30 Αυγούστου 2021

Toumani Diabaté - ανταπόκριση (2012)


Με κοντά 35 χρόνια καριέρας, ο βιρτουόζος της kora Toumani Diabaté στέκει αναγνωρισμένος ως ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς του Μάλι. Μάλιστα, χάρη στη world έκρηξη στα γούστα του Δυτικού κοινού μπόρεσε κι έχτισε βαθμιαία ένα στιβαρό διεθνές προφίλ, ασκούμενος και ο ίδιος σε διάφορα διαπολιτιστικά πειράματα –σαν π.χ. το Kulanjan με τον Αμερικανό μπλουζίστα Taj Mahal (1999) ή τη συνεργασία με το φλαμένκο συγκρότημα Ketama από την Ισπανία, η οποία έδωσε τα άλμπουμ Songhai και Songhai 2 (1988 και 1994, αντίστοιχα). 

Βέβαια, κορυφαία στιγμή της διεθνούς του παρουσίας ήταν ως σήμερα η σύμπραξη με τη Björk στο "Hope", κομμάτι από το άλμπουμ της Volta (2007). Φέτος, όμως, υπερβαίνει αθόρυβα αυτόν τον πήχη, καθώς κυκλοφορεί τη συνεργασία του με τη London Symphony Orchestra: ο δίσκος Kôrôlén τους καταγράφει μαζί στη σκηνή του Barbican Centre του Λονδίνου το 2008, σε διεύθυνση Clark Rundell.

Η έκδοση του Kôrôlén παρέχει μια καλή αφορμή για να θυμηθούμε μια άλλη, πιο «δική μας» συναυλία του Toumani Diabaté –στη μνημονιακή Αθήνα του 2012, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (τότε λεγόταν ακόμα Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών). Στην οποία έπαιξε μαζί με τρεις ακόμα Αφρικανούς μουσικούς, τον ξάδερφό του Fanta Mady Kouyaté (κιθάρα), τον Fode Kouyaté (ντραμς) και τον Mohamed Koita (μπάσο), προσελκύοντας ένα ιδιαίτερα ετερόκλητο κοινό. Και δεν μας χαρίστηκε: έβαλε δύσκολα ήδη από το ξεκίνημα και μας ήθελε προσηλωμένους στα όσα πρόσφερε. Υπήρξε, όμως, συνεννόηση και στο τέλος τον χειροκροτήσαμε όρθιοι, έχοντας την πεποίθηση ότι είδαμε έναν από τους σπουδαίους Αφρικανούς μουσικούς του σήμερα. 

Μια ανταπόκριση για εκείνη τη βραδιά δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* από τις χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες, η κεντρική ανήκει στον Aboubaker Sidick, ενώ η κάτωθι είναι του Daniel Sheehan


Ακόμα και όσοι ήρθαν από απλή περιέργεια στο φωτεινό κτήριο της Συγγρού, πιστεύω ότι έφυγαν απόλυτα πεπεισμένοι ότι είδαν μπροστά τους έναν από τους σπουδαίους Αφρικανούς μουσικούς του σήμερα. Θα μου πείτε, σε τέτοιες συναυλίες πας από περιέργεια; Ίσως όχι. Ωστόσο, παρατηρώντας το πολυάριθμο κοινό στην κεντρική αίθουσα της Στέγης, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι ήταν από τα πλέον ετερόκλητα που έχω δει σε live: πιτσιρίκες με επιτηδευμένα αλήτικο στιλ, φοιτηταριό, 30άρηδες ρόκερς, τύποι και τύπισσες που βλέπεις συνήθως σε world φεστιβάλ, ώριμοι κύριοι με τις κυρίες τους που θα περίμενες να συχνάζουν στο Gazarte ή στο Μέγαρο. Κι όμως, όλοι ενώθηκαν εις αντίδραση μία κατά τη διάρκεια της εμφάνισης του Toumani Diabaté, συνεισφέροντας ενθουσιώδη σφυρίγματα και θερμό, πολύ θερμό χειροκρότημα. 

Ο μάστορας της kora μπήκε ξυπόλυτος και με πατερίτσα –είχε εμφανή δυσκολία στο ένα πόδι– και έλαβε θέση στο μέσον της σκηνής και μπροστά, έχοντας ενώπιόν του τη χαρακτηριστική δυτικοαφρικανική άρπα. Οι τρεις μουσικοί του παρατάχθηκαν αισθητά πιο πίσω του, με τα τύμπανα του Fode Kouyaté στο βάθος, την κιθάρα του ξαδέρφου του Fanta Mady Kouyaté στο πλάι αριστερά (όπως κοιτούσες) και το μπάσο του Mohamed Koita στο πλάι δεξιά (ο μόνος μουσικός που δεν προερχόταν από το Μάλι, μα από τη Μπουρκίνα Φάσο). 

Το σχήμα δεν ήταν διόλου τυχαίο, γιατί εξαρχής δήλωσε κάτι, τόσο για την ηχητική πλεύση της συναυλίας, όσο και για την άποψη του Toumani Diabaté για τη world μουσική. Το όποιο fusion, δηλαδή, δεν θα λάμβανε χώρα σε βάρος της παράδοσης. Και η kora δεν θα ήταν το μυρωδικό και το γλυκάδι της υπόθεσης, μα ο βασικός πρωταγωνιστής. Χαράχτηκε, έτσι, μια αναγκαία «κόκκινη γραμμή» κόντρα στον fusion ενθουσιασμό που έχει καταλάβει το κοινό μα και τους world κριτικούς στη Δύση, αυτούς τουλάχιστον που στον πυρετό ενός αφελέστατου κι επιφανειακού μούλτι-κούλτι διεθνισμού δεν έχουν πάρει χαμπάρι πόσο συχνά ξεφτιλίζονται οι τοπικές παραδόσεις στον βωμό του λικνίσματος των «προοδευτικά σκεπτόμενων» Δυτικών γοφών. 

