Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Coma. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Coma. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

08 Σεπτεμβρίου 2023

Μουσικό Οδοιπορικό στη Γερμανία (Αύγουστος 2013)


Έκλεισε λοιπόν μια δεκαετία από το 2013, όταν δέχτηκα μια πρόταση που μου ήρθε από την Πρεσβεία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, να εκπροσωπήσω την Ελλάδα σε ένα showcase της σύγχρονης γερμανικής μουσικής βιομηχανίας, όπου θα μετείχαν κι άλλοι δημοσιογράφοι του πολιτιστικού, από διάφορες χώρες –όχι μόνο της Ευρώπης, αλλά και από την Ιαπωνία, το Καμερούν, τη Νότια Κορέα, τη Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής και το Καζακστάν.

Αν και δεν μου αρέσουν τα ταξίδια και οι ημερομηνίες έπεφταν Αύγουστο, οπότε έπρεπε να διακόψω τις συνήθεις διακοπές μου στη θάλασσα, δέχτηκα. Και αποδείχθηκε μια εμπειρία ζωής, που πάντα, έκτοτε, τη θυμάμαι με αγάπη. Κάναμε πολλά πράγματα, τότε. Και ευτυχήσαμε να είμαστε ένα γκρουπ που έδεσε πολύ, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εκπληκτική χημεία. Κάτι που παρατήρησαν στο τέλος και οι Γερμανοί οικοδεσπότες μας, όταν μας χαιρέτησαν. 

Ο μόνος άτυπος όρος συμμετοχής ήταν ότι, επιστρέφοντας στις χώρες μας, έπρεπε να κάνουμε κάποιες δημοσιεύσεις γύρω από την όλη εμπειρία. Δεν ψήθηκαν όλοι οι συμμετέχοντες, αλλά, προσωπικά, το πήρα τοις μετρητοίς, φτιάχνοντας κάμποσα κείμενα με βάση τα όσα μας έδειξαν εκεί. Ήδη, λ.χ., το blog έχει δημοσιεύσει μια ανταπόκριση από τη συναυλία της Dear Reader στο «Badeschiff» του Βερολίνου (δείτε εδώ), μια συνέντευξη με το συγκρότημα Fenster (δείτε εδώ), μια συζήτηση με την τραγουδοποιό Leslie Clio (δείτε εδώ), καθώς και μια συνέντευξη με τον Hauschka (δείτε εδώ). Αυτό που ακολουθεί, τώρα, είναι το μεγάλο, γενικό άρθρο, το οποίο κάπως καταγράφει και συνοψίζει το ταξίδι. 

Η αρχική δημοσίευση έγινε τότε στο Avopolis, άλλωστε προσκλήθηκα με την ιδιότητα του αρχισυντάκτη του και δεν έχω λόγια να ευχαριστήσω τη Βανέσσα Χριστοδούλου, παλιά γνώριμη από τα μουσικά των '00s, που με πρότεινε –Βανέσσα, έχουμε χαθεί πια, αλλά αν ποτέ διαβάσεις αυτές τις γραμμές, ελπίζω να σε έβγαλα ασπροπρόσωπη! Η εδώ αναδημοσίευση προβαίνει σε μικρές, (κυρίως) αισθητικής φύσης τροποποιήσεις, οδηγώντας στη μορφή του κειμένου που πλέον λογίζω ως τελική. 

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από το ταξίδι και ανήκουν στον Νοτιοκορεάτη συνάδελφο Lee Jinseop, με τον οποίον διατηρήσαμε έκτοτε και την περισσότερη επικοινωνία. Εξαιρούνται: η φωτογραφία έξω από το «Ratinger Hof» (Michael Wallies), η φωτογραφία του Dockville Festival (Hinrich Carstensen) και η φωτογραφία του Woodkid (Christoph Trabert) 


Σε σκληρές και ανώμαλες πολιτικο-οικονομικές συνθήκες, συχνά χάνονται εκείνες οι ιδιαίτερες αποχρώσεις μεταξύ άσπρου/μαύρου, οι οποίες κάνουν τη διαφορά. Στις ημέρες της τρέχουσας Κρίσης, ας πούμε (γιατί με κεφαλαίο θα γραφτεί στην ιστορία), μεγάλο κομμάτι της εγχώριας κοινής γνώμης τρέφει αντιπάθεια για τους Γερμανούς. Στην έκρηξη του συναισθήματος, λοιπόν, εύκολα μπουρδουκλώνονται τα βουρστ και η Μπάγερν του Μονάχου με την κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ και τη βαριά σκιά των Ναζί, με τη μπάλα να παίρνει τελικά οτιδήποτε το γερμανικό. Στο παρόν άρθρο, ωστόσο, δεν έχουν θέση οι πολιτικές κρίσεις, αναλύσεις και επικρίσεις, μα πράγματα από εκείνα που ενώνουν τους λαούς της Γης. 

