Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμαγιάννη Σοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καμαγιάννη Σοφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

15 Ιανουαρίου 2022

Σοφία Καμαγιάννη - συνέντευξη (2017)


«Εάν δεν έχεις και μια "βίδα", αδύνατον να επιβιώσεις με αυτές τις συνθήκες»

Η τρέχουσα επικαιρότητα και οι τελευταίες παραστάσεις της όπερας Το Ερωτευμένο Σύννεφο στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής (βλέπε εδώ), έφεραν κατά νου και μια κουβέντα που κάναμε με τη Σοφία Καμαγιάννη, τον Οκτώβριο του 2017.

Τότε, αφορμή ήταν μια άλλου τύπου μουσική παράσταση, η οποία λεγόταν Πέρασα..., είχε ως «καύσιμο» την ποίηση της Κικής Δημουλά και ανέβηκε στο θέατρο Τζένη Καρέζη, πριν πάρει τον δρόμο για το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Η συζήτησή μας έβγαλε σε μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.


Η παράσταση Πέρασα... είναι μια δική σας σύλληψη, στην οποία συνεισφέρετε όχι μόνο τη μουσική, μα και τη σκηνοθεσία. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για το τι είχατε στο μυαλό σας; Τι να περιμένουν όσοι θα έρθουν να τη δουν σε Αθήνα και σε Θεσσαλονίκη;

Το Πέρασα… είναι μια συμπύκνωση της έννοιας του χρόνου στον εσωτερικό κόσμο μιας γυναίκας. Το κείμενό μας είναι ο δυνατός λόγος της Κικής Δημουλά, με τις εξαιρετικές ποιότητές του, και κινητήριος δύναμη είναι η μουσική προσέγγιση: με πολλούς διαφορετικούς μουσικούς-ηχητικούς τρόπους, κλασικούς και πιο σύγχρονους. Αυτό αφορά και στην πρόζα. Μέσα σε μία περίπου ώρα βυθιζόμαστε σε έναν μουσικοποιητικό κόσμο όπου τίποτα δεν είναι γραμμικό, υπάρχουν συνεχή άλματα από τον «μέσα ουρανό μιας μνήμης…». Οι τρεις εκφάνσεις της ηρωίδας (πρόζα-ρεαλισμός, τραγούδι-φαντασιακό, ηχογραφημένη φωνή-εξωλογικό, ονειρικό) βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση και σύνδεση. Σκηνικές δράσεις και εικόνες βοηθούν στην αντίληψη του έργου από τον θεατή· ακόμα και οι μουσικοί δεν είναι στατικοί. 

Σίγουρα μέσα στη σύλληψη και στην επιλογή των ποιημάτων υπάρχουν και δικά μου εσωτερικά κομμάτια που ήθελα να καταθέσω. Πέρασα πολλές συγκινήσεις σε όλη τη διαδικασία δημιουργίας, πια ήρθαν να προστεθούν και αυτές των προβών… Η δύναμη και η επιτυχία του έργου θα είναι εάν μπορέσει όλη αυτή η ενέργεια να διαπεράσει τους ανθρώπους που θα έρθουν να τη δουν, ώστε να αφεθούν στις αισθήσεις τους και σε ό,τι εκείνες μπορεί να τους προκαλέσουν την ώρα της παράστασης –αλλά και μετά, αφομοιώνοντας τα νοήματά της. Θαρρώ πως έχουμε χάσει τη σύνδεσή μας με τις βαθύτερες ανάγκες και δυνατότητές μας και η τέχνη οφείλει να στοχεύει στην κάλυψη ενός τέτοιου κενού.

Γιατί θέλατε τη φωνή της ίδιας της Κικής Δημουλά, προκειμένου να αποδώσετε την πιο ονειρική και εξωλογική διάσταση της παράστασης;

Mε τη βοήθεια της τεχνολογίας μπορούμε να φτιάξουμε κόσμους που μας βοηθούν πιο εύκολα να πάμε κατευθείαν σε βαθύτερες σφαίρες. Το πάντρεμα μεταξύ φυσικού ήχου και τεχνολογίας το αγαπώ ιδιαίτερα και τα (πολλά) τελευταία χρόνια υπάρχει σε όλες τις δουλειές μου, όποια κι αν είναι η πηγή του φυσικού ήχου (φύση, καθημερινότητα, φωνή, όργανα κλπ.).  