Ήδη από το ξεκίνημα, επίσης, ο Toumani Diabaté μας έβαλε δύσκολα. Άρχισε δηλαδή με μακροσκελείς συνθέσεις όπου η kora έπαιζε σόλο, μπαίνοντας σε διάλογο με τα υπόλοιπα όργανα μόνο κατά σημεία (και ελεγχόμενα). Ήθελε λοιπόν προσοχή, υπομονή και αντίληψη πέρα από τα εσκαμμένα για να παρακολουθήσεις, ειδικά στα πιο αυτοσχεδιαστικά μέρη. 

Ακόμα και στη συνέχεια, όμως, όταν ακούσαμε συνθέσεις με πλουσιότερη διάδραση μεταξύ του κουαρτέτου, ο Diabaté αξιοποίησε την εμπειρία του από το jugalbandi –τον ινδικό διάλογο μεταξύ των οργάνων– κρατώντας την kora στο προσκήνιο. Και μη νομίζετε ότι ήταν τόσο εύκολο. Αλλά οι μουσικοί που τον συνόδευαν αποδείχθηκαν δεξιοτέχνες από τους λίγους. Ειδικά ο Mady Kouyaté, ένας από τους καλύτερους κιθαρίστες που έχω ακούσει: με καταπληκτικά κοφτές φράσεις, μετέδιδε μια διαρκή funky γκρούβα, ρίχνοντας έτσι ξεσηκωτική γέφυρα μεταξύ ρυθμικών τάσεων που έπλασαν οι αφρικανικής προέλευσης Αμερικανοί και παραδόσεων οι οποίες κρατούν από τη μεσαιωνική αυτοκρατορία του Μάλι. 

Στην κορυφή όλων αυτών, βέβαια, στεκόταν ο Diabaté. Έσχατος εκπρόσωπος μιας οικογένειας μουσικών οι οποίοι υπηρετούν την kora εδώ και 71 γενιές, κάτοχος μυστικών παλαιότερων και από τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, μα και άνθρωπος του σήμερα, που αφομοίωσε στη μουσική του τον Jimi Hendrix, τη soul των 1960s, ακόμα και τάσεις της τζαζ. Μας εντυπωσίασε και όταν έπαιζε, μας συγκίνησε και όταν μας μίλησε, έστω σ' αυτά τα αγγλικά που –όπως κι ο ίδιος είπε– δεν ήταν και τα καλύτερα. Χωρίς βεντετισμούς ή διάθεση για περιττά θεατρικά μας έδειξε πώς παίζεται η kora, μίλησε για την ταλαιπωρία που περνάνε οι χώρες μας (η Ελλάδα και το Μάλι) και μας θύμισε ότι ένας λαός υπάρχει όσο έχει πολιτισμό να παρουσιάσει. Μια ποιότητα που δεν «χωράει» στο μικροσύμπαν των οικονομικών επιτυχιών και των ευημερούντων αριθμών, που τόσο αγαπούν οι νεοφιλελεύθερες λογικές της εποχής μας. 

Ασφαλώς και του ζητήσαμε encore, μουρμουρίζοντας εν χορώ –πλατεία και θεωρεία– μια μελωδία που ο ίδιος μας σύστησε· και δεν μας στέρησε τη χαρά. Έφυγε κουτσαίνοντας, όπως μπήκε, μα με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο. Κι εμείς τον χειροκροτήσαμε όρθιοι, με γνήσια συγκίνηση. Διάολε, ήταν συναρπαστικός. 



13 Αυγούστου 2021

Stephan Micus - συνέντευξη (2013)

Ανάμεσα σε όσους επέστρεψαν φέτος με νέο δίσκο συγκαταλέγεται και ο Stephan Micus. Το Winter's End βγήκε (ως συνήθως) στην ECM και είναι μία ακόμα στιβαρή και ενδιαφέρουσα δουλειά εκ μέρους αυτού του ιδιαίτερου Γερμανού συνθέτη και πολυοργανίστα. Ο οποίος κατάφερε να χτίσει έναν πολύ προσωπικό ήχο, οικοδομώντας πάνω του μια εντυπωσιακή καριέρα 45 χρόνων, που παρέμεινε πάντα σε ένα κάποιο «underground» καθώς ποτέ δεν συνάντησε την όποια εμπορική επιτυχία, μικρή ή μεγάλη.

Αυτή η 45ετία ή και το ίδιο το Winter's End δίνουν ασφαλώς καλές αφορμές για να πούμε περισσότερα περί Stephan Micus, κάτι όμως που αρμόζει περισσότερο στα «προσεχώς» του Mic.gr. 

Το παρόν blog, από την άλλη, βρίσκει καλή ευκαιρία να ανατρέξει σε μια τηλεφωνική συνδιάλεξη από το 2013, όταν ο Micus σήκωσε το σταθερό του στη Μαγιόρκα (εκεί έχει μετακομίσει εδώ και κάμποσα πια χρόνια, εγκαταλείποντας τη γενέτειρα Βαυαρία) ώστε να μιλήσουμε για τον τότε δίσκο του Panagia –ναι, καλά διαβάζετε, Παναγία λέει– ο οποίος θα τον έφερνε για συναυλία στο Διεθνές Φεστιβάλ της Πάτρας. Άλλωστε, μιας και οδεύουμε ολοταχώς για τον φετινό Δεκαπενταύγουστο, η μορφή της Παναγίας λαμβάνει κεντρική σημασία στην εγχώρια επικαιρότητα.

Η κουβέντα μας άγγιξε την άνοιξη στους Παξούς, τις γιαπωνέζικες προσευχές σε παραδοσιακές θηλυκές θεότητες που μπορούν να αντιστοιχηθούν στις δικές μας προς την Παναγία και τα αλογοκούδουνα των Ζανσκάρι. Μιλήσαμε ωστόσο και για το πώς ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και ο Μωαμεθανισμός έχτισαν κουλτούρες που έδωσαν έμφαση στο αρσενικό στοιχείο, διαταράσσοντας τις (εικαζόμενες) προϊστορικές ισορροπίες μεταξύ των δύο φύλων. 

