για το "Επιστροφές Καταστροφές" που έδωσε πριν 15 χρόνια στον Πασχάλη Τερζή. Η λίστα πραγματικά τεράστια. Και πάλι, έμειναν πράγματα απέξω: δεν ακούσαμε λ.χ. το τρέχον σουξέ "Εσύ Αλλού Κι Εγώ Στην Πάρο" ή κάτι από τα νησιώτικα, ούτε και τραγούδια που αγαπώ προσωπικά πολύ, σαν το "Ηλιοβασίλεμα" ή το "Μη Με Ρωτάς". Και ήταν σε όλα φοβερός. Ένας τραγουδιστής ολκής, με μεγάλες εκφραστικές δυνατότητες, ο οποίος μας άφησε συνεπαρμένους, συνεπικουρούμενος βέβαια από μια ορχήστρα που σε τέτοια ακριβώς απρόβλεπτα έδειξε την ποιότητα και το επίπεδό της. «Σπίτια δεν έχετε να πάτε, καθάρματα;», μάς ρώτησε όταν είδε ότι η ώρα είχε πια περάσει, μα κανείς δεν σηκωνόταν να φύγει. Κι όταν πια μας καληνύχτισε –με μία καταπληκτική εκτέλεση στο "Σήμερα"– όλο το μαγαζί σηκώθηκε όρθιο και τον χειροκρότησε. 

Ξεχωριστή μνεία αξίζει, τέλος, το κομμάτι εκείνο της παράστασης στο οποίο Πάριος και Βιτάλη συνυπήρξαν μαζί στη σκηνή. Με μια τρυφερότητα σπάνια, με μια χαρά για τα ντουέτα τους την οποία δεν μπορεί να χτίσει κανένα μάρκετινγκ, ούτε και οι εξαντλητικές πρόβες. Οι επιλογές κινήθηκαν κατά κύριο λόγο στο παλιό ελαφρό ρεπερτόριο –είπαν ας πούμε και το "Πόσο Λυπάμαι" της Σοφίας Βέμπο, αλλά και το "Άσε Με Να Φύγω" της Αλέκας Κανελλίδου– τραγούδησαν όμως και το "Ποτέ, Ποτέ, Ποτέ": ανεπανάληπτο ντουέτο του Πάριου με την Ελένη Δήμου από το μακρινό 1987, σε μια διωδία αληθινά μοναδική. 



25 Ιανουαρίου 2023

Γιάννης Πάριος - Έλα Μου Χαμογέλα Μου [δισκοκριτική, 2016]


Δύο χρόνια μετά τον δίσκο «Όνειρα Κάνω» του 2014 (δείτε εδώ), ο Γιάννης Πάριος επέστρεψε στα πράγματα με το νέο άλμπουμ «Έλα Μου Χαμογέλα Μου». 

Μια κριτική μου γι' αυτό δημοσιεύτηκε το καλοκαίρι του 2016 στο Avopolis, του οποίου ήμουν τότε αρχισυντάκτης –και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις, αλλά και κάποιες διορθώσεις εξισορρόπησης σε έναν παροδικό ενθουσιασμό που, πλέον, δεν κρίνεται (τόσο) δόκιμος.

* η κεντρική φωτογραφία προέρχεται από το υλικό που δόθηκε τότε στον Τύπο ως promo για την κυκλοφορία (είναι άλλωστε αυτή του εξωφύλλου)


Ακούω μερικές φορές να λένε ότι όλο τα ίδια και τα ίδια κάνει ο Γιάννης Πάριος, μα το δέχομαι και δεν το δέχομαι. Συμφωνώ, δηλαδή, ότι, εδώ και χρόνια, επικρατεί ένας συντηρητισμός· ότι έχει στρογγυλοκαθίσει σε ορισμένες δάφνες και δεν ξεκουνάει από εκεί με καμία κυκλαδίτικη Παναγία. 

Προσωπικά, όμως, δεν με (πολυ)ενδιαφέρει. 

Με την ίδια έννοια που δεν ζητάω από τον Leonard Cohen να μου κομίσει το καινούριο όταν βγάζει δίσκο, δηλαδή, έτσι δεν το ζητάω και από εκείνον. Ας τα κάνουν οι νεότεροι αυτά (τα κάνετε;). Ο Πάριος δικαιούται, εφόσον έτσι επιθυμεί, να ανακατεύει εις το διηνεκές την τράπουλα που φέρει πλέον τα δικά του αρχικά και να κρίνεται με το κατά πόσο καταφέρνει να ξανακερδίζει την παρτίδα. 