Κι αν η ευεργετική «παλαβομάρα» του Heinrich Schliemann ή το έργο του Wolfgang Schadewaldt πάνω στον Όμηρο (ανυπέρβλητο Έβερεστ της γερμανικής κλασικής φιλολογίας) αποτελούν πια ψιλά γράμματα για τους Νεοέλληνες, η μοντέρνα γερμανική μουσική έχει αναδείξει φιγούρες εξαιρετικά αγαπητές στο ντόπιο κοινό. Τους Scorpions βεβαίως-βεβαίως για τις μεγάλες μάζες, εσχάτως τους Rammstein και στο μεσοδιάστημα κάμποσες μέταλ μπάντες (Helloween, Accept, Gamma Ray, Blind Guardian, Warlock, Ocean κ.ά.), αλλά και τους Einstürzende Neubauten, τους Kraftwerk, τους Neu!, τους Tangerine Dream, τους Faust (όλη τη σκηνή που λέμε krautrock τέλος πάντων), τη Nico, τη Nina Hagen, τον Karlheinz Stockhausen, τους Die Krupps, τους Deine Lakainen, τον Hauschka, τον Nils Frahm, τον Stephan Micus –θα μου επιτρέψετε να συμπεριλάβω και τους Snap! 

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πήρε λοιπόν πάνω της τη διεθνή προβολή της σχετικής βιομηχανίας της χώρας –να τα λέμε και κυρίως να τα βλέπουμε αυτά– και, μέσω του φορέα της Initiative Musik, κάλεσε φέτος τον Αύγουστο 16 μουσικοδημοσιογράφους από 14 χώρες, προσφέροντάς μας μια τουρνέ στο παρελθόν και στο παρόν της μοντέρνας γερμανικής μουσικής (τονίζω το μοντέρνας, γιατί καλό είναι να θυμόμαστε και τα κλασικά μεγαλεία). Η Katja Hermes, η Laureen Kornemann και ο Michael Wallies ανέλαβαν να είναι οι οδηγοί μας σε αυτό το ταξίδι και νομίζω κανείς μας δεν θα τους ξεχάσει ποτέ: όχι μόνο γιατί έκαναν άψογα τη δουλειά τους, μα και γιατί έγιναν ένα με την ομάδα μας, πράγμα που στο φινάλε οδήγησε σε δύσκολους αποχαιρετισμούς. Τους ευχαριστώ από καρδιάς κι ας μην μπορούν να καταλάβουν λέξη από όσα γράφω εδώ (το Google Translate θα ερχόταν μερικά χρόνια αργότερα).

1η στάση: Κολονία (Köln)

Λέγαμε στο τέλος, αποτιμώντας τα όσα ζήσαμε, ότι η τουρνέ μας ξεκίνησε τόσο ιδανικά, ώστε ακόμα κι αν όλα είχαν τελειώσει στην Κολονία, θα γυρνούσαμε στις χώρες μας πλήρως ικανοποιημένοι. Κι αυτό διότι η Initiative Musik φρόντισε ώστε η πρώτη μας στάση να γίνει στο περίφημο Studio für Elektronische Musik, εκεί όπου μεταπολεμικά άνθισε το έργο του Stockhausen και, κατ' επέκταση, η ηλεκτρονική μουσική. Το στούντιο, βέβαια, έχει κλείσει πια. Όμως, καθώς γίνονται εργασίες ψηφιοποίησης στο υπάρχον αρχείο, επιβιώνει ακόμα ένα κομμάτι του: σε ένα μικρό υπόγειο, το οποίο δεν το βάζει το μάτι σου, κάτω από ένα ογκώδες γυμναστήριο. 


Εκεί, λοιπόν, μας περίμενε ο καταπληκτικότερος ξεναγός που θα μπορούσαμε να έχουμε για την περίσταση, ο επί χρόνια (από τη δεκαετία του 1970) ηχολήπτης του στούντιο, Volker Müller. Ένας κοτσονάτος μεσήλικας με αστραφτερά μάτια κι ένα απίστευτο, πνιχτό γελάκι, ο οποίος μας είπε δυο λόγια για την ιστορία του χώρου και μετά πέρασε στο ψητό. 