Η ιδιαίτερη φωνή της Κικής Δημουλά, και ο καταπληκτικός τρόπος με τον οποίον η ίδια διαβάζει τα ποιήματά της, αποτέλεσαν τη βασική πηγή ηχητικής-μουσικής έμπνευσης για μένα: ήταν το ξεκίνημα του ταξιδιού. Δεν είχα καν σκεφτεί στην αρχή το τραγούδι, μιας και η ποίησή της δεν σε πάει άμεσα προς τα εκεί· αυτό προέκυψε στην πορεία, όπως και το «σενάριο» ενός έργου. Επίσης, πολύ νωρίς, αφότου τη γνώρισα και από κοντά, με γοήτευσε η σκέψη  της «παρουσίας-απουσίας» της μέσα στο έργο το οποίο θα έφτιαχνα.

Η σχέση σας με την ποίηση της Κικής Δημουλά, από πότε κρατάει; Τι θυμάστε πιο ζωντανά από την πρώτη επαφή με το έργο της;

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ξεκίνησα να τη διαβάζω, μάλλον κάπου στα φοιτητικά χρόνια, στη μαθηματική σχολή (Πανεπιστήμιο Πάτρας). Η εποχή όμως που θυμάμαι έντονα εμένα με μια συλλογή ποιημάτων της στα χέρια μου, ήταν γύρω στο 1997/1998, όταν παρακολουθούσα μαθήματα μουσικής για θέατρο και κινηματογράφο με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου. Ένα εξαιρετικό μάθημα πολλαπλών ερεθισμάτων, από το φάσμα όλων των τεχνών. Εκεί αναλύαμε διάφορους ποιητές· και, καθότι η ποίηση πολύ με αγγίζει, θυμάμαι να ξοδεύω ώρες ανάγνωσης πάνω στους μεγάλους ποιητές. 

Η πρώτη μου αντίδραση ήταν συγκίνηση και σάστισμα γι' αυτό που μου προκαλούσε ως βίωμα, αλλά και για την πολύ ιδιαίτερη, καινούρια γραφή της. Θυμάμαι επίσης τότε μια καταπληκτική μουσική παράσταση της Τάνιας Τσανακλίδου, το Μαγικό Κουτί, στην οποία περιελάμβανε και τον "Πληθυντικό Αριθμό" της Δημουλά. Για εκείνη την ηλικία όλο αυτό ήταν μαγεία.

Το 2000, διαβάζουμε, περάσατε και σε μια σχέση με την ίδια πλέον την Κική Δημουλά. Πώς ξεκίνησε η αλληλογραφία σας και τι σας πρόσφερε σε εκείνη τη «δύσκολη», όπως την έχετε χαρακτηρίσει, περίοδο;

Είναι μια μεγάλη ιστορία όλο αυτό… Θα προσπαθήσω να την πω εν συντομία. Την εποχή εκείνη συμμετείχα στην παράσταση Καβάφης του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη: έπαιζα πιάνο και είχα κάνει ενορχηστρώσεις (μουσική Θάνου Μικρούτσικου) για την Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων Θανάσης Τσιπινάκης, της οποίας ήμουν μέλος. Πρωταγωνιστής της παράστασης ήταν ο Μηνάς Χατζησάββας, είχαμε περάσει πολύ όμορφα. Η γνωριμία μαζί του υπήρξε σταθμός στη ζωή μου· ένας εξαιρετικός ηθοποιός και άνθρωπος σπάνιου ήθους. 

