01 Μαρτίου 2023

Ελίζα Μαρέλλι: «Θέλω Ποτέ Να Μη Χωρίσουμε» - ανταπόκριση (2011)


Τις μέρες αυτές συναντήθηκα ξανά, μετά από χρόνια, με τον Χάρη Παπαϊωάννου –Ολυμπιονίκη του Τζούντο στην Ατλάντα (1996) και γιο της αείμνηστης δόξας του ελαφρού τραγουδιού, Ελίζας Μαρέλλι.

Εκεί που τα λέγαμε, λοιπόν, θυμηθήκαμε και τη βραδιά για το «Ζωγράφειο» της Κωνσταντινούπολης (δείτε εδώ), αλλά και το πώς έγινε και γνωρίστηκα με τη μητέρα του, διατελώντας για ένα διάστημα γραμματέας στον Σύλλογο Φίλων του Ελαφρού Τραγουδιού.

Αιτία, λοιπόν, στάθηκε μια συναυλία της Ελίζας Μαρέλλι. Δεν την έβλεπες συχνά την τραγουδίστρια, στα χρόνια τουλάχιστον που είχα επιστρέψει από τη Βρετανία και δούλευα στα μουσικά. Έτσι, όταν ανακοίνωσε μια βραδιά στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», τον Φεβρουάριο του 2011, πήγα να τη δω –εκεί, μάλιστα, θα βρισκόταν και ο Μίμης Πλέσσας, ο οποίος το μακρινό 1952 της είχε γράψει το τραγούδι που έδινε τον τίτλο της εκδήλωσης ("Θέλω Ποτέ Να Μη Χωρίσουμε") και θα τη συντρόφευε στο πιάνο. Η Μαρέλλι διάβασε έπειτα την ανταπόκρισή μου, μου τηλεφώνησε και είπαμε να βρεθούμε για να κάνουμε και μια εκπομπή στο ραδιόφωνο, στη Συχνοτική Συμπεριφορά που είχαμε τότε στους 105,5 Στο Κόκκινο με τον Στυλιανό Τζιρίτα.

Η ανταπόκριση αυτή δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, ένεκα της αφορμής, με ορισμένες συντακτικές και αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από τη βραδιά, τις τράβηξε η Στέλλα Κουρμουλάκη


Στην Ελλάδα δεν έχουμε συνηθίσει οι εκδηλώσεις να αρχίζουν στην ώρα τους. Αλλά την Τρίτη στον Παρνασσό η εκκίνηση δόθηκε ακριβώς 10 λεπτά μετά την ανακοινωμένη ώρα έναρξης (19.30) κι αφού ήδη η αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου ήταν σχεδόν εντελώς γεμάτη, με λίγες μόνο θέσεις να έχουν απομείνει κενές, στις πίσω σειρές. 

Δεν έχουμε, επίσης, αίσθηση της οικονομίας χρόνου, όταν στο (όποιο) πρόγραμμα περιλαμβάνονται ομιλίες. Αλλά στον Παρνασσό οι ομιλίες υπήρξαν λιτές, περιεκτικές, σύντομες και μακριά από άσκοπους πλατειασμούς. Υπεύθυνος για όλα αυτά τα άξια επαίνου, ο Σύλλογος «Φίλοι του Ελαφρού Τραγουδιού». Τα υπόλοιπα ωραία της βραδιάς –τη συγκίνηση, τις αναμνήσεις, το τραγούδι– τα ανέλαβαν (πρωτίστως) ο Μίμης Πλέσσας με την Ελίζα Μαρέλλι και (δευτερευόντως) ο Μιχάλης Δεσύλλας, η Ελεάνα Ζεγκίνογλου και ο Γιάννης Χριστόπουλος. 

Ο παρουσιαστής της βραδιάς, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Κώστας Μπλιάτκας, κήρυξε την έναρξη με έναν συνδυασμό σοβαρότητας και άνεσης στις 19.40, καλώντας στη σκηνή τον πρόεδρο του Συλλόγου «Φίλοι του Ελαφρού Τραγουδιού», τον δημοσιογράφο και λογοτέχνη Παύλο Ναθαναήλ. Εκείνος υπήρξε λακωνικός και καίριος, σημειώνοντας την ανάγκη να προστατευτεί το ελαφρό τραγούδι και να αναδειχθεί όπως του πρέπει, χωρίς, όμως, να δώσει στον λόγο του χαρακτήρα πολεμικής (όπως έχουμε δει σε ανάλογα αιτήματα για το δημοτικό τραγούδι). Ίσα-ίσα, ζωηρή αίσθηση προκάλεσε η επισήμανσή του για τα ωραία ελληνικά ροκ τραγούδια τα οποία έχουν γραφτεί, που έδειξε ότι τόσο ο ίδιος, άρα και ο Σύλλογος, δεν διεξάγουν κάποια νοσταλγική, παρελθοντολάγνα καμπάνια κατά της μοντερνικότητας, αλλά, δικαίως, ζητούν απλά μια θέση στα πράγματα και για το ελαφρό τραγούδι. 