Μας έδειξε απίστευτα μηχανήματα και μαγνητοταινίες, μοναδικά στον κόσμο, μας μίλησε για το πώς δούλευε με τον Stockhausen και τον Ιάννη Ξενάκη και μας έκανε μια καταπληκτική επίδειξη για το πώς μπορείς να ξεκινήσεις να πειραματίζεσαι με το οτιδήποτε, αν έχεις τον κατάλληλο εξοπλισμό και τρέχει ο λογισμός σου προς τα εκεί: άνοιξε το ραδιόφωνο, έπιασε έναν Michael Jackson, τον έριξε στις μαγνητοταινίες και του άλλαξε τα φώτα, κόβοντας σημεία, ράβοντάς τα αλλού, μετατρέποντας τις ταχύτητες, παίζοντάς τον ανάποδα. Μέσα σε λίγα λεπτά, εντελώς αυτοσχέδια, είχε φτιάξει κάτι ολότελα διαφορετικό, που ηχούσε φανταστικά. Του υποσχεθήκαμε να γράψουμε ότι τα όσα έχει εκεί αξίζει να διασωθούν σε ένα μουσείο μουσικής τεχνολογίας, αίτημα που προσυπογράφω και ήδη διαβίβασα στα επίσημα κανάλια.


Η Κολονία επεφύλασσε όμως κι άλλες ωραίες στιγμές για μας. Ξεναγός για τη συνέχεια ανέλαβε ένας από τους ανθρώπους που έστησαν το επιτυχημένο C/o Pop Festival (φέτος γιόρτασε τα 10 του χρόνια) και το διεθνές μουσικό πρόγραμμα Elektronic Beats στη Deutsche Telekom, ο οποίος μας οδήγησε στα γραφεία του περιοδικού «Intro», όπου –παρότι έκλειναν τεύχος και είχαν απίστευτες φούριες– μας περίμενε ο αρχισυντάκτης του, Thomas Venker. Για να μην σας τα πολυλογώ, το «Intro» είναι το «Sonik» της Γερμανίας και κατά μία έννοια το βήμα παραπάνω σε ίματζ και περιεχόμενο που θα μπορούσε να κάνει και το δικό μας έντυπο, σε ευτυχέστερους καιρούς. 

Αναγνωρισμένο ως opinion leader, το περιοδικό επέβαλλε στο κοινό την κατάργηση της βαθμολογίας και την κουλτούρα ανάγνωσης των κειμένων των κριτικών (με προσωπική απόφαση του Venker), πουλάει 140.000 τεύχη μηνιαίως, διαθέτει ανθηρό κύκλο διαφήμισης και είναι σε θέση να πληρώνει 100 ευρώ στους φωτογράφους του για μια φωτό-σαλόνι και 300 ευρώ τους συντάκτες του για ένα κείμενο 1.500 λέξεων. Είπατε τίποτα; Εγώ πάντως είπα μέσα μου ότι έτσι είναι η υγιής μουσική βιομηχανία, σε μια χώρα όπου, σημειώστε, το χαρτί ακόμα μετράει.

Μετράνε όμως και τα παραδοσιακά δισκοπωλεία, παρά τη γενική πτώση του τζίρου την οποία έφερε το ίντερνετ. Είχαμε την ευκαιρία να το διαπιστώσουμε επισκεπτόμενοι την Kompakt –τη δισκογραφική που οικοδόμησε στα 1990s τον λεγόμενο «ήχο της Κολονίας». Παρότι Δευτέρα μένουν κατά παράδοση κλειστοί, ο Michael Mayer άνοιξε ειδικά για μας και μας έκανε μια ενδελεχή ξενάγηση σε ό,τι είναι βασικά... το σπίτι του! 


Το μεγάλο κτήριο όπου εδρεύει η Kompakt είναι δηλαδή η κατοικία του: ξυπνάει, μεταβαίνει στον κεντρικό χώρο των πάνω ορόφων όπου βρίσκονται τα γραφεία και η τραπεζαρία (απασχολούν μαγείρισσα, ώστε να μην τρώνε σκουπίδια από έξω!), ενώ στο ισόγειο λειτουργεί το περίφημο δισκοπωλείο. Μας κατέβασε μάλιστα και στο υπόγειο, στα ράφια του οποίου αναπαύεται ολόκληρος ο κατάλογος της Kompakt σε βινύλιο και CD. Κατόπιν, ανοίξαμε μερικές κρύες μπύρες και γιορτάσαμε την περίσταση βλέποντας λάιβ τους Coma, δύο χίπστερ αγόρια που τα ξεμυάλισε το techno κι έχουν αναπτύξει έναν αρκετά ιντριγκαδόρικο ήχο μεταξύ indie και αδυσώπητης μετρονομίας –δεν τρελάθηκα από τη μουσική τους, παρακολούθησα πάντως τη συναυλία με ενδιαφέρον. 