Στην τελευταία μας συνάντηση, στο «Όνειρα Κάνω» του 2014, έδωσε έναν δίσκο που μάλλον αντανακλούσε την ειρηνική του καλοκαιρινή ρουτίνα στην Πάρο: πρωινός καφές πριν το μπάνιο, τηγανητός σπάρος και σαλάτα όσο ζεματάει ο μεσημεριανός ήλιος, ούζα με φίλους το βραδάκι ή μοναχικές στιγμές με την κιθάρα ανά χείρας. Ακούσαμε έτσι έναν λιτό, διακριτικό Πάριο, να στοχάζεται πάνω στον γλυκόπικρο αντίλαλο που άφησαν οι μάχες των μεγάλων ερώτων της ζωής. Φέτος, κάμποσα πράγματα στα εκφραστικά μέσα παραμένουν τα ίδια –ίσως και ακριβώς τα ίδια. Όμως συναντάμε έναν Πάριο πιο μάχιμο, πιο «είμαι εδώ», πιο έτοιμο να βροντήξει στα φωνήεντα. Με τις δυνάμεις της νυν φωνής του, έστω.

Δεν μπόρεσα βέβαια να τα συμφωνήσω με τον εαυτό μου αν το «Έλα Μου Χαμογέλα Μου» διαθέτει περισσότερα καλά τραγούδια από το «Όνειρα Κάνω». Νομίζω πως όχι. Ίσως, όμως, οι κάπως-πιο-λαϊκές λοξοδρομήσεις να υπήρξαν πιο εύστοχες. Από την άλλη, ένα σημαντικό τμήμα του άλμπουμ κινείται στον αυτόματο πιλότο, με ορισμένες στιγμές να αποτελούν ευδιάκριτα μείον για το σύνολο. 

Ασφαλώς, αυτόματος πιλότος σημαίνει (και) δεδομένη κλάση στις ενορχηστρώσεις, στα παιξίματα, στη λογική μιας κάπως φρεσκαρισμένης ελαφρολαϊκής παραγωγής. Έστω κι αν δεν θίγεται ποτέ και στο παραμικρό η ζώνη ασφαλείας του ερμηνευτή. 

Σημαίνει όμως και την ανάγκη να φέρουμε τη Μελίνα Ασλανίδου για ένα ντουέτο ευπρόβλεπτα νερόβραστο ("Θα Σ' Αγαπώ", με άσπρα κοχύλια, γλάρους και έτερα βαρετά), μιας και τραγουδούσαμε μαζί την προηγούμενη σεζόν. Αναλόγως, σημαίνει ότι θα βρείτε σημεία όπου η βαρθακούρεια ευθεία υπηρετείται έστω και στο όριο του ευπρόσωπου, όπως λ.χ. στο ραδιοφωνικό σουξέ "Εσύ Αλλού Κι Εγώ Στην Πάρο" ή στο "Κι Άλλη Μέρα Πέρασε". Όμως βέβαια και έτερα σημεία, που είτε οδηγούν σε κρεσέντο χασμουρητών ("Έκανα Αγώνα"), είτε προκύπτουν σοκαριστικώς άστοχα ("Τα Μπαράκια"), είτε σε μπαϊλντίζουν προβάλλοντας την κλάψα τους σε φόντο γεμάτο έγχορδα και ηλεκτρικές κιθάρες ("Καλή Σου Ώρα").  

Στην άλλη μπάντα, βρίσκονται τραγούδια οριακώς πιο ξάστερα. Στο "Απόψε Σε Θυμήθηκα" έχουμε 1980s λαϊκό κλίμα κι έναν Πάριο να άδει «κι αν δεν μ' αγάπησε αυτή, έτσι είναι ρε φίλε η ζωή» με μια σχεδόν παλικαρίσια επίγνωση της συντριβής, που επιβιώνει της θορυβώδους ενορχήστρωσης. Στο "Πιάσε Με Αν Μπορείς" διηγείται το τέλος ενός έρωτα που ποτέ δεν βρήκε τη χρυσή τομή, με τόνο πικρής, προσγειωμένης διαπίστωσης. Και στο "Άχου Μικρό Μου" έχουμε έναν εκσυγχρονισμό της γερνάς-και-σκοτεινιάζει θλίψης του παλιού ελαφρού ρεπερτορίου, με τον Πάριο να συγκινεί με τον τρόπο που τραγουδάει τη φράση «Ο έρωτάς σου στον ουρανό μου, ένας μικρός θεός».