Τον κύκλο ομιλιών συμπλήρωσαν ο διευθυντής του αθηναϊκού παραρτήματος των βιβλιοπωλείων «Ιανός», Βασίλης Χατζηιακώβου, απαγγέλλοντας ποίηση Πάμπλο Νερούντα σε μετάφραση της Δανάης και η σύζυγος του Μίμη Πλέσσα και παραγωγός του «Αθήνα 9.84» Λουκίλα Καρρέρ, μιλώντας γενικά για το ελαφρό τραγούδι και το πώς παραμένει επίκαιρο. Μια τρίτη ομιλία, αν και υπήρχε στο πρόγραμμα, δεν έγινε ποτέ, καθώς, άγνωστο γιατί, ο πρόεδρος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» –ο ομότιμος Καθηγητής Ιωάννης Μαρκαντώνης– δεν βρισκόταν στην αίθουσα. Ακολούθησαν οι βραβεύσεις του Ζακ Ιακωβίδη και του Ανδρέα Χατζηαποστόλου για την προσφορά τους στη μουσική, που υπήρξαν σύντομες και ουσιαστικές, όπως και η αντίστοιχη του Μίμη Πλέσσα. Ο οποίος μας χάρισε και δυο λόγια, πριν μας προτρέψει να ακούσουμε και λίγη μουσική.

Ο Πλέσσας έλαβε λοιπόν θέση στο πιάνο και η Ελίζα Μαρέλλι μας χάρισε το τραγούδι που έδωσε και τον τίτλο στη βραδιά, το "Θέλω Ποτέ Να Μη Χωρίσουμε". Με το οποίο ανέσυρε μνήμες από τη δεκαετία του 1950, δείχνοντας παράλληλα ότι διαθέτει ακόμα τα ερμηνευτικά χαρίσματα που την καθιέρωσαν ως ένα από τα σημαντικά ονόματα στο ελαφρό στυλ –έχει διατηρήσει στο ακέραιο, λ.χ., το αναγνωρίσιμο χρώμα της. Έμεινε δε στη σκηνή για τρία ακόμα κομμάτια, με την κορύφωση της συναυλίας να σημειώνεται στο "Πόσο Λυπάμαι". Σχεδόν σύσσωμο το ακροατήριο σιγοτραγούδησε μαζί της, αρκετά μάτια δάκρυσαν, η ίδια δε διάλεξε μια προσέγγιση προσωπική, πολύ κοντά σε εκείνη που γνωρίζουμε από τη δισκογραφία με τη φωνή της. Αποχωρώντας, χειροκροτήθηκε θερμά. Όχι όμως ως μια φιγούρα του παρελθόντος, μα ως παρουσία που μπορεί και πρέπει να έχει (και) παρόν. 


Για το υπόλοιπο της βραδιάς, έλαβε θέση στο πιάνο ο Σπύρος Παπαδάτος και πίσω από το μικρόφωνο βρέθηκε πρώτος ο ηθοποιός και τραγουδιστής Μιχάλης Δεσύλλας. Μας είπε ένα δικό του τραγούδι, τον "Θεατρίνο", μας θύμισε ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του Ζακ Ιακωβίδη ("Να Το Πάρεις Το Κορίτσι"), ενώ μας είπε και Ανδρέα Χατζηαποστόλου –το "Εγώ Θα Κόψω Το Κρασί". Το κοινό τον αποθέωσε, τον χειροκρότησε θερμά και τραγούδησε μαζί του, καθώς στάθηκε παραπάνω από φανερό ότι ο Δεσύλλας πέτυχε να απευθυνθεί στο συναίσθημα και στις αναμνήσεις των περισσοτέρων στην αίθουσα. Προσωπικά, ωστόσο, έμεινα κάπως αποστασιοποιημένος, καθώς βρήκα την προσέγγισή του ολίγον πιο γλυκερή από όσο νομίζω χρειαζόταν. 


Σκυτάλη κατόπιν στην Ελεάνα Ζεγκίνογλου, η οποία ανέβηκε με αέρα επί σκηνής και μας είπε δύο τραγούδια του Αττίκ κι ένα δικό της, από τον πρόσφατο (και καλό) δίσκο της, Ένα Ταξίδι Που Δεν Έκανες Ποτέ. Για το τελευταίο έκατσε μάλιστα και η ίδια στο πιάνο, αποδεικνύοντας κάτι που πιστεύω για αυτήν, ότι είναι –για την ώρα– καλύτερη πιανίστρια από ότι τραγουδίστρια. Όχι ότι δεν είναι καλή, ας μην παρεξηγηθώ. Έχει όμορφη φωνή, τραγουδάει σωστά και έδειξε ότι διαθέτει άνεση στο να εναλλάσσει ερμηνευτικά πρόσωπα στο "Δεν Σου Πάει Το Πάχος Δημητράκη", αν και κάποια σημεία της στο "Ζητάτε Να Σας Πω" θύμισαν τον τρόπο με τον οποίον το έχει προσεγγίσει η Τάνια Τσανακλίδου, σε πρόσφατη ηχογράφησή της. Θέλει ενδεχομένως λίγη δουλειά ακόμα στο να μπορέσει να εκπέμψει και στίγμα με τη φωνή της, είναι πάντως από τα νέα ταλέντα από τα οποία δικαιούμαστε να αναμένουμε πράγματα.