Αλλά, Κολονία χωρίς καθεδρικό, γίνεται; Δεν γίνεται. Πριν λοιπόν μαζευτούμε για ένα παραδοσιακό γερμανικό δείπνο στη μπυραρία των Päffgen (όπου το ποτήρι σου δεν ξεμένει ποτέ άδειο), πήγαμε μια βόλτα στην επιβλητική εκκλησία και σταθήκαμε με δέος μπροστά στον όγκο και στη γοτθική της δυναμική. Το εσωτερικό αποδείχθηκε εξίσου ενδιαφέρον με το εξωτερικό, μας δόθηκε μάλιστα και η ευκαιρία να θαυμάσουμε το αμφιλεγόμενο παράθυρο του Gerhard Richter, η αφηρημένη θρησκευτικότητα του οποίου εμένα προσωπικά πολύ μου άρεσε. 

2η στάση: Ντίσελντορφ (Düsseldorf)

Το Ντίσελντορφ υπήρξε για μας η έκπληξη του ταξιδιού. Χαζέψαμε με το τοπίο που διαμόρφωνε ο ποταμός Ρήνος, διασχίζοντας την πόλη, ενώ σύντομα διαπιστώσαμε όχι μόνο ότι μπορούσαμε να πάμε παντού με τα πόδια, αλλά και ότι υπήρχαν πάρα πολλές ενδιαφέρουσες γωνιές, με τη δική τους ιστορία στα μουσικά δρώμενα. Το Ντίσελντορφ, άλλωστε, είναι η πρωτεύουσα του krautrock, όπως και η έδρα των (ακόμα λαοφιλέστατων) Die Toten Hosen. Επιπροσθέτως, έχει μια ανθηρή ελληνική κοινότητα –άκουσα συχνά ελληνικά στον δρόμο, καθώς περπατούσαμε– αλλά και μία από τις μεγαλύτερες κοινότητες Γιαπωνέζων στον πλανήτη. 


Αν θέλετε να δείτε έναν απίστευτο χώρο, όπου μπορούν να φιλοξενηθούν (παράλληλα) ό,τι καλλιτεχνικά δρώμενα μπορεί κανείς να φανταστεί –εκθέσεις, παραστάσεις, συναυλίες, ομιλίες, πρόβες μουσικών σε ειδικά διαμορφωμένα στούντιο κτλ.– θα πρέπει να κάνετε έναν κόπο και να επισκεφθείτε το Hans Peter Zimmer Stiftung, το μέρος που θα κάνει κάθε μάνατζερ να αλλάξει την οπτική του πάνω στο θέμα «χώροι διεξαγωγής». Αφού τριγυρίσαμε σε κάθε σχεδόν γωνιά του, η Initiative Musik κανόνισε να συναντήσουμε τον Hauschka, ο οποίος διατηρεί το στούντιό του στο σύμπλεγμα. Κι εκείνος έδωσε μια μίνι συναυλία για μας στο προετοιμασμένο του πιάνο, το οποίο κράτησε μάλιστα ορθάνοιχτο ώστε να μπορούμε να βλέπουμε κάθε μικροπαρέμβαση που είχε κάνει. 

Κατόπιν, μας παρέλαβε ο Dr. Michael Wenzel, τον οποίον ανακηρύξαμε με ένα στόμα/μια φωνή ως τον πλέον καταπληκτικό ξεναγό της περιοδείας: ένας απίστευτα μεταδοτικός άνθρωπος, μας ξετύλιξε το Ντίσελντορφ και το μουσικό του παρελθόν κομμάτι-κομμάτι, από τα τζαζ στέκια στους Kraftwerk και στους Neu!, στην άνοδο έπειτα της πανκ σκηνής και από εκεί στο «Salon des Amateurs», το στέκι των εναλλακτικών μουσικών του σήμερα. 