Σε ένα από τα εγχώρια σουξέ του φετινού καλοκαιριού, ο Κωνσταντίνος Χριστοφόρου εξηγεί γιατί, στις στιγμές όπου τελειώνουν οι αντοχές και τα πάντα γκρεμίζονται από τον σεισμό κάποιου έρωτα, «βάζει έναν Πάριο» –συμμετέχει μάλιστα, και το ίδιο το τιμώμενο πρόσωπο. Τον βάζει βέβαια στο αυτοκίνητο τέρμα, καθώς τον νικάνε οι υπερβολές και η κυρίαρχη νεοελληνική καγκουριά. Δεν έχει τόση σημασία, όμως. Σημασία έχει ότι το τραγούδι του λέει μια αλήθεια που έχει ισχύσει κι ακόμα ισχύει για την πλειονότητα των μουσικόφιλων Ελλήνων: όσο "Ανεπανάληπτος" κι αν έχει υπάρξει ενίοτε ο Τόλης, όταν πρόκειται για υποθέσεις της καρδιάς, ο Πάριος είναι άρχοντας και βασιλιάς. Εκείνος ο τραγουδιστής που κάνει τα μικρά πράγματα, μεγάλα.



24 Ιανουαρίου 2023

Γιάννης Πάριος - Όνειρα Κάνω [δισκοκριτική, 2014]


Συνεχίζοντας την ανασκόπηση των επαγγελματικών «συναντήσεων» με τον Γιάννη Πάριο, μετά την παρακολούθηση της συναυλίας Βασίλη Τσιτσάνη στο Μέγαρο Μουσικής τον Απρίλιο του 2013 (δείτε εδώ), ήρθε ο δίσκος «Όνειρα Κάνω» (2014).

Κάπως το έφερε δηλαδή κι έπεσα στο ραδιόφωνο σε ένα από τα τραγούδια του δίσκου, το "Φωτεινό Μου Καλοκαίρι". Και είχε να μου αρέσει καινούριο κομμάτι του Πάριου από το 2009. 

Οπότε αναζητήθηκε το άλμπουμ και μια κριτική γι' αυτό γράφτηκε τότε στο Avopolis –αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* η κεντρική φωτογραφία προέρχεται από υλικό που κυκλοφορούσε εκείνη την περίοδο στον Τύπο, ως promo


Ο πιο ωραίος Γιάννης Πάριος που άκουσα εδώ και αρκετά χρόνια πέρασε μάλλον απαρατήρητος, σε επίπεδο δημοσιότητας. Κάτι ακούστηκε τις μέρες που το νέο άλμπουμ μοιράστηκε με την εφημερίδα «Real News», κάπου πήρε το αυτί μου και το "Τελειώσαμε Τελειώσαμε", κι αυτό ήταν όλο. 

Δεν ξέρω, βέβαια. Μπορεί η υπόθεση του «Όνειρα Κάνω» να τράβηξε σε νούμερα –άλλωστε ο Πάριος παραμένει όνομα τεράστιο για τα εγχώρια δισκογραφικά δεδομένα και κάποιες ηλικίες λειτουργούν με αντανακλαστικά που δεν πιάνουν οι μικρότεροι. Πάντως σεισμικές δονήσεις και γκραν σουξέ δεν είχαμε. Κι αυτό το ίντερνετ, πλημμυρισμένο στα δελτία Τύπου. Επίθετα, υπερθετικοί, κολακείες, θαυμαστικά... Καμία γνώμη, καμία κριτική. Τοτέμ Πάριος. Α, ναι, υπάρχει κάπου κι ένα ανάλογου προσανατολισμού κείμενο βαφτισμένο «δισκοκριτική». Εντάξει, θα βαφτίσω κι εγώ κοντοσούβλι τα κολοκύθια με τη ρίγανη και θα κοιμηθώ χορτάτος.  
 