Ο Γιάννης Χριστόπουλος, από την άλλη, ο οποίος κι έκλεισε την εκδήλωση (η οποία γινόταν προς τιμήν της Δανάης, ας σημειωθεί), είναι τενόρος αναγνωρισμένος, οπότε ο δικός του επί σκηνής αέρας είχε μαζί και την άνεση της καταξίωσης. Παντρεύοντας τεχνική και συναίσθημα απέδωσε ωραία, σε λόγιο ύφος, τραγούδια του Τιμόθεου Ξανθόπουλου, του Κώστα Γιαννίδη και του Νίκου Γούναρη –αν και το "Γλυκά Μου Μάτια Αγαπημένα" του τελευταίου έχρηζε, ίσως, μιας λιγότερο «σφιγμένης» ανάγνωσης. 

Εν κατακλείδι, ο Σύλλογος «Φίλοι του Ελαφρού Τραγουδιού» μας χάρισε μια όμορφη και υποδειγματικά οργανωμένη βραδιά, τιμώντας τη μνήμη της Δανάης, αλλά και το ελαφρό τραγούδι γενικότερα. Αξίζει προσοχής και αρωγής το έργο του κι ελπίζω να επανέλθει σύντομα με κάποια νέα εκδήλωση.



24 Φεβρουαρίου 2023

Rabih Abou-Khalil: The Flood And The Fate Of The Fish [δισκοκριτική, 2019]


Μια κριτική μου από το 2019 στο άλμπουμ «The Flood And The Fate Of The Fish» του Λιβανέζου ουτίστα και δημιουργού Rabih Abou-Khalil. 

Όπως κι άλλα μου κείμενα της ίδιας περιόδου, η κριτική αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο Avopolis, του οποίου ήμουν τότε αρχισυντάκτης. Αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* Η κεντρική φωτογραφία προέρχεται από υλικό που έχει δοθεί ως promo στον Τύπο


Η ιστορία, γνωστή τοις πάσι. Ο Θεός αποφασίζει να πλημμυρίσει τον κόσμο για να τον απαλλάξει από τη διαφθορά του Ανθρώπου, αλλά γλιτώνει τον δίκαιο Νώε και την οικογένειά του, προστάζοντάς τους να πάρουν στη σωτήρια Κιβωτό κι ένα ζευγάρι από όλα τα ζώα της υφηλίου που χρειάζονταν αέρα για να επιβιώσουν.

Τι απέγιναν όμως τα Ψάρια, στον Βιβλικό Κατακλυσμό; 

Η ερώτηση, δείχνει γελοία. Ποιος ο λόγος να σώσεις όντα τα οποία ζουν στο νερό, από το περισσότερο νερό; 

Όμως η σύγχρονη έρευνα, δεν είναι και τόσο σίγουρη. Τα ψάρια επηρεάζονται από το πόσο αλμυρό είναι ή δεν είναι το νερό. Και στα γλυκά τουλάχιστον ύδατα, αντιδρούν στις πλημμύρες με συγκεντρώσεις σε σχετικά ασφαλείς ορμίσκους κοντά στις ακτές. Το ερώτημα είναι λοιπόν ενοχλητικό, αν συγκαταλέγεσαι ανάμεσα σε όσους πιστεύουν κατά γράμμα την Αγία Γραφή. Τόσο ενοχλητικό, ώστε αφοσιωμένα χριστιανικά sites αναγκάζονται σήμερα να γράφουν για «τακτικές επιβίωσης των ψαριών κατά τη διάρκεια του Κατακλυσμού», αποδεχόμενα παρά ταύτα ότι είδη θαλάσσιας ζωής σαν τους τριλοβίτες και τους ιχθυόσαυρους, δεν την έβγαλαν καθαρή. 

Στον Rabih Abou-Khalil αρέσει να κάνει αυτή την ερώτηση, ξέροντας (προφανώς) ότι θα εξοργίσει τους σκληρά θρησκευόμενους συζητητές του. Αλλά στον νέο του δίσκο ξανοίγει την απορία του σε φιλοσοφικές διαστάσεις, ώστε να αναπαραστήσει συμβολικά όσα η Ανθρωπότητα σκουπίζει κάτω από το χαλί, ενόσω εκλογικεύει τους σκοπούς με τους οποίους πορεύεται στο διάβα της ιστορίας. Ο ίδιος, εντωμεταξύ, δουλεύει στον αντίποδα των «δεδομένων»: στο απόγειο της επίκαιρης σύγκρουσης Δύσης και Ανατολής, το The Flood And The Fate Of The Fish καλεί να οραματιστούμε έναν ενιαίο μεσογειακό κόσμο, προκρίνοντας όσα ενώνουν τους ανθρώπους που ζουν στις ακτές του. 