Μας πήγε στο μέρος όπου βρισκόταν το θρυλικό Kling Klang στούντιο των Kraftwerk, ύστερα στη γκαλερί/δισκοπωλείο Slowboy όπου μας περίμενε η Miki Yui –χήρα του Klaus Dinger, η οποία πρόσφατα έβγαλε ένα εντυπωσιακό λεύκωμα για εκείνον– ενώ στη συνέχεια φρόντισε να συναντήσουμε τον Haru Specks, έναν επιβλητικό τοπικό θρύλο, που με το ροζ του σολομού κοστούμι του και το φορητό του πικάπ λειτούργησε ως ο κινούμενος DJ μας: σε όποιο μέρος δηλαδή κι αν στεκόμασταν, μας έπαιζε κι ένα κατάλληλο τραγούδι, κάνοντας τη μουσική ιστορία της πόλης να λάβει σάρκα και οστά. Προσωπική αγαπημένη στιγμή, το χτύπημα του πρωτόλειου γερμανικού πανκ μπροστά στην είσοδο του Ratinger Hof, αλλά και η θλιβερή ιστορία του πρωτοπόρου Wolfgang Riechmann, ένα δείγμα της δουλειάς του οποίου σας περιμένει στο βιντεάκι στο φινάλε του παρόντος οδοιπορικού. 


Η παρέα μας είχε στο μεταξύ μεγαλώσει: στο καφέ «Enuma», όπου φάγαμε ένα ελαφρύ μεσημεριανό, προστέθηκε η Helma Kremer, υπεύθυνη του τουριστικού μάρκετινγκ της πόλης και άριστη γνώστρια της ελληνικής γλώσσας, καθώς και μερικοί ντόπιοι δημοσιογράφοι που είχαν αναλάβει να γράψουν για το ταξίδι μας. Η αφεντιά μου και ο Vic Galloway –εκπρόσωπος της Σκωτίας και του BBC, συγγραφέας επίσης του βιβλίου «Songs In The Key Of Fife»– μάλλον υπήρξαμε οι πιο κοινωνικοί της ομήγυρης, με αποτέλεσμα να δούμε την επόμενη μέρα τα ονόματά μας να φιγουράρουν στο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Rheinische Post»


Τόσο μας άρεσε το Ντίσελντορφ, ώστε χαζολογήσαμε αρκετά στους δρόμους του –περνώντας και από το μουσείο memorabilia του Elvis Presley, το οποίο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη διεθνώς συλλογή μετά από εκείνη στη Graceland– κάτι που είχε σαν αποτέλεσμα να προλάβουμε στο τσακ την εκπληκτική έκθεση φωτογραφίας του Wolfgang Tillmans. Δειπνήσαμε κατόπιν στο  «Pardo» και οδεύσαμε στο Salon des Amateurs, όπου μας περίμενε μια πλειάδα νέων μουσικών της πόλης, από πολλές τάσεις και είδη: folk rock τροβαδούροι σαν τους Early Autumn Break, (νεο)kraut σχήματα σαν τους Stabile Elite, ακόμα κι ένα μέλος των Die Krupps έδωσε το παρών. Η βραδιά έκλεισε με μια λάιβ εμφάνιση του Stefan Schneider των To Rococo Rot παρέα με τον Sven Kacirek, σε άκρως πειραματικούς και ελλειπτικούς ρυθμούς.

3η στάση: Βερολίνο

Το Βερολίνο δεν χορταίνεται. Όσες μέρες κι αν κάτσεις, θέλεις κι άλλο κι έχουν δίκιο όσοι λένε πως πρόκειται για την ομορφότερη πόλη της Ευρώπης. Η πρώτη μας μέρα εκεί προβλεπόταν χαλαρή και με κάποιον ελεύθερο χρόνο, τον οποίον αξιοποιήσαμε κάνοντας βόλτα στην Alexanderplatz. 

Κατόπιν, οι άνθρωποι της Initiative Musik μας πήγαν στο Kreuzberg και εκεί χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, καθώς άλλοι προτίμησαν να πάνε στο «Badeschiff» να δουν τη Dear Reader κι άλλοι στο μίνι φεστιβάλ που διοργάνωνε το περιοδικό «Intro» στο Bi Nuu, με επικεφαλής τους Still Parade και κρυφό χαρτί της βραδιάς τους To Kill A King. Η νύχτα έμελλε να έχει μεγάλη διάρκεια: ούτε ξέρω πόσα λίτρα φοβερής ντόπιας μπύρας ήπιαμε στην απόμερη παμπ «Das Gift», την οποία έχει ανοίξει ο Barry Burns των Mogwai. Κι επειδή ακριβώς είναι ο Barry Burns, αν ποτέ βρεθείτε εκεί τσεκάρετε το τζουκ-μποξ: σας προκαλώ να βρείτε καλύτερο στον κόσμο, αν είστε αληθινοί φίλοι της alternative μουσικής.