Ο φετινός Πάριος δείχνει λιτός, ήσυχος. Δεν είναι απαραίτητα· και καμιά φωνή βάζει πού και πού, αλλά κι ένα πλήθος οργάνων θα συναντήσετε αν χαζέψετε τα credits: πιάνο, ακορντεόν, κιθάρες, μπουζούκι, μπάσο, κρουστά, σαξόφωνο, μα και νέϋ, τσέλο, ντουντούκ, ούτι, μαντολίνο. Η μισή επιτυχία του «Όνειρα Κάνω» οφείλεται λοιπόν στην ενορχήστρωση, καθώς ο Ντίνος Γεωργούντζος αποδεικνύεται άνθρωπος με πολύτιμη αίσθηση του μέτρου. Υπό τη διεύθυνσή του η πληθώρα των οργάνων σπάει, το πομπώδες αποφεύγεται κι επικρατεί μια λογική τόσο/όσο, αληθινά ευεργετική για τις ανάγκες του συγκεκριμένου υλικού. Ψιλοκλισέ βέβαια οι συνολικές διαδρομές και ολίγον α-λα-παλαιά το κλίμα, δίχως κάτι το απροσδόκητο. Όμως δεν έχει σημασία. Οὐκ ἐν τῇ καινοτομία τό εὖ. 
 
Η άλλη μισή επιτυχία του δίσκου ανήκει στον ίδιο τον Πάριο. Ούτε κι αυτός βέβαια έγραψε κάτι το συναρπαστικό (σχεδόν όλα τα τραγούδια είναι σε μουσική/στίχους δικά του), έχω μάλιστα την αίσθηση πως όσο το πάει προς το λαϊκό, τόσο μπουρδουκλώνεται στις νοσταλγίες ("Στου Κάτω Κόσμου Τα Σκαλιά") ή σε μοτίβα φθαρμένα πια από την πολυχρησία, τύπου "Του Άντρα Το Ζεϊμπέκικο". Αρκετά ωστόσο από τα τραγούδια που ακούμε εδώ –το "Φωτεινό Μου Καλοκαίρι", το ομώνυμο "Όνειρα Κάνω", το "Σαν Την Άνοιξη" ή το προαναφερθέν "Τελειώσαμε Τελειώσαμε"– δεν δυσκολεύονται να εκπέμψουν την αλήθεια του έρωτα για τον οποίον γιορτάζουν, θρηνούν ή μελαγχολούν: χωρίς φιοριτούρες και μεγαλοστομίες, εκφράζουν επιτυχώς ό,τι ο ίδιος ο Πάριος χαρακτήρισε, μιλώντας στον Νίκο Χατζηνικολάου, «πότε φουρτούνα, πότε καλοσύνη».
 
Πάνω όμως από το υλικό και τις άξιες ή ανάξιες στιγμές του, στέκουν οι ερμηνείες. Τον ακούω τον Πάριο στο «Όνειρα Κάνω» και σε τίποτα δεν μοιάζει στον αυτάρεσκο, φωνακλά και λιγωτικό τραγουδισταρά που θαύμασα και δεν θαύμασα πριν έναν χρόνο στο Μέγαρο Μουσικής. Απεναντίας μάλιστα, αν μου φέρνει κάτι κατά νου, είναι τον πατέρα μου να παίζει κιθάρα και να μουρμουρά τραγούδια έτσι για το κέφι και την πάρτη του, δίχως να ξέρει ότι είναι και κάποιος άλλος εκεί γύρω και τον ακούει. 
 
Αναβλύζει από καρδιάς ο φετινός Γιάννης Πάριος, με μια διακριτικότητα που προσωπικά με άγγιξε, θυμίζοντάς μου έναν άλλον ενδιαφέροντα σταθμό στην καριέρα του –το άλμπουμ «Βίος Ερωτικός» του 1994. Μπορεί λοιπόν να μην είναι η δική μου μουσική αυτή που παίζει εδώ, διαθέτει εντούτοις στόφα, μεράκι, αλλά κι έναν γλυκόπικρο αντίλαλο από τις μάχες των μεγάλων ερώτων της ζωής. Όσων δεν δίνονται (αναγκαστικά) σε νεαρή ηλικία.