Τη γέφυρα αυτή, βέβαια, ο Rabih Abou-Khalil την έχει υπηρετήσει με συνέπεια σε όλη τη μέχρι τώρα καριέρα του, η οποία κοντεύει πια τα 40 χρόνια δισκογραφίας: η oriental jazz του έχει δείξει συχνά τα διαπιστευτήριά της· επίσης, είναι εκείνος που, μαζί με τον Τυνήσιο δεξιοτέχνη Anouar Brahem, έχει κατά κύριο λόγο εξοικειώσει το μορφωμένο κοινό της Δύσης με το ούτι και τα αραβικά του χρώματα. Κάθε νέος δίσκος, έτσι, καλείται να απαντήσει στο ερώτημα τι παραπάνω υπάρχει για να προσφερθεί. Και το εντυπωσιακό είναι ότι πάντα δίνεται μια κάποια απάντηση. 

Στις γενικές του γραμμές, πάντως, το The Flood And The Fate Of The Fish δεν διαφοροποιείται δραματικά από όσα ήδη έχει καταθέσει ο Λιβανέζος ουτίστας. Αφήνοντας εκτός τις διερωτήσεις για τα ψάρια, δηλαδή, ο βασικός σκελετός παρέχεται και πάλι από ένα προσεγμένο ανακάτεμα της ευρωπαϊκής τζαζ με τις αραβικές παραδόσεις της Μέσης Ανατολής και της βόρειας Αφρικής. Τείνει σχεδόν να γίνει φόρμα, όμως ο Abou-Khalil βρίσκει ακόμα πρόκληση σε αυτήν τη σύγκλιση. Ίσως γιατί ποτέ δεν ξέχασε ότι έσωσε τη ζωή του διαφεύγοντας προς μια δεκτική Ευρώπη, μακριά από τον εμφύλιο πόλεμο του 1975-1990 που διέλυσε εκείνη την κοσμοπολίτικη Βηρυττό όπου γαλουχήθηκε, την οποία αποκάλεσαν κάποτε «Παρίσι της Μεσογείου». Ο δίσκος φρεσκάρει έτσι τον σχετικό διάλογο, αντί να τον επαναλαμβάνει σε παραλλαγές. 

Μπορεί λοιπόν τραγανές οργανικές συνθέσεις σαν το "Sometimes You're Loveable" ή το "Crisp Crumb Coating" να απηχούν πράγματα που έχουμε ξανακούσει, όμως τα τραγούδια χτίζουν μια νέα γωνία σε αυτόν τον ήδη υπάρχοντα κόσμο, επαναφέροντας λ.χ. στο προσκήνιο, από τα βάθη της ιστορίας, μια Ιβηρική χερσόνησο υπό μουσουλμανική διοίκηση: το "Falso Amor" ανήκει στον ποιητή Al-Kumait Al-Garbi, ο οποίος, αν και Άραβας, είχε πίσω στο 1100 πατρίδα του το Μπανταχόθ, στα σύνορα σήμερα Ισπανίας και Πορτογαλίας. Ο ίδιος δε ο Abou-Khalil σκύβει στον (υψηλό) πολιτισμό του μεσαιωνικού Ισλάμ για να ανασύρει από τα κείμενα του λόγιου Abu Nasr Muhammad al-Farabi ένα ούτι με μπάσο ήχο σε μια οκτάβα χαμηλότερη από ό,τι παίζουν τα όργανα που γνωρίζουμε σήμερα· κι αφού παράγγειλε να του το κατασκευάσουν, το βάζει εδώ να υπηρετήσει διαδρομές με (πιο) τζαζ λογική. 

Απολαυστικός στέκει και ο Gavino Murgia, ο οποίος στο "Is There Wine?" φέρνει σε πρώτο πλάνο μια παλιά φωνητική παράδοση από τη Σαρδηνία βασισμένη σε περίτεχνους λαρυγγισμούς, την οποία και δένει θαυμάσια με τον αράβικο κοσμοπολιτισμό του Abou-Khalil, χαρίζοντας στον δίσκο μία επιπλέον διάσταση, ακόμα πιο «προχωρημένη».