Η δεύτερη μέρα, πάλι, ήταν αυτό που στα μέρη μας λέμε «βαράτε». Το πρωί επισκεφθήκαμε το Κοινοβούλιο (Reichstag), κτίσμα αληθινά εντυπωσιακό, με αρχαιοελληνική πρόσοψη κι έναν υπερμοντέρνο θόλο στο εσωτερικό, από την κορυφή του οποίου βλέπεις πιάτο τη γερμανική πρωτεύουσα. Ύστερα χαζέψαμε την Πύλη του Βραδεμβούργου, η οποία είναι τόσο όμορφη, όσο τη θέλει ο πρωσικός της μύθος (εμφανή, βέβαια, τα αρχιτεκτονικά δάνεια από την Ακρόπολη) κι έπειτα πήγαμε στο επίσημο γεύμα που θα παρέθετε προς τιμήν μας το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Ο herr Uwe Heye φρόντισε ώστε να περάσουμε πολύ ωραία, μακριά από βαρετές τυπικότητες και σφιχτοκουμπωμένα τελετουργικά. Μάλιστα, μας μίλησε και για τα δικά του μουσικά ακούσματα, όπως και για τη ροκ σκηνή που κατάφερε να αναπτυχθεί επί Ψυχρού Πολέμου στην Ανατολική Γερμανία. 

Μετά μας παρέλαβαν οι Robosonic και μας έκαναν μια κατατοπιστικότατη περατζάδα στο Kreuzberg, κατά την οποία δείξαμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το δισκοπωλείο Spacehall, το δυστυχώς καμένο πια ιστορικό λαϊβάδικο «Festsaal Kreuzberg» (θα το ανοικοδομήσουν) και το εκπληκτικό ροκ/πανκ κλαμπ S036, όπου απολαύσαμε την ιστορία που μας διηγήθηκαν οι συνιδιοκτήτριές του για τη συναυλία των Agnostic Front, η οποία ακολουθήθηκε από το πάρτυ των γκέι μουσουλμάνων του Βερολίνου. Και μετά είχε κρουαζιέρα!

Κρουαζιέρα με τα όλα της, κυρίες και κύριοι, ήταν ίσως το σημείο εκείνο στο ταξίδι μας όπου θαύμασα τη γερμανική αποτελεσματικότητα: καθώς το πλοιάριο διέτρεχε τον ποταμό Spree κι εμείς χαζεύαμε τα αξιοθέατα (π.χ. το φοβερό Μουσείο της Περγάμου), η Initiative Musik έβαλε δύο καλλιτέχνες τους οποίους ενδιαφερόταν να παρακολουθήσουμε να παίξουν πάνω εκεί, πετυχαίνοντας το απόλυτο δύο σε ένα. 


Τον Kid Simius σημειώστε τον, γιατί μπορεί να τον ακούσετε ξανά, support στους Prodigy ή με αυτόνομη επιτυχία. Δεν παίζει κάτι φοβερό ή πρωτότυπο, σπίτι θα θεωρούσα τη μουσική του ως έναν μάλλον φτωχό συγγενή της παρακαταθήκης του Fatboy Slim. Λάιβ, όμως, ο τύπος απλά τα έσπαγε, ρίχνοντας στην πρώτη γραμμή την υπερκινητική του περσόνα και δημιουργώντας τρελό κέφι και διάθεση για χορό. 

Οι Claire ενθουσίασαν αρκετούς από το γκρουπ μας κι έμεινα έτσι να απορώ για το αν ήμουν εγώ ο γκρινιάρης της υπόθεσης: όχι ότι δεν ήταν καλοί· ίσα-ίσα, υπερασπίστηκαν πειστικότατα και με θαυμάσια performance τον κάπου μεταξύ ποπ και ηλεκτρονικών ήχο τους. Νομίζω, ωστόσο, ότι κυκλοφορούν πάρα πολλές τέτοιες μπάντες στις μέρες μας. Καλού-κακού, εντούτοις, προμηθεύτηκα το άλμπουμ τους και θα τα ξαναπούμε στη σχετική κριτική. 


Παρότι η βραδιά θα ολοκληρωνόταν με clubbing, οι περισσότεροι δεν είχαμε πια το κουράγιο, ύστερα από μια τόσο γεμάτη ημέρα. Προσωπικά αμφιταλαντεύτηκα, καθώς ήθελα να πάω στο Watergate, τελικά όμως προτίμησα να συναντήσω τον φίλο μου τον Έρικ Λίπκε (Erik Lipke), τον οποίον είχα να δω 20 ολόκληρα χρόνια. Τα κλαμπ μπορούν να περιμένουν μια επόμενη επίσκεψη, οι άνθρωποι μετράνε περισσότερο.