Το κείμενο που προέκυψε από εκείνη τη συζήτηση πρωτοδημοσιεύτηκε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

Σας βρίσκω στη Μαγιόρκα, απολαμβάνετε την άνοιξη στις Βαλεαρίδες;

Είναι εδώ, αλλά δειλά. Υπάρχει ακόμα χιόνι στη Massanella, ενώ το δελτίο καιρού που κοίταξα πριν λίγο λέει ότι έρχεται κακοκαιρία. Η άνοιξη στη Μαγιόρκα είναι ασταθής, σαν να βρίσκεσαι στους Παξούς για να χρησιμοποιήσω ένα ελληνικό παράδειγμα. Πάντως σήμερα είχε μια πολύ όμορφη μέρα, μπόρεσα μάλιστα και κολύμπησα λίγο!

Το νέο σας άλμπουμ, Panagia, συνέπεσε με επετείους: βγήκε κοντά στα 60ά σας γενέθλια και ήταν το 20ό στη συνεργασία σας με την ECM. Το είχατε ως πρόθεση;  

Α, όχι... Ήταν μια τυχερή συγκυρία, τίποτα περισσότερο. Δεν ήξερα πότε ακριβώς θα τελείωνε, το δούλευα αρκετό καιρό. Οπότε είχα κατά νου μόνο ότι θα ήταν όντως το 20ό μου για την ECM.

Όπως φαντάζεστε, για μας τους Έλληνες είχε ξεχωριστό συναισθηματικό ενδιαφέρον, παρότι τελικά η Ελλάδα ήταν ένα μικρό κομμάτι στο παζλ του, έτσι δεν είναι; 

Μικρό, μα με κεντρική σημασία. Γιατί τα βυζαντινά κείμενα αποτέλεσαν την καρδιά του δίσκου και τη βάση για ό,τι έκανα. Ασφαλώς, από εκεί και πέρα, δεν ήθελα αυτοί οι ύμνοι να νοηθούν ως αυστηρά «ελληνικοί» ή «χριστιανικοί». Επιθυμούσα να δείξω το πόσο όμοιοι μπορούν π.χ. να είναι με τις γιαπωνέζικες προσευχές στις θηλυκές θεότητες της παραδοσιακής θρησκείας ή με τις αντίστοιχες αφρικανικές. Το μήνυμα του άλμπουμ είναι παγκόσμιο, όχι τοπικό ή σχετιζόμενο με συγκεκριμένη λατρευτική παράδοση.

Η Παναγία, λοιπόν, ως αφορμή για να φτάσουμε σε μια θεοποιημένη θηλυκή ενέργεια;

Ακριβώς. Νομίζω πως δεν θα βρείτε ούτε έναν πολιτισμό στον πλανήτη δίχως κάποια παράδοση σχετική με έναν υπερβατικό θηλυκό φύλακα. Μπορεί η Μαρία της νότιας Ιταλίας και της Λατινικής Αμερικής να είναι η πιο διάσημη, αλλά ακόμα και στο αυστηρό Ισλάμ υπάρχει η Φάτιμα. 

Ωστόσο η σύλληψη αυτή πάει πολύ πιο πίσω από τον ορίζοντα των τριών μεγάλων θρησκειών, πιο πίσω ακόμα και από την κλασική αρχαιότητα. Θα έλεγα μάλιστα ότι ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ διατάραξαν την ισορροπία μεταξύ των δύο φύλων που φαίνεται ότι χαρακτήριζε τα εκατομμύρια χρόνια της εποχής του Λίθου, δίνοντας κεντρική θέση στο αρσενικό στοιχείο. 

Αντίθετα, στον προϊστορικό κόσμο η γυναίκα έχαιρε τουλάχιστον ισότιμης εκτίμησης λόγω της ικανότητάς της να γεννά, να φέρνει δηλαδή στον κόσμο την καινούργια ζωή την οποία συν-δημιουργούσε με τον άντρα. Γι' αυτό, σε πιο μεταφορικό επίπεδο, οι έννοιες «φύση», «Γη» και «ζωή» έχουν επιβιώσει στις γλώσσες μας ως γένους θηλυκού. Ήθελα λοιπόν με τον δίσκο μου να αναδειχθεί η πιο θηλυκή όψη των πραγμάτων· μια πιο θηλυκή εκδοχή του κόσμου, αν θέλετε. 

Ποιος είναι ο Βασίλης Χατζηβασιλείου, ο οποίος επέλεξε για σας τους βυζαντινούς ύμνους που χρησιμοποιήσατε στο άλμπουμ;

Α, πρόκειται για έναν από τους στενότερους φίλους μου, είχαμε συνεργαστεί και για τον δίσκο Athos (1994). Είναι πια προχωρημένης ηλικίας, ζει στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε καθηγητής φιλολογίας σε Γυμνάσιο –νομίζω μάλιστα ότι έγινε τελικά και διευθυντής στο σχολείο όπου δίδασκε. Είναι άνθρωπος με μεγάλη αγάπη για τη μουσική και την ποίηση, είχε κάποτε και δική του ραδιοφωνική εκπομπή.

Αλήθεια, είναι η Panagia μια δισκογραφική συνέχεια του Athos;

Ως κάποιον βαθμό, ναι. Πρώτα-πρώτα και οι δύο δίσκοι βασίζονται σε βυζαντινούς ύμνους. Ακολουθώ επίσης την ίδια δομή που είχα χρησιμοποιήσει και στο Athos: μια οργανική σύνθεση ακολουθεί μια σύνθεση με φωνητικά. Την είχα βρει πολύ επιτυχημένη, δημιουργούσε ένα είδος τελετουργικού. Κι έτσι θέλησα να την έχω ξανά. 