Μεγάλο ατού για το άλμπουμ αποδεικνύεται ωστόσο ο Πορτογάλος τραγουδιστής Ricardo Ribeiro, ο οποίος προσθέτει ένα λοξό fado στο όλο μείγμα. Στο "Kyrie", ας πούμε, συμπυκνώνει όλους τους στόχους του Abou-Khalil. Με όχημα τους στίχους του ποιητή Ary Dos Santos, οι οποίοι επικρίνουν τη θρησκεία, προσφέρει μια καίρια ερμηνεία, που δεν είναι ούτε Δυτική, ούτε Ανατολική. Εκπροσωπεί έτσι το συμβολικό Ψάρι του δίσκου, δίνοντας έμμεσα και τη μόνη απάντηση στην οποία φτάνει ο τελευταίος: για να λειτουργήσει η μεσογειακή ενότητα που οραματίζεται ο Abou-Khalil, πρέπει να μας αδειάσει τη γωνιά ο θρησκευτικός φανατισμός και τα τέρατα τα οποία σέρνει μαζί του. 



22 Φεβρουαρίου 2023

Vodka Juniors - ανταπόκριση (2014)


Κάπου τους έζησα, κάπου τους έχασα τους Αθηναίους Vodka Juniors στα 23 χρόνια που συμπληρώνουν φέτος, αισίως, ως συγκρότημα. Το σκέφτηκα και τον Δεκέμβρη που έπαιξαν στο «Gagarin», νομίζω για πρώτη φορά μετά την πανδημία, αλλά και τώρα, καθώς είδα στο Facebook ότι εξαντλούνται σιγά-σιγά τα εισιτήρια για μια επικείμενη συναυλία τους στο «An Club», παρέα με τους Overjoyed και τους Πεθαίνουν Στο Τέλος.

Αποτιμώντας πρόχειρα την κατάσταση, θα έλεγα ότι ήρθα κοντά τους στα indie '00, όταν κέρδισαν κόσμο από την εναλλακτική φάση χάρη στο άλμπουμ Darkpoetry (2007), μα τους έχασα όταν έβγαλαν το Clubriot (2015), σε μια εποχή που κάποια πράγματα ίσως είχαν αρχίσει να (με) κουράζουν. 

Στο ενδιάμεσο, πάντως, απόλαυσα τους Vodka Juniors σε μια πραγματικά εκρηκτική συναυλία, τον Δεκέμβριο του 2014, σε ένα «Gagarin» sold out με πωρωμένη νεολαία. Τόσο ενθουσιάστηκα, θυμάμαι, ώστε έφυγα και με μπλουζάκι, το οποίο φορέθηκε για χρόνια έπειτα, μέχρι που κουρελιάστηκε.

Μια ανταπόκριση από εκείνη τη βραδιά δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* οι χρησιμοποιούμενες (κάτωθι) φωτογραφίες προέρχονται από τη βραδιά και ανήκουν στην Τζωρτζίνα Πατεράκη


Αν είσαι νέος, ζεις στην Αθήνα κι αγαπάς τις ηλεκτρικές κιθάρες, τότε δύσκολα δεν πέρασες μια βόλτα από το «Gagarin» αυτόν τον Δεκέμβρη, είτε για τους 1000mods, είτε για το διήμερο των Vodka Juniors. Και αποδείχθηκε σοφή κίνηση αυτή η δεύτερη μέρα που μπήκε μετά το sold out του Σαββάτου, αφού και η Κυριακή κάτι-σαν-sold out έδειχνε. Δύο εγχώριες αγγλόφωνες ηλεκτρικές μπάντες, δηλαδή, σε τρία συνεχόμενα sold out. Και μάλιστα όχι σε μικρό χώρο. Να κάτι που αξίζει να σημειωθεί στα μουσικά/συναυλιακά μας χρονικά. Έτσι για να μην καταγράφονται μόνο γκρίνιες, ίσως και για να πέσει λίγη σκέψη, τύπου γιατί ορισμένα πράγματα περπατάνε κι άλλα ασθμαίνουν. 

Πριν τους Vodka Juniors, όμως, απολαύσαμε (και είναι κυριολεκτικό το ρήμα) τους Despite Everything. Τόσο, ώστε σε κάποιο σημείο ξεχάσαμε πως ήταν το support σχήμα της βραδιάς και όχι οι πρωταγωνιστές της. Πολλές εγχώριες hardcore μπάντες κατέχουν βλέπετε τον κώδικα και πολλές έχουν ιδρώσει πάνω από ντραμς και χορδές για να πετύχουν τον ήχο. Όμως οι Despite Everything διέθεταν κι εκείνο το κάτι παραπάνω, που συνήθως λείπει.


Θες γιατί τα τραγούδια τους άφηναν ανοιχτωσιές για μερικές πραγματικά καλές μελωδίες; Θες λόγω του τρόπου με τον οποίον παίζουν τις κιθάρες τους ή λόγω των εξαιρετικά δουλεμένων φωνητικών; Σε κάποιο σημείο, μάλιστα, έπεσε και μια διασκευή στο "All My Friends Are Dead" των Turbonegro και μας τίναξε τα πέταλα. Ακόμα το τραγουδάω την ώρα που γράφω αυτές τις γραμμές –και όχι, δεν το οφείλω στους φίλτατους κατά τα λοιπά Σουηδούς. Μετά από 40 περίπου λεπτά οι Despite Everything μας αποχαιρέτησαν, λαμβάνοντας χειροκρότημα headliner από το κατάμεστο «Gagarin». Τους άξιζε, πέρα για πέρα. 