Το Βερολίνο ολοκληρώθηκε για μας το επόμενο πρωί, όταν, φορτωμένοι τα μπαγκάζια μας και πριν πάρουμε το τρένο για Αμβούργο, πήγαμε σε μια τρισδιάστατη έκθεση αφιερωμένη στους Kraftwerk και στη μουσική τους. Χαζέψαμε ομαδικά, ήταν ό,τι πιο κοντινό μπορούσε να φανταστεί κανείς σε βιντεοκλίπ των Hütter & Schneider ή σε κάποια συναυλία τους τον παλιό (καλό) καιρό. 

4η στάση: Αμβούργο

Το Αμβούργο μας εξέπληξε με το μέγεθός του και τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του. Αν και κύριος στόχος μας ήταν το μεγάλο Dockville Festival, του οποίου η Initiative Musik είχε κανονίσει να παρακολουθήσουμε 2 από τις 3 μέρες ως επίτιμοι καλεσμένοι (κι έτσι μέναμε κοντά σε εκείνη την περιοχή), η κλαμπότσαρκα την οποία κάναμε την πρώτη μας βραδιά στάθηκε αποκαλυπτική για το τι εστί Αμβούργο. 


Άλλωστε, η παραμονή μας εκεί ξεκίνησε με ένα από τα highlights του ταξιδιού: πριν καν μεταβούμε στο ξενοδοχείο, είχαμε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης με τον Michael Rother των Neu! και των Harmonia, τον Kurt Dahlke (Der Plan, Pyrolator) και τον Andreas Dorau. Θα προσπαθήσω να μεταφέρω το περιεχόμενό της σε μορφή συνέντευξης σε κατοπινή δημοσίευση, καθώς ειπώθηκαν πράγματα μεγάλης σημασίας για το krautrock και το γερμανικό new wave. 

Σειρά, έπειτα, είχε το ξενοδοχείο, λίγη ανάπαυση και βουρ για το Dockville Festival, ο διοργανωτής του οποίου Jean Rehders μας περίμενε, εξασφαλίζοντας όλα τα κομφόρ και ξεναγώντας μας σε κάθε χώρο και δραστηριότητα του φεστιβάλ. Αν και χάθηκα λίγο την πρώτη μέρα, τη δεύτερη –όταν πια είχα μάθει τα κατατόπια– αντιλήφθηκα ότι όσα μας είπε, ίσχυαν μέχρι κεραίας. 


Το Dockville μπορεί να μη βασίζεται στο εκπληκτικό line-up με τα φοβερά ονόματα πρώτης γραμμής, ποντάρει όμως πολύ στη φεστιβαλική εμπειρία. Διαθέτοντας έναν απίστευτο χώρο, αληθινά τεράστιο (με την κυριολεκτική σημασία της λέξης), μια υποδειγματική οργάνωση που σου επιτρέπει να μετακινείσαι άνετα από σκηνή σε σκηνή, αλλά και να τρως/πίνεις χωρίς ποτέ να πέσεις σε ουρές (και μιλάμε για μεγάλη ποικιλία σε φαγητό, όχι αστεία), το Dockville σε καλεί να περάσεις καλά μετά μουσικής και όχι να το επισκεφθείς μόνο για τη μουσική. Πράγμα που, σε δεύτερο επίπεδο, του επιτρέπει να λειτουργεί και τοπικά –ποντάροντας σε ανερχόμενα ονόματα από τη γερμανική σκηνή– αλλά και να τολμά να προτείνει στο κοινό του. 

Ο Rehders μας είπε πως φιλοδοξούν να γίνουν το μεγαλύτερο φεστιβάλ στον βορρά μετά το Roskilde και ότι για το 2013 ανέμεναν 40.000 με 50.000 επισκέπτες ανά ημέρα. Δεν βλέπω τον λόγο να μην το καταφέρουν. Η απήχηση του Dockville στη νεολαία ήταν το κάτι άλλο, μιλάμε για χιλιάδες επί χιλιάδων θεατών, στη συντριπτική τους πλειονότητα μεταξύ 16 και 25 ετών

Την πρώτη μέρα δεν καθίσαμε πολύ στα κυρίως μουσικά δρώμενα, καθώς λαχταρούσαμε να δούμε και τη νυχτερινή ζωή στην πόλη. Παρακολουθήσαμε πάντως τους Foals, οι οποίοι τράβηξαν κάμποσο κόσμο στη μεγάλη σκηνή (ήταν άλλωστε headliners) και έδειξαν να έχουν ρεύμα. Εμένα, πάντως, εξακολουθούν να μου θυμίζουν πολλά πράγματα που προτιμώ να τα ακούω ως έχουν (τους Cure π.χ.), ενώ συνεχίζω να μην βρίσκω θελκτική τη φωνή του Γιάννη Φιλιππάκη.