Κουβεντιάζοντας για ποίηση, ήρθε η κουβέντα στη Δημουλά, μου είπε ότι ήταν φίλοι και την πήρε τηλέφωνο να της πει ότι θα ήθελα κάποια στιγμή να επικοινωνήσω μαζί της… Εγώ αμέσως μετά έφυγα για Αγγλία, για ένα μεταπτυχιακό στη σύγχρονη σύνθεση. Της έστειλα λοιπόν από εκεί το πρώτο μου ορχηστρικό CD (Αποβάθρα), που μόλις είχε εκδοθεί (2000), μαζί με ένα γράμμα… Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αντίδρασή μου όταν μια μέρα γύρισα στο δωμάτιό μου στην εστία και βρήκα στην εσωτερική σκάλα το πρώτο γράμμα από 'κείνη, με λατινικούς χαρακτήρες αποστολέα και παραλήπτη… 

Εκείνη την εποχή δεν είχα εξισορροπήσει την έντονη καλλιτεχνική μου τάση με την καθημερινότητα, και –μαζί με άλλες προσωπικές δυσκολίες που αντιμετώπιζα– ένιωθα πολύ μετέωρη. Αυτό που μου πρόσφερε η αλληλογραφία μας εκείνη την περίοδο ήταν ευτυχία (που είχα την τύχη να είναι τόσο γενναιόδωρη και να απαντήσει με τον δικό της απαράμιλλο τρόπο), επικοινωνία σε ένα άλλο επίπεδο, καθώς και έμπνευση.

Στο κοινό που σας παρακολουθεί, ωστόσο, η πρώτη σας διασύνδεση με τη Δημουλά φάνηκε στο "Διαζευκτικόν Ή", από τον δίσκο Στων Άστρων Την Άλω (2008). Πώς δουλέψατε τότε μαζί; Και πόσο ανοιχτή τη βρήκατε απέναντι στις δικές σας ηλεκτρονικές ανησυχίες; 

Νομίζω ότι αυτή ήταν και η πραγματική πρώτη μας μουσική διασύνδεση, αλλά και η μετάβαση στη φιλική σχέση των μετέπειτα χρόνων. Σε πρώτη φάση δουλέψαμε πολύ συντηρητικά με την ηχογράφηση. Δηλαδή δεν είχα αποκαλύψει ακόμα τι είχα στο μυαλό μου: ήθελα πρώτα να δοκιμάσω πριν επεκταθώ. Επίσης, δεν είχαμε γνωριστεί από κοντά νωρίτερα, οπότε ήμουν πολύ «ψαρωμένη», καθώς είχε μέσα μου μια πολύ ξεχωριστή θέση. 

Ό,τι ηχογραφήσεις έχουμε κάνει μέσα στα χρόνια, τις έχω κάνει μόνη, στον χώρο της, με ένα καλό φορητό recorder. Αυτό εξασφαλίζει τη χαλαρότητα και τη φυσικότητα της στιγμής. Έχω πάντα κατά νου και άλλες ηχογραφήσεις αναγνώσεών της, οι οποίες έχουν δημοσιοποιηθεί. Η αλήθεια είναι ότι είχα μεγάλη αγωνία για το πώς θα αντιδράσει όταν της έστειλα "Το Διαζευκτικόν 'Η" έτοιμο. Με εντυπωσίασε το πόσο ανοιχτή ήταν σε εκείνη την προσέγγιση, ακούγοντας τόσο αλλιώς τη φωνή της. Είχε τον ενθουσιασμό μιας έφηβης (αυτό δεν το έχασε ποτέ), κάτι που μου έδωσε τεράστια χαρά και ώθηση να προχωρήσω.

Έχετε γενικότερο ενδιαφέρον για την πιο σύγχρονη νεοελληνική ποίηση; Σας έχει ιντριγκάρει και κάποιο άλλο όνομα για μελοποιήσεις, πλην της Δημουλά;

Έχω γενικότερο ενδιαφέρον για την ποίηση, όχι μόνο την ελληνική. Πάντα έλεγα ότι μου αρέσει την ποίηση απλά να τη διαβάζω, όχι να τη σκέφτομαι μουσικά. Ό,τι έχει προκύψει μουσικά μέσα στα χρόνια, είναι από διάφορους ποιητές, όχι κάποιου συγκεκριμένα. Ένα τραγούδι προκύπτει από τον σπινθήρα μιας στιγμής. Έτσι είχε φτιαχτεί σταδιακά και το άλμπουμ Στων Άστρων Την Άλω.