To sold out των Vodka Juniors, τώρα, εξέπληξε αρκετούς. Κατά τη γνώμη μου τους μεγαλύτερους σε ηλικία, όσους δεν διαθέτουν επαφή με τα πράγματα που ενθουσιάζουν τους σημερινούς 16άρηδες και 20άρηδες. H μπάντα, πάντως, την έχτισε με τον πιο στέρεο τρόπο αυτήν της τη φήμη: μένοντας underground, χωρίς χίπστερ δημοσιότητες/δημόσιες σχέσεις, με εκείνο το Darkpoetry του 2007 να διαδίδεται στόμα με στόμα. Το ήξερα, μα το πιστοποίησα ξανά στο «Gagarin», βλέποντας τόσα νέα παιδιά να τραγουδούν τους στίχους με πώρωση, όντας απόλυτα προσηλωμένα στη σκηνή. Ούτε πηγαδάκια από βαριεστημένους μπλαζέ 35άρηδες, δηλαδή, ούτε τα γνωστά ψου-ψου των ακόμα πιο βαριεστημένων δημοσιογράφων του σιναφιού. Ωραία πράγματα. 

Και ήταν υπέροχοι οι Vodka Juniors εκεί πάνω. Μπήκαν δυνατά, κέρδισαν το πρώτο καθολικό χειροκρότημα λέγοντάς μας το "Last Chance" λουσμένοι σε υποβλητικά μπλε φώτα, ενώ στη συνέχεια εξαπέλυσαν μια ηλεκτρική, κιθαριστική καταιγίδα που δεν άφησε τίποτα όρθιο. Οι ιαχές αύξαναν σε ενθουσιασμό όσο προχωρούσε η setlist, το crowd surfing μονιμοποιήθηκε ως θέαμα στις μπροστινές σειρές και ο ιδρώτας πάνω και κάτω από τη σκηνή άρχισε να τρέχει μπόλικος. 

Τα πολυάριθμα κορίτσια μπήκαν κι εκείνα πλήρως στο κόλπο μόλις το γκρουπ στράφηκε προς πιο ska και reggae μονοπάτια (υποβοηθούμενο από τον εξαιρετικό τους συνοδοιπόρο στο πνευστό), με αποτέλεσμα να επικρατήσει καθολικός πανζουρλισμός όταν παίχτηκε το "Rise Up", μα και μια εκπληκτική διασκευή του "Whiskey And The Rain" σε ανάλογους ρυθμούς –με τους θεατές να τραγουδούν χορωδιακά «your pretty face». Πείτε μου, αλήθεια, πόσες αγγλόφωνες μπάντες εγχώριας κοπής μπορούν να καυχώνται πως έχουν γράψει ένα τέτοιο κομμάτι; Ένας ακόμα ολικός πανικός έγινε βέβαια κι όταν ήρθε η σειρά του "Rebirth", ειδικά όταν μαζί με τους Vodka Juniors εμφανίστηκαν και οι Βήτα Πεις, ανεβάζοντας την αδρεναλίνη στα ύψη με τα κοφτερά τους rap. 

Θριάμβευσαν λοιπόν οι Vodka Juniors στο «Gagarin». Δείχνοντας εμφατικά ότι μπορεί να μην είναι τακτικοί επισκέπτες σε συναυλιακές σκηνές ή στη δισκογραφία, όμως η απήχηση που έχει βρει η μουσική τους δεν μετριέται με όρους επικαιρότητας. Το νέο τους άλμπουμ (Clubriot) έρχεται μέσα στο 2015 και να είστε σίγουροι ότι για πολλά παιδιά εκεί έξω που αγαπούν το ροκ θα είναι ένα από τα γεγονότα της νέας χρονιάς. 



20 Φεβρουαρίου 2023

Μίμης Πλέσσας & Γιάννης Πλούταρχος - ανταπόκριση (2014)


Πρόσφατα, πηγαίνοντας στα 7α γενέθλια του ανιψιού μου Γιάννη, ανακάλυψα ότι στην πεθερά του αδερφού μου αρέσει πολύ ο Γιάννης Πλούταρχος. Μάλιστα, στη συζήτηση που ακολούθησε, ο αδερφός μου θυμήθηκε και κάτι εμφανίσεις του όπου τραγουδούσε παλιές επιτυχίες του Γιάννη Πουλόπουλου.