Από εκεί και πέρα, οι δύο δίσκοι έχουν βέβαια και σημαντικές διαφορές –και ως προς τη σύλληψή τους, αλλά και ως προς την ηχογράφηση. Ενώ το Panagia αντικατοπτρίζει όσα συζητήσαμε πιο πριν, το Athos αναφερόταν σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Αποτελούσε λοιπόν κάτι σαν ταξιδιωτικό ημερολόγιο, αλλά κι έναν τρόπο να πω «ευχαριστώ» για τις μοναδικές εμπειρίες τις οποίες έζησα στο Άγιο Όρος. Το έχω επισκεφθεί 8 φορές, ξέρετε. 

Θαύμασα ιδιαίτερα αυτό τον συνδυασμό μοναστηριών και φυσικού τοπίου, ανέγγιχτου από ξενοδοχεία κι άλλα τέτοια τερατώδη πράγματα: ήταν λες και η χριστιανική θρησκεία συγκατοικούσε με τον Πάνα. Και επειδή ο Πάνας στις αρχαίες παραδόσεις συνδεόταν με τον αυλό, έχτισα το Athos πάνω σε πνευστά όργανα. Αντίθετα, το Panagia βασίζεται σε έγχορδα, μόνο σε ένα κομμάτι έχω χρησιμοποιήσει φλάουτο, το οποίο είναι τοποθετημένο στο φόντο της σύνθεσης. 

«Από όλους τους Έλληνες τους οποίους γνωρίζω», γράφετε, «ακόμα και οι πιο ριζοσπάστες το βρίσκουν αδιανόητο να μη δείχνουν σεβασμό στην Παναγία». Κι αν σας αντιτείνω σ' αυτό ότι στην Ελλάδα έχουμε μια πολύ δημοφιλή βρισιά η οποία ανακατεύει την Παναγία; 

(γελάει) Θα σας απαντήσω ότι μόνο αν αισθάνεσαι μια θεία μορφή ως πολύ κοντινή, μπορείς ίσως να τη βρίσεις! Έχω πολλούς Έλληνες φίλους, αρκετοί από τους οποίους έχουν αριστερές ιδέες και είναι από αδιάφοροι ως ανοιχτά εχθρικοί απέναντι σε θέματα θρησκείας. Κι όμως η Παναγία χαίρει σεβασμού ακόμα και σ' αυτούς. 

Πιστεύω ότι εδώ εντοπίζεται ένα χαρακτηριστικό της ευρύτερης μεσογειακής κουλτούρας, με προχριστιανικές καταβολές. Η Παναγία ταυτίζεται δηλαδή με τη μητέρα και στη Μεσόγειο η έννοια της μητέρας είναι πολύ ξεχωριστή, σχεδόν ιερή. Κάτι π.χ. που δεν παρατηρείται στη δική μου πατρίδα ή σε άλλους τόπους. 

Σκεφτήκατε το ενδεχόμενο να χρησιμοποιήσετε και ελληνικά όργανα στις ηχογραφήσεις του Panagia;

Βασικά όχι, καθώς δεν ξέρω να παίζω κανένα από τα παραδοσιακά σας όργανα. Αλλά κι αν γνώριζα δεν θα το έκανα. Για να διατηρήσει ο δίσκος τον παγκόσμιο χαρακτήρα του, δεν έπρεπε να υπερτονιστεί κανένα τοπικό στοιχείο. Η Ελλάδα εκπροσωπείται στο σύνολο από τα κείμενα. Για τον ίδιο λόγο δεν θέλησα να μπει ως εξώφυλλο κάποια ορθόδοξη αγιογραφία με τη μορφή της Παναγίας, παρότι πολλοί μου είπαν ότι θα ήταν καλή ιδέα. Φοβόμουν όμως ότι έτσι θα παρεξηγούταν το μήνυμά μου. 

Πάντως το βαυαρέζικο ζίθερ, το οποίο παίζετε, μοιάζει λίγο με το δικό μας το σαντούρι... 

Και βέβαια, έχετε δίκιο! Μόνο που εσείς παίζετε το σαντούρι με δυο ραβδιά, ενώ το ζίθερ παίζεται με τα δάχτυλα. Αλλά στο "I Praise You, Cloud Of Light" παίζω ένα τμήμα της σύνθεσης περίπου με τον ελληνικό τρόπο: χρησιμοποιώ δηλαδή ένα ραβδάκι στο σόλο που ακούγεται πριν τη φωνή.

Μου έκαναν επίσης εντύπωση τα αλογοκούδουνα των Ζανσκάρι στα κομμάτια "You Are The Treasure Of Life" και "You Are A Shining Spring". Ταξιδέψατε στη χώρα τους για να τα βρείτε;

Έχω κάνει αρκετά ταξίδια στην περιοχή των Ιμαλαΐων. Ένα από αυτά περιλάμβανε τρεις εβδομάδες πεζοπορίας σε μέρη με σημαντικό υψόμετρο, με μονοπάτια που μόνο με τα πόδια μπορούσες να διασχίσεις. Χρειαζόσουν λοιπόν ένα άλογο ή γαϊδούρι, όπου θα φορτώνονταν όλα τα απαραίτητα εφόδια. Ο άνθρωπος που μας συνόδεψε ήταν Ζανσκάρι κι έτσι είχα την ευκαιρία να ακούσω τα αλογοκούδουνα του λαού του, τα οποία παράγουν έναν αληθινά φανταστικό ήχο, που ακούγεται σε μεγάλες αποστάσεις στα βουνά. 