Ένας ποιητής που μου άρεσε (και τα πεζά του) και παρακολουθούσα, είναι ο Αργύρης Χιόνης. Έχω μελοποιήσει 3-4 ποιήματά του. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω, αλλά δυστυχώς μας άφησε νωρίς… Συνειδητοποιώ τελευταία ότι μου προκύπτει πια ανάγκη για μεγαλύτερα έργα: η αρχή είναι αυτό το εγχείρημα. Δεν ξέρω αν είναι η ωριμότητα ή οι συνθήκες που ζούμε, οι οποίες απαιτούν «θέση» από τους δημιουργούς. Ήδη υπάρχει στα σκαριά κι ένα ακόμα πολύ φιλόδοξο σχέδιο, με έμπνευση τον Τούρκο ποιητή Ναζίμ Χικμέτ.

Πόσο εύκολο το βρήκατε να στήσετε μια παράσταση όπως το Πέρασα..., όπως τη θέλατε, στην Ελλάδα του 2017; Χρειάστηκε να υποχωρήσετε, στην πράξη, σε πράγματα που ίσως είχατε κατά νου;

Όλοι οι φίλοι και άνθρωποι του περιβάλλοντός μου θα χαμογελούσαν πονηρά, ακούγοντας αυτή την ερώτηση. Είναι σχεδόν στα όρια του σουρρεαλισμού το να μιλήσω για όλες τις δυσκολίες που συνάντησα για να φτάσουμε εδώ σήμερα. Το τι έχουν ακούσει τα αυτιά των φίλων μου, δεν λέγεται… 

Θα μπορούσα πολλές φορές να έχω πει «τα παρατάω», κράτησε και κάποια χρόνια η προσπάθεια ανεβάσματος, αλλά μάλλον η δύναμη της πραγμάτωσης ήταν μεγαλύτερη από όλα τα εμπόδια. Έχει να κάνει και με την ισορροπία μου ως καλλιτέχνη: δεν μπορώ να προχωρήσω, εάν όλο εκείνο που με απασχόλησε τόσο δεν «φύγει» από πάνω μου. Και, πιο απλά, εάν δεν έχεις και μια «βίδα», αδύνατον να επιβιώσεις με αυτές τις συνθήκες… Ευτυχώς είχα ένθερμους υποστηρικτές! 

Αφότου ναυάγησαν άλλα σχέδια, τελικά την παραγωγή την ανέλαβε η Σπίζα, μια ομάδα-σωματείο που έχουμε, κάτι που χάρισε και μια γεύση μοιράσματος και συντροφικότητας, παρά τον τεράστιο κόπο –ειδικά αυτόν της ανεύρεσης χρηματοδότησης… Σε τεχνικά και πρακτικά θέματα παραγωγής, ναι, ζοριστήκαμε πολύ για να βρούμε λύσεις, αφού μας έλειπαν χρήματα για να έχουμε την άνεση την οποία χρειαζόμασταν. Πάντως οι λιτές γραμμές και η αφαίρεση είναι χαρακτηριστικά της αισθητικής του στησίματος και όχι της έλλειψης χρημάτων.

Υπάρχει περίπτωση να δούμε το μουσικό υλικό του Πέρασα... στη δισκογραφία; Υπάρχουν γενικά άλλα σχέδια για κάποιο επικείμενο άλμπουμ;

Το Πέρασα… είναι μια παράσταση όπου ποίηση και μουσική είναι ένα –και αυτό εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Δεν μπορείς λοιπόν να διαχωρίσεις τη μουσική της παράστασης… Τίποτα βέβαια δεν αποκλείεται για το πώς θα μπορούσε να είναι ένα τέτοιο άλμπουμ. Κατά τα άλλα, υπήρξε η σκέψη να προχωρήσουμε με τον Μάνο Αβαράκη σε δισκογραφία, μετά και την επιτυχία του Ταξιδιωτικόν ΙΙ. Όμως οι πρακτικές δυσκολίες μας προσγειώνουν ανώμαλα… Δεν έχουμε εγκαταλείψει, πάντως.