Αυτό, με τη σειρά του, έκανε κι εμένα να θυμηθώ ότι είχα πάει σε μία από τις εν λόγω συναυλίες του Πλούταρχου –τον Ιανουάριο του 2014, στο ιστορικό θέατρο «Παλλάς», όπου μάλιστα ήταν και ο Μίμης Πλέσσας μαζί του. Και με είχε εκπλήξει πολύ ευχάριστα ο τραγουδιστής από τη Μαυρόγεια της Βοιωτίας.

Μια ανταπόκριση για τη βραδιά δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από το υλικό που διατέθηκε τότε στον Τύπο, ως promo


Ανάγκα και θεοί (της νύχτας) πείθονται; Να ώθησαν άραγε τα αδιέξοδα της άτιμης της Κρίσης έναν σούπερ σταρ σαν τον Γιάννη Πλούταρχο να αφήσει τα συνήθη μαγαζιά και να δοκιμαστεί στο πλάι του Μίμη Πλέσσα; Να ήταν καλλιτεχνικά τα κίνητρα; Ή ένας συνδυασμός, τύπου το τερπνόν μετά του ωφελίμου; 

Τα σκεφτόμουν όλα τούτα πηγαίνοντας προς το Παλλάς και είχα τις αμφιβολίες μου. Κάπου μέσα μου, ωστόσο, εντόπιζα και μια πίστη στο εγχείρημα. Ένα «μπορεί και να...», το οποίο ως το τέλος της βραδιάς είχε μετατραπεί από πιθανότητα σε βεβαιότητα. Μια θριαμβευτική βεβαιότητα, μάλιστα. 

Γιατί θριάμβευσε ο Πλούταρχος αντιμετωπίζοντας τα τραγούδια του Πλέσσα. Με εξέπληξε ευχάριστα, συγκινητικά, εμένα που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων βρίσκω το ρεπερτόριό του ανυπόφορο και τον ίδιο εγκλωβισμένο σε μια κλαψιάρικη μανιέρα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, λοιπόν, το περισσότερο που έλπιζα ήταν να φανεί στοιχειωδώς επαρκής, στοιχημάτιζα δε πως θα πατούσε πάνω στο παράδειγμα του Γιάννη Πουλόπουλου και θα τα έβγαζε πέρα απλά και μόνο επειδή η φωνή του διαθέτει ορισμένα κοινά ηχοχρώματα. Δεν ήμουν προετοιμασμένος, δηλαδή, για έναν τραγουδιστή διατεθειμένο να τα δώσει όλα, που αληθινά θα πάσχιζε για το καλύτερο ερμηνευτικό του πρόσωπο μέχρι σήμερα, αλλά και για εκείνο το κάτι παραπάνω, το οποίο θα έδινε μια πιο εξατομικευμένη νότα σε ένα τόσο στάνταρ ρεπερτόριο. 

Η καλή μέρα, από το «πρωί» φάνηκε: η έναρξη της συναυλίας με το "Όλα Δικά Σου" μπορεί να μην υπήρξε καθηλωτική, στάθηκε όμως δείκτης πως η βραδιά θα ξεπερνούσε τις καχύποπτες προσδοκίες μου. Δεν ξέρω αν τις μοιραζόταν το κοινό που είχε γεμίσει κατά τα 2/3 περίπου το Παλλάς, γιατί δεν μπορούσα να βγάλω άκρη με τη σύστασή του· δύο κόσμοι είχαν συναντηθεί εκεί στη Βουκουρεστίου και κάθονταν –κάπως άβολα– ο ένας δίπλα στον άλλο. Κάτι σεβάσμια ζευγάρια πέραν της μέσης ηλικίας ήταν το κοινό του Μίμη Πλέσσα, κάτι νεότερα ζευγάρια μα και κάτι γυναικείες συντροφιές είχαν ένα πιο έκδηλα λαϊκό προφίλ και δεν έκρυβαν ότι το δικό τους επίκεντρο της προσοχής ήταν ο Βοιωτός τραγουδιστής. Στην πορεία της βραδιάς, πάντως, ανακατεύτηκαν και ξεπέρασαν την όποια αμηχανία της συγκατοίκησής τους. 

Βοήθησε σε αυτό και η άριστη ορχήστρα, βέβαια. Γιατί, υπό τη στιβαρή καθοδήγηση του Νάσου Σωπύλη –ο οποίος στεκόταν στα δεξιά όπως βλέπαμε τη σκηνή, καθισμένος πίσω από τα Roland πλήκτρα του– έδωσε παιξίματα που έφτιαξαν κλίμα, οδηγώντας σε κάμποσες κορυφώσεις. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στα μπουζούκια της παρέας, τον Γιώργο Παχή και τον Νίκο Κατσίκη. Και μία ακόμα ξεχωριστή αναφορά αξίζει βέβαια και στη Fide Köksal. 