Έχετε δηλώσει ότι απ' όλες τις χώρες που έχετε επισκεφθεί, περισσότερο σας επηρέασαν ως μουσικό η Ιαπωνία και η Ινδία. Στεναχωρηθήκατε για τον θάνατο του Ravi Shankar;

Τον γνώρισα μόνο μία φορά στη ζωή μου, το 1971, στο Μόναχο. Είχε έρθει για συναυλία κι εγώ ήθελα τότε να ταξιδέψω στην Ινδία για να μάθω σιτάρ. Ήξερα φυσικά ότι είναι εκπληκτικός μουσικός, ανακάλυψα όμως μιλώντας του μετά το κονσέρτο ότι ήταν κι ένας υπέροχος άνθρωπος. Για μια τέτοια λοιπόν προσωπικότητα, που έζησε μια τόσο πλήρη και φανταστική ζωή και πρόσφερε τόσα πράγματα στον υπόλοιπο κόσμο ως μουσικός, νομίζω πως δεν ταιριάζει το αίσθημα της θλίψης. 

Λένε ότι η μουσική σας προσφέρει «πνευματικά ταξίδια», στην ίδια όμως βάση ταμπελοποιείται συχνά και ως new age. Εσείς δέχεστε μια τέτοια ταυτότητα;

Δεν μπορώ να ταυτιστώ με ό,τι ονομάζεται μουσική new age. Δεν τη βρίσκω καλή, παρότι αναμφίβολα υπάρχουν και εξαιρέσεις. 

Πρώτα-πρώτα είναι κατά βάση (ή μερικώς) ηλεκτρονική κι εμένα δεν μου αρέσει καθόλου η ηλεκτρονική μουσική. Επίσης, πρόκειται για ένα επιφανειακό είδος, το οποίο αποφεύγει επίτηδες να κινηθεί σε βάθος· αρκείται σε ευκολίες, θέλει απλά να ηχεί ευχάριστα, γίνεται πολύ συχνά γλυκερό. 

Για μένα η καλή μουσική μπορεί να συμφιλιώσει μέσα της όλες τις όψεις της ζωής: και την όμορφη, τη χαρούμενη, αλλά και την πιο σκοτεινή. Ένα είδος που εξ ορισμού αρνείται αυτό το όλον της ζωής δεν είναι –για μένα– ιδιαίτερα αξιοσημείωτο. 




01 Αυγούστου 2021

Καρχαρίες - 105 χρόνια καλοκαιρινού τρόμου: Ένα αινιγματικό περιστατικό από το 1916, που ακόμα στοιχειώνει τη φαντασία μας


Πρόσφατο αρχαιολογικό εύρημα από την Ιαπωνία του 3.000 π.Χ. απέδειξε την αρχαιότερη (γνωστή) επίθεση καρχαρία σε άνθρωπο [1], πιστοποιώντας έτσι κάτι που πάντα υποψιαζόμασταν: γνωριζόμαστε με αυτά τα ψάρια από πολύ παλιά· κατά πάσα πιθανότητα από τη στιγμή που αρχίσαμε να ξανοιγόμαστε συστηματικά στη θάλασσα. 

Οι περισσότεροι λαοί από όσους ανέπτυξαν παράκτιες δραστηριότητες διατήρησαν πολυποίκιλη σχέση μαζί τους, αφού και τους ψάρευαν για να τους φάνε και τους έχρισαν με θρησκευτική υπόσταση. Το μοτίβο αποτυπώνεται γεωγραφικά εξαπλωμένο, κορυφώνεται όμως στα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου ο καρχαρίας μπορεί να είναι συνάμα πηγή τροφής, θεότητα, τοτέμ, ακόμα και ενσάρκωση νεκρών. Αναγορεύεται λοιπόν σε στοιχείο της κοσμοθεωρίας των εκεί πληθυσμών και δεν είναι τυχαίο ότι μια παλιά διήγηση από τα Τόνγκα τους συνδέει με το νησί Pulotu (κάτι σαν τον Άδη), παρουσιάζοντάς τους ως δώρο από τον κόσμο των θεών. [2] Αλλά ο Δυτικός πολιτισμός έχει πολύ διαφορετική γνώμη. 

Η αρχαία Ελλάδα ήξερε τους καρχαρίες, αλλά οι γνώσεις αυτές δείχνουν να χάνονται κατά τον Μεσαίωνα, ίσως γιατί οι αλιευτικές δραστηριότητες περιορίστηκαν βαθμιαία στα ποτάμια και στα ρηχά νερά. [3] Ξανάγιναν γνώριμοι μετά το 1500, όταν άρχισαν τα μεγάλα εξερευνητικά ταξίδια, και ήταν τότε που υιοθετήθηκαν οι σημερινές λέξεις που τους περιγράφουν στα αγγλικά (shark), στα γαλλικά (requin) και στα ισπανικά (tiburón). Στο φαντασιακό όμως εκείνης της Δύσης κατασκευάστηκαν με εντελώς αντίθετο τρόπο συγκριτικά με τον Ειρηνικό, γενόμενοι ένα αποκρουστικό και επικίνδυνο τέρας της θάλασσας. Ως το 1713, μάλιστα, είχαν ταυτιστεί με το κακό στα αγγλικά, αφού ως sharks περιγράφονταν μεταφορικά οι προικοθήρες –μετά δε το 1806 και οι ...δικηγόροι!

Θεμελιώθηκε λοιπόν ένα στερεότυπο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου ισχυροποιήθηκε. Κι αυτό που πραγματικά το τσιμέντωσε στη Δυτική φαντασία, ήταν τα όσα εκτυλίχθηκαν πριν 105 καλοκαίρια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Γεγονότα που συνεχίζουν να στοιχειώνουν τη συλλογική μνήμη μέσω ταινιών, ντοκιμαντέρ και βιβλίων, αναγορεύοντας τους καρχαρίες σε τρομακτικό παραθαλάσσιο κίνδυνο, ικανό να διαλύσει κάθε αίσθηση θερινής ραστώνης. Για να καταλάβουμε όμως καλύτερα τον αντίκτυπο όσων συνέβησαν στις παραλίες του Νιού Τζέρσεϊ το 1916, πρέπει να αναλογιστούμε ότι στις αρχές του 20ου αιώνα τα πράγματα με τους καρχαρίες είχαν ηρεμήσει αισθητά, χάρη κυρίως στην πρόοδο της Δυτικής ναυσιπλοΐας. Το κλίμα της εποχής αναπτύσσεται διεξοδικά και σε ένα editorial των New York Times του 1915 ονόματι «Let Us Do Justice to Sharks» (2 Αυγούστου), όπου διασκεδάζεται η αντίληψη ότι πρόκειται για επικίνδυνα ζώα. 