Αλλά τη δεύτερη μέρα, του δώσαμε και κατάλαβε. Οι When The Saints Go Machine έπαιζαν μες το μεσημέρι (και ήταν ένα ζεστό μεσημέρι), παρ' όλα αυτά κέρδισαν εντυπώσεις. Ακόμα καλύτεροι αποδείχθηκαν οι Kitty, Daisy & Lewis –μια οικογενειακή υπόθεση με ρετρό ήχο, που στο ζωντανό τσακίζει κόκαλα. Οι Fenster μάζεψαν κόσμο στη Vorschot σκηνή, ωστόσο οι λεπτές ποιότητες της ποπ τους μάλλον ταιριάζουν περισσότερο σε κάποιο κλειστό χειμερινό κλαμπ. Οι Crystal Fighters παραήταν ίσως πιτσιρίκια για τους μεγαλύτερους από μας και οι αναφορές τους στο παρελθόν παραγίνονταν εμφανείς, έκαναν όμως θραύση στον νεαρόκοσμο και αποθεώθηκαν. 

Είδα επίσης την ανερχόμενη Leslie Clio, top-10 καλλιτέχνη στην κεντρική Ευρώπη που ίσως κερδίσει σύντομα το soul pop κοινό της Βρετανίας. Και μου απέδειξε γιατί υπάρχει αυτό το hype γύρω της: έχει τραγούδια με τα απαραίτητα pop hooks και μπορεί να σταθεί καλά πάνω στη σκηνή. Καθώς βράδιαζε, έπειτα, ο Mac Milller έκανε άπειρες αμερικανιές στη Grossschot σκηνή, έπαιξε όμως ενεργητικά και δυναμικά, «ζεσταίνοντας» ιδανικά τον κόσμο για τον headliner Woodkid. 


Ο Woodkid, που λέτε, θεωρείται αρκετά μεγάλο όνομα εκεί στη Γερμανία και το κοινό έκανε σαν παλαβό για τα πομπώδη, υπερ-δραματικά και όχι και τόσο ενδιαφέροντα (τελικά) κάτω από την επιφάνεια τρικ του. Αργά τη νύχτα θα έπαιζε και ο John Talabot, αλλά το ξενύχτι και η μπυροποσία της προηγούμενης βραδιάς με έβαλε στους εξοντωμένους της ομάδας. Άντεξα όμως να δω τον Christian Löffler πριν κινήσω για το ξενοδοχείο, σε ένα α-λα-Pantha Du Prince σετ, το οποίο αναντίρρητα διέθετε παλμό και ενδιαφέρουσες στιγμές. 

Πάντως, πέρα από τα όσα είδα, άκουσα, έμαθα –και όπως αντιλαμβάνεστε ούτε λίγα ήταν, ούτε και μέτρια ή αδιάφορα (κάθε άλλο)– το μεγαλύτερο κέρδος από τη μουσική τουρνέ στη Γερμανία ήταν οι άνθρωποι. Χάρη στα προαναφερθέντα παιδιά από την Initiative Musik, αλλά και στους Bartek Chaciński (Πολωνία), Emilio Colasanti (Ιταλία), Jocelyne Fotso (Καμερούν), Vic Galloway (Σκωτία), Helen Herimbi (Νότια Αφρική), Sergey Illin (Ουκρανία), Glenn Jackson (Η.Π.Α.), Jinseop Lee (Νότια Κορέα, ο ακούραστος φωτογράφος της παρέας), Misha Loots (Νότια Αφρική), Ilkka Mattila (Φινλανδία), Shuya Okino (Ιαπωνία), Ben Rayner (Καναδάς), Aivar Tonso (Εσθονία) και Austin Trunick (Η.Π.Α.), το ταξίδι αυτό έγινε για μένα ένα από τα πιο συναρπαστικά πράγματα που έκανα στη ζωή μου. 

Ο αποχαιρετισμός, λοιπόν, έγινε σε κλίμα μεγάλης συγκίνησης. Όμως, όπως μου έγραψε πρόσφατα και ο Vic, το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι από την εν λόγω παρέα θα καταφέρουμε να παραμείνουμε φίλοι για μια ζωή.