13 Ιανουαρίου 2022

Μάνος Αβαράκης & Σοφία Καμαγιάννη - ανταπόκριση (2014)


Παρότι σαρώνει και πάλι ο covid-19, προξενώντας νέο κύμα ακυρώσεων σε όσες συναυλίες τόλμησαν να ξεμυτίσουν ελπίζοντας σε μια διαφορετική σεζόν, κάποιες (λιγοστές) εξακολουθούν την πορεία τους. Ανάμεσά τους και το Ερωτευμένο Σύννεφο, μια «όπερα για παιδιά και νέους» βασισμένη στο ομώνυμο παραμύθι του Ναζίμ Χικμέτ, σε μελοποίηση της Σοφίας Καμαγιάννη για την Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, με λιμπρέτο της Ελένης Ζαφειρίου.

Τη Σοφία Καμαγιάννη την ήξερα δισκογραφικά από τον ωραίο δίσκο Αποβάθρα (2000) και την ξαναπέτυχα τον Νοέμβριο του 2014, καθώς ο φίλος Γιώργος Ρομπόλας δούλευε τότε σαν υπεύθυνος Τύπου για τις συναυλίες που λάμβαναν χώρα στην αίθουσα του KYKLOS Ensemble, στο Ωδείον Αθηνών –πάλι σε δύσκολες συνθήκες, οικονομικές τότε. Με προσκάλεσε λοιπόν να τη δω να παίζει εκεί μαζί με τον Μάνο Αβαράκη, στα πλαίσια της παράστασης ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΝ. Και ήταν μια ωραία βραδιά, στην οποία «συγκατοίκησαν» αγαστά το πιάνο, η φυσαρμόνικα και η μπαρόκ φλογέρα.

Ένα κείμενο για τη συναυλία δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις, έχοντας ως αφορμή τις τελευταίες παραστάσεις του Ερωτευμένου Σύννεφου.

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες ανήκουν στον Χρήστο Αγγελόπουλο και παραχωρήθηκαν για τις ανάγκες του συγκεκριμένου κειμένου


Ήταν και το πρόγραμμα διαλεχτό, ήταν και οι μουσικοί καλοί, στάθηκε και η απόδοσή τους εξαιρετική. Κι όμως, το θερμό χειροκρότημα που έπεσε στο τέλος αφορούσε σε μια συνολικότερη αίσθηση, την οποία δεν μπορείς να  «βρεις» αν απλά προσθέσεις τις παραπάνω συνισταμένες. Δεν είναι τυχαίο που κανείς σχεδόν δεν έφυγε έτσι απλά στο πέρας της βραδιάς, πριν δηλαδή περάσει μια βόλτα από τα παρασκήνια (ναι, έχουν ξέρετε και οι κλασικές συναυλίες backstage) ώστε να πει μια κουβέντα με τον Μάνο Αβαράκη και τη Σοφία Καμαγιάννη. Και όχι, δεν ήταν όλοι γνωστοί τους. 

Το ρεσιτάλ, αν και άφησε μικρούς μα καίριους χώρους στους δύο πρωταγωνιστές για να λάμψουν και αυτόνομα, δομήθηκε στη συνύπαρξη του πιάνου της Καμαγιάννη με τις φυσαρμόνικες και τις μπαρόκ φλογέρες του Αβαράκη. Αρθρώθηκε δε σε δύο τμήματα, τα οποία –κάπως καταχρηστικά, μα όχι άστοχα– μπορούμε να περιγράψουμε ως το «πιο κλασικό» και το «πιο ποπ». Στο πρώτο δηλαδή ακούσαμε (ενδεικτικά) Erik Satie, Antonio Vivaldi, Franz Shubert, Jacques Offenbach και Georges Bizet, ενώ στο δεύτερο είχαμε "Que Sera, Sera", Nino Rota, "Amazing Grace", "Quizas-Quizas-Quizas" και "La Foule", με προσωπικές συνθέσεις των Αβαράκη & Καμαγιάννη να διανθίζουν τον συνολικό σκελετό του ρεπερτορίου.
 