Τα φύλλα βέβαια των μετέπειτα ημερών δείχνουν ότι υπήρξαν αρκετές αντιδράσεις, κάποιες μάλιστα εξοπλισμένες με μαρτυρίες από άλλα μέρη του πλανήτη, όπου τα πράγματα δεν έδειχναν καθόλου έτσι. Αλλά οι τότε ιθύνοντες της εφημερίδας επέμειναν στη γραμμή τους, ίσως γιατί είχαν κατά νου ότι η εύπορη μεσαία τάξη με τις πιο προοδευτικές ιδέες που αποτελούσε (όπως και σήμερα) τη βάση του αναγνωστικού της κοινού, είχε πλέον εφεύρει τις διακοπές στη θάλασσα ως μέσο απόδρασης από τις θερινές θερμοκρασίες των πόλεων. Κι αυτό, με τη σειρά του, είχε καταστεί θεμέλιο μιας νέας επιχειρηματικής δραστηριότητας (ξενοδοχεία, εξοπλισμός παραλίας κτλ.).  


Όλα αυτά, εν τέλει, λειτούργησαν πολλαπλασιαστικά για το σοκ που προκλήθηκε από τα πτερύγια τα οποία φάνηκαν τον Ιούλιο του 1916 στις ακτές του Νιού Τζέρσεϊ, εκεί ακριβώς όπου παραθέριζε η ελίτ της Νέας Υόρκης, της Φιλαδέλφειας και της Ουάσινγκτον. Οι 4 νεκροί που άφησαν πίσω τους έκαναν τα ευκατάστατα στρώματα της εποχής να χάσουν κάθε αίσθηση ανεμελιάς για το καλοκαίρι και τη θάλασσα, με τον «σεισμό» να κλυδωνίζει ακόμα και την προεκλογική καμπάνια του Προέδρου Γούντροου Ουίλσον.

Πρώτο θύμα ήταν ο 23άχρονος Charles Vansant, γόνος μίας από τις παλαιότερες οικογένειες της Φιλαδέλφειας. Πρωτομηνιά του Ιούλη, σε χαλαρή απογευματινή βουτιά στο Beach Haven, βρέθηκε να παφλάζει απεγνωσμένα στο νερό. Ο ναυαγοσώστης Alexander Ott (μέλος της Ολυμπιακής Ομάδας Κολύμβησης των Η.Π.Α.) τον τράβηξε έξω έγκαιρα, ενώ κινητοποιήθηκε άμεσα και ο γιατρός πατέρας του, με δύο ακόμα συναδέλφους. Αλλά δεν σώθηκε: έχοντας χάσει τμήμα του αριστερού ποδιού, πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία. Η είδηση έγινε θέμα στις εφημερίδες της Φιλαδέλφειας, ωστόσο οι New York Times την καταχώνιασαν στη σελίδα 18, υπό τον ουδέτερο τίτλο "Dies after Attack by Fish": μόνο από την περιγραφή μάθαινε κανείς ότι «ίσως» επρόκειτο για καρχαρία. 

Ήθελε η έγκριτη εφημερίδα να διασώσει το άνωθεν editorial της; Ή δεν επιθυμούσε να αναστατώσει τις ροές τουριστών προς το Νιού Τζέρσεϊ, ενόψει των επικείμενων εορτασμών για την Ημέρα Ανεξαρτησίας (4 Ιουλίου); Στις παραλίες, εντωμεταξύ, η τύχη του Vansant δεν είχε πάψει να συζητιέται· αντιμετωπιζόταν όμως ως κάτι το παράδοξο και οπωσδήποτε μοναδικό. Το καθησυχαστικό κλίμα διέλυσαν τα ουρλιαχτά του 27άχρονου Charles Bruder –ενός ελβετικής καταγωγής υπαλλήλου του ξενοδοχείου Essex & Sussex στο Spring Lake, ο οποίος είχε φήμη δεινού κολυμβητή. Όταν μεταφέρθηκε νεκρός στην ακτή, με τα πόδια καταφαγωμένα, οι πάντες σοκαρίστηκαν. Κι αυτή τη φορά τα νέα έγιναν πρωτοσέλιδο ακόμα και στην άλλη άκρη των Η.Π.Α., στο Σαν Φρανσίσκο.

Ανάστατοι, οι ξενοδόχοι μίσθωσαν μηχανοκίνητες βάρκες για περιπολίες, ενώ εγκατέστησαν και δίχτυα στα ανοιχτά των λουόμενων, που πλέον δίσταζαν να μπουν στη θάλασσα. Στο Matawan, ωστόσο, δεν υπήρχε ανησυχία: αν και επικοινωνούσαν μέσω του τοπικού ποταμού με τη θάλασσα, η ακτογραμμή βρισκόταν 25 χιλιόμετρα μακριά, ενώ δεν αποτελούσαν τουριστικό προορισμό, μα μια ήσυχη κωμόπολη, όπου τα καλοκαίρια τα αγόρια βουτούσαν στην εγκαταλειμμένη πια προκυμαία, η οποία είχε μετατραπεί σε αποβάθρα. 

Κάποιες μέρες μετά την επίθεση στο Essex & Sussex, όμως, κάτοικος που πήγαινε για το καθιερωμένο του πρωινό ψάρεμα είδε έκπληκτος τη γκρίζα φιγούρα ενός καρχαρία να ανεβαίνει το ρέμα. Κι ενώ πρόλαβε να βρει στο τηλέφωνο τον αστυνόμο της περιοχής, εκείνος γέλασε και πίστεψε ότι ο συνταξιούχος καπετάνιος είχε επηρεαστεί από τα όσα διάβαζε στις εφημερίδες. Μαθαίνοντας τα νέα, άρχισαν και οι κάτοικοι του Matawan να γελάνε, μέχρι που εμφανίστηκαν τρέχοντας τα ίδια τους τα παιδιά, ολόγυμνα λόγω εμφανούς πανικού [4], φωνάζοντας ότι κάτι σκούρο με πτερύγιο είχε αρπάξει τον 12άχρονο Lester Stillwell.

Ο 24άχρονος ράφτης Stanley Fisher, δεν πίστευε σε καρχαρίες. Αλλά ήξερε τα παιδιά αυτά, καθώς έπαιζαν μαζί μπέιζμπολ· επιπλέον ανησύχησε, επειδή γνώριζε ότι ο μικρός Lester ήταν επιληπτικός. Έσπευσε έτσι στο ποτάμι και εντόπισε βουτώντας το σώμα του αγοριού. Ενώ όμως ετοιμαζόταν να το ανασύρει, κάτι τον άρπαξε μπροστά στα μάτια δεκάδων κατοίκων. Ο νεαρός ράφτης έδωσε μεγάλη μάχη μέχρι να τον προφτάσει μια βάρκα με δύο αστυνομικούς, οι οποίοι χτύπησαν το ψάρι με τα κουπιά, αναγκάζοντάς το να τον απελευθερώσει. Ο Fisher κατάφερε να ανέβει στο πλεούμενο παρότι ο δεξιός του μηρός είχε σχεδόν φαγωθεί, πέθανε όμως κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο. 


Ήταν ο τέταρτος αλλά όχι ο τελευταίος νεκρός εκείνου του (κυριολεκτικά) τρομερού καλοκαιριού. Παραλίγο βέβαια να υπάρξει κι ένα ακόμα θύμα στην αντίπερα όχθη, εκεί όπου έβγαζε η γειτονική κωμόπολη Cliffwood: λίγο μετά τα συμβάντα στο Matawan, ο καρχαρίας άρπαξε τον 12άχρονο Joe Dunn καθώς έβγαινε από τα νερά. Ωστόσο ο αδερφός του και οι φίλοι του μπόρεσαν και τον τράβηξαν έξω –δαγκωμένο μεν στο αριστερό πόδι, μα εκτός κινδύνου. Κάποιες μέρες αργότερα, ο 35άχρονος Samuel Harding κάλεσε για βοήθεια ενώ κολυμπούσε στα Atlantic Highlands, στα νερά του πλωτού ποταμού Shrewsbury. Κανείς όμως δεν έπεσε στο νερό, καθώς πίστεψαν ότι τον είχε ήδη αρπάξει καρχαρίας· πέθανε τραγικά και άδικα, από πνιγμό λόγω κράμπας. Γενόμενος έτσι το πέμπτο και έσχατο θύμα της όλης ιστορίας, παρότι ελάχιστα χρονικά κάνουν τον κόπο να τον μνημονεύσουν. [5]

Τα αινίγματα παραμένουν αρκετά, 105 καλοκαίρια μετά. Τα στατιστικά του International Shark Attack File –η πιο έγκυρη διεθνής πηγή για το θέμα– δείχνουν ότι σε μέσο όρο ανά έτος μετράμε 6 θανάτους από καρχαρίες, σε καιρούς που η κάθοδος στις παραλίες είναι πλέον μαζικώς γενικευμένη (οπότε κολυμπούν πολύ περισσότερα άτομα, συγκριτικά με το 1916). Ωστόσο στο Νιού Τζέρσεϊ κόντεψαν τότε να φαγωθούν 5 άνθρωποι, μέσα σε διάστημα 12 ημερών. Η σημερινή επιστήμη, επίσης, πιστεύει ότι για τους καρχαρίες δεν είμαστε ιδιαίτερα επιθυμητό γεύμα και ότι πολλές από τις επιθέσεις γίνονται κατά λάθος, επειδή μας νομίζουν για φώκιες. Οι απορημένοι ειδήμονες του 1916, από την άλλη, κατέληξαν στο συμπέρασμα της ασυνήθιστης δράσης ενός εξαιρετικά άγριου καρχαρία, ο οποίος στόχευσε το είδος μας για ακατανόητους λόγους. Ενώ όμως φαίνεται πράγματι κάπως έτσι, οι σύγχρονοι ειδικοί απορρίπτουν κατηγορηματικά την εξήγηση αυτή.


Παραμένει επίσης ένα ακανθώδες ζήτημα ταυτότητας. Ήταν άραγε ένας καρχαρίας ή περισσότεροι; Τα θαλάσσια χτυπήματα δείχνουν προς τον μεγάλο λευκό, αλλά η άνετη άνοδος σε ποτάμι ταιριάζει καλύτερα στον ακόμα πιο επικίνδυνο ταυροκαρχαρία, ο οποίος έχει αυτή την ικανότητα και φημίζεται επιπλέον για την επιθετικότητά του. [6] Αίνιγμα είναι πάντως και το τι να απέγινε το θηρίο, παρότι αρκετοί κόμπασαν τότε ότι το σκότωσαν –μεταξύ τους και ο συνταξιούχος καπετάνιος από το Matawan που συναντήσαμε πιο πάνω, ο οποίος γνωρίζουμε πλέον ότι έπιασε έναν αθώο σταχτοκαρχαρία. 

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ο ισχυρισμός του κυνηγού και ταριχευτή Michael Schleisser, ο οποίος έπιασε έναν θηλυκό μεγάλο λευκό μόλις 2 ετών και πήρε ορισμένες γνωματεύσεις γιατρών για πιθανώς ανθρώπινα υπολείμματα στο στομάχι του. [7] Μπήκε λοιπόν στον κόπο και τα πακέταρε, στέλνοντάς τα στις δύο μεγαλύτερες αυθεντίες της Αμερικής για τους καιρούς εκείνους. Ο δρ. Frederic Lucas, ωστόσο, δεν τα βρήκε και τόσο ανθρώπινα, ενώ κι εκείνα που ίσως ήταν τέτοιας προέλευσης τα έκρινε ως παλαιότερα των επιθέσεων στο Νιού Τζέρσεϊ. Δυστυχώς τα πολύτιμα αυτά δείγματα έχουν χαθεί από άγνοια ή αμέλεια, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να τα εξετάσουμε με τα επιστημονικά μέσα των δικών μας ημερών.