Η Καμαγιάννη αναδείχθηκε στην εγκρατή, ήρεμη δύναμη της περίστασης. Ήταν ωστόσο εκείνη που ανέλαβε το όποιο μπλα-μπλα με το κοινό χρειαζόταν η βραδιά, πάντα βέβαια με μια συστολή· «δεν δείχνει ιδιαίτερη εξοικείωση με τέτοια πράγματα», σημείωσα νοερά. Κατά τα λοιπά, ασχολήθηκε με το πιάνο της με τρόπο υποδειγματικό, βρίσκοντας φίνους χρωματισμούς όταν έπρεπε να πρωταγωνιστήσει (έπαιξε εκπληκτικά τον Satie, για παράδειγμα) ή αποσυρόμενη διακριτικά στο «φόντο» όταν χρειαζόταν να δώσει χώρο στον συνεργάτη της. 

Μη τη φανταστείτε πάντως βυθισμένη σε πλήκτρα και παρτιτούρες: το βλέμμα της ήταν σταθερά προσηλωμένο στον Αβαράκη και οι εκτελέσεις της απόλυτα εναρμονισμένες με το τι έκαναν παράλληλα/συμπληρωματικά οι φυσαρμόνικες και οι φλογέρες του. Αξίζει επίσης μνεία σε δύο εξαιρετικές δικές της συνθέσεις, τη "Φολέγανδρο" –με μια θαυμάσια, λυρική μελωδία να τη διατρέχει– και το "Νυχτοφάναρο", δείγμα των ηλεκτρακουστικών της ανησυχιών, στο οποίο έπαιξε ζωντανά πιάνο πάνω από προηχογραφημένα μέρη.
 
Ο Αβαράκης, από την άλλη, υπήρξε ο εξωστρεφής, ζωηρός κινητήριος μοχλός της βραδιάς. Δεν ήταν δηλαδή απλά ένας δεξιοτέχνης, κάτοχος των μουσικών μυστικών της φυσαρμόνικας και των διαβαθμίσεων των μπαρόκ φλογέρων –από την επιβλητική σε μέγεθος μπάσα, ως τη μικρούλα και ολίγον οχληρή συχνοτικά σοπρανίνο. Ούτε απλά ένας ευφυής ενορχηστρωτής, ικανός να μπάσει την προαναφερθείσα μπάσα φλογέρα στο "Gnossienne 1" του Satie, μετασχηματίζοντας τη διάσημη σύνθεση. 

Ήταν, πάνω από όλα, ένας εκπληκτικός περφόρμερ, που μας ξεσήκωσε με την κίνησή του, με την ενέργειά του, με εκείνο τον απίστευτο τρόπο με τον οποίον σειόταν και λικνιζόταν ενώ φυσούσε. Και μάλιστα μας εντυπωσίασε από νωρίς, παίζοντάς μας σόλο έναν άγνωστο στους πολλούς γαλλικό σκοπό του 15ου αιώνα, το "Tourdion" του Pierre Attaignant. Έδειξε δε την ίδια άνεση και την ίδια ευκολία προσαρμογής τόσο στο κλασικό ρεπερτόριο, όσο και στις πιο ποπ στιγμές της βραδιάς, όντας, συνολικά, μια καταπληκτική περίπτωση. 
 
Αξίζει να σημειωθεί πως, αν και η αίθουσα του KYKLOS στις εγκαταστάσεις του Ωδείου Αθηνών δεν έχει μεγάλη χωρητικότητα, δεν ήταν και λίγος ο κόσμος που έδωσε το παρών. Θεωρώ δε ότι ένα τέτοιο χαρισματικό ντουέτο –με αυτό ακριβώς το «κοκτέιλ» μεταξύ οικείων μελωδιών και πιο προχωρημένων συνθέσεων– μπορεί εύκολα να βρει κοινό αν διαδοθεί η φήμη του· στηρίζοντας επιτυχημένες βραδιές είτε σε πιο ευρύχωρα κλειστά μέρη, είτε σε υπαίθριες εκδηλώσεις κατά την καλοκαιρινή σαιζόν.