Φυσικά, η ζωή, όπως πάντα, συνεχίστηκε. Με την Αμερική να μπαίνει άλλωστε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1917), οι νεκροί του Νιού Τζέρσεϊ πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Το περιστατικό ρίζωσε ωστόσο στη συλλογική μνήμη και θα επανερχόταν ξανά και ξανά, με διάφορες αφορμές. Έμελλε τελικά να θρέψει και το σενάριο της περίφημης ταινίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ Στα Σαγόνια του Καρχαρία (1975), παρότι δεν υπήρχε καμία σχετική αναφορά στο μυθιστόρημα του Peter Benchley Jaws (1974), στο οποίο βασίστηκε. [8] Μέσω λοιπόν της σαρωτικής επιτυχίας του φιλμ ξανάζησαν τα συμβάντα του 1916 –γενόμενα με τη σειρά τους αντικείμενο αυτόνομων κινηματογραφικών προσπαθειών– ενώ αναζωπυρώθηκε η παλιά Δυτική απέχθεια για τους καρχαρίες, λαμβάνοντας τις νυν παγκόσμιες διαστάσεις της. 


Βέβαια, η απέχθεια αυτή φαντάζει αδικαιολόγητη τώρα που έχουμε αρχίσει να καταλαβαίνουμε καλύτερα τους καρχαρίες, βλέποντας ευκρινέστερα και την αδικαιολόγητη σφαγή που εμείς διαπράττουμε σε βάρος τους. Έναν αιώνα και μια πενταετία μετά, όμως, το Νιού Τζέρσεϊ του 1916 εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μια πτυχή τρόμου για το πώς κατασκευάζουμε νοητικά τα καλοκαίρια μας [9], παραμένοντας συνάμα κι ένα μυστήριο δίχως εύκολες εξηγήσεις. Οι δε τουρίστες του σήμερα που περνάνε από το Matawan, ακόμα αναζητούν τον τάφο του μικρού Lester Stillwell, αφήνοντας εκεί λουλούδια και παιχνίδια.

Λεζάντες φωτογραφιών

κεντρική
Τα εύπορα στρώματα της Νέας Υόρκης, της Φιλαδέλφειας και της Ουάσινγκτον είχαν ήδη από το 1904 αρχίσει να κάνουν καλοκαιρινές διακοπές στο Νιού Τζέρσεϊ

φωτό 2
Χάρτης του Νιού Τζέρσεϊ με τις αποστάσεις από Νέα Υόρκη και Φιλαδέλφεια και με τα τρία σημεία των επιθέσεων του 1916

φωτό 3
Δημοσίευμα της Asbury Park Evening Press με λεπτομέρειες για τον άδικο και τραγικό θάνατο του Samuel Harding

φωτό 4
Οι ανάστατοι κάτοικοι του Matawan πήραν τα όπλα κι άρχισαν να περιπολούν τις ακτές του ποταμού τους (φωτογραφία του 1916 από την τοπική εφημερίδα Asbury Park Evening Press)

φωτό 5
Ο τάφος του μικρού Lester Stillwell εξακολουθεί και στις δικές μας ημέρες να δέχεται επισκέπτες, που αφήνουν διάφορα αντικείμενα στη μνήμη του (φωτογραφία του Bryan Anselm για τους New York Times)

Σημειώσεις

[1] J. Alyssa White, George H. Burgess, Masato Nakatsukasa, Mark J. Hudson, John Pouncett, Soichiro Kusaka, Minoru Yoneda, Yasuhiro Yamada & Rick J. Schulting, «3000-year-old shark attack victim from Tsukumo shell-mound, Okayama, Japan», Journal of Archaeological Science: Reports, vol. 38 (Αύγουστος 2021), 103065.

[2] Marie Claire Bataille-Benguigui, Le Côté de la Mer: Quotidien et Imaginaire aux Îles Tonga - Polynésie Occidentale (Bordeaux: Centre de Recherche des Espaces Tropicaux, 1994), σελ. 180.

[3] Robert Lacey & Danny Danziger, The Year 1000: What Life Was Like at the Turn of the First Millennium - An Englishman's World (Βοστόνη: Little, Brown & Company, 1999), σελ. 59.

[4] Richard G. Fernicola, Twelve Days of Terror: Inside the Shocking 1916 New Jersey Shark Attacks [2004], 2η εκδ. (Guilford, CT: Lyons Press, 2016), σελ. 60.

[5] Ανωνύμου, «Shark-Scared, Crowd Lets Bather Drown», Ashbury Park Evening Press (25 Ιουλίου 1916), σελ. 1.

[6] Richard Ellis, The Book of Sharks [1976], 2η εκδ. (Σαν Ντιέγκο: Harcourt Brace Jovanovich, 1983), σελ. 186.

[7] Michael Capuzzo, Close to Shore: A True Story of Terror in an Age of Innocence (Νέα Υόρκη: Broadway Books, 2001), σελς. 296-297.

[8] Αντιθέτως, πηγή έμπνευσης του Benchley ήταν ο ψαράς Frank Mundus και ο μεγάλος λευκός καρχαρίας που έπιασε το 1964 στο Long Island, καθώς και ντοκιμαντέρ σαν το Blue Water White Death του Peter Gimbel (1971).

[9] Samantha Schmidt, «100 Years Later, Memories of Fatal Shark Attacks Linger», The New York Times (11 Ιουλίου 2016), Section A, σελ. 20.