Μπορεί η συμμετοχή της να ήταν σχεδιασμένη υποστηρικτικά, ώστε να παίρνει μερικές ανάσες ο Πλούταρχος στο πρώτο και στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, πάντως η Τουρκάλα τραγουδίστρια συμπεριφέρθηκε πρωταγωνιστικά. Χάρμα οφθαλμών στο κομψότατο φόρεμά της, επιβλήθηκε στη σκηνή, επέδειξε ταιριαστή με το υλικό κινησιολογία και ερμήνευσε ωραιότατα, με μπρίο μα και ενθουσιασμό, κερδίζοντας θερμό χειροκρότημα εκ μέρους του κόσμου. 

Ο Μίμης Πλέσσας, από την άλλη, με δυσαρέστησε. Αν και οι ικανότητές του στο πιάνο παραμένουν, οφείλω να σημειώσω, θαυμαστές. Μίλησε ωστόσο υπερβολικά πολύ στο πρώτο μέρος και μου έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που αναζητούσε να τα πει –επεδίωξε μάλιστα να φανεί και αστείος (επανειλημμένα), κάτι που δεν κατάφερε, κατά τη γνώμη μου: υπήρχε μονίμως μια δύσκαμπτη σοβαρότητα στη στάση του σώματός του και στο βάθος της φωνής του, η οποία μάλλον υπονόμευσε την απόπειρα, αν και  κατευχαριστήθηκα τη διήγηση για το πώς κάποτε ο Quincy Jones και ο Dizzy Gilespie τον έκατσαν κάτω να του δείξουν τους τρόπους με τους οποίους τα τζαζ πνευστά δεν θα ηχούσαν «ασπρουλιάρικα». Αλγεινή δε εντύπωση μου έκανε το πώς προέβαλλε τη σημασία του έργου του· είπε για παράδειγμα ότι ο Πλούταρχος πείστηκε να αφήσει τα μεγαλεία και να έρθει να αναμετρηθεί με τα ιερά και τα όσια... 

Καταλαβαίνω ότι ο Πλέσσας νιώθει υποτιμημένος και αναγνωρίζω το άδικο που υπάρχει σε μια τέτοια αντιμετώπιση: πρόκειται πράγματι για συνθέτη που έχει γράψει πλήθος όμορφων τραγουδιών, τα οποία τραγουδιούνται ακόμα με ενθουσιασμό και εξακολουθούν να κερδίζουν νέους φίλους. Την όποια αδικία, όμως, θα τη διορθώσει η δυναμική του έργου του, καθώς και η ιστορία. Είναι ανάρμοστο να έρχεται ο ίδιος να εκφέρει τέτοιες κρίσεις δημοσίως, τραβώντας τα πράγματα από το μαλλί προς την επιθυμητή κατεύθυνση. 

Τον Γιάννη Πλούταρχο, τώρα, τον επαίνεσα ήδη αρκετά, θεωρώ όμως ότι οφείλω να επιστρέψω σε εκείνον κλείνοντας. Δεν αισθανόταν εντελώς άνετα πάνω στη σκηνή, στην αρχή: στο πρώτο μέρος επιχείρησε να διαχειριστεί το άγχος με τρόπους που προφανώς γνώριζε από την πίστα, με συνεχείς π.χ. υποκλίσεις προς τους μουσικούς και με διαρκείς προτροπές στο κοινό για παλαμάκια. Αν και με ενόχλησε το συγκεκριμένο κλίμα, μου έδωσε ταυτόχρονα την ευκαιρία να δω πόσο σοβαρά είχε πάρει την όλη ιστορία. Δεν είχε έρθει εκεί για να κάνει τον σταρ. 

Όπως και να έχει, σύντομα τα παλαμάκια και οι ιαχές τον έκαναν να πάρει τα πάνω του και είναι τότε που πραγματικά απογειώθηκε, βγαίνοντας παλικάρι ακόμα κι όταν αναμετρήθηκε με ένα τόσο βαρύ (για τη φωνή του) ζεϊμπέκικο σαν το "Βρέχει Φωτιά Στη Στράτα Μου" ή με τα τραγούδια της δισκάρας εκείνης που λέγεται «Ο Δρόμος» (1969), στα οποία απέφυγε προσεκτικά το οτιδήποτε προκάτ ή αυτοματοποιημένο –με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη μετρημένη, προσωπική του ερμηνεία στο "Έπεφτε Βαθιά Σιωπή". 

Μέρες μετά, ακόμα σκέφτομαι πόσο υπέροχα ήχησαν εκείνα τα γιασεμάκια από το "Μέθυσ' Απόψε Το Κορίτσι Μου", κυρίως όμως τον ατόφια συγκινητικό τρόπο με τον οποίον απέδωσε τον στίχο «αγάπη μου δεν θα σε ξαναδώ», στο ρεφρέν του "Ποια Νύχτα Σ' Έκλεψε": δεν είχε καμία σχέση με κάτι σπαραξικάρδιες εκτελέσεις που θα βρείτε στο YouTube, από παρελθοντικές του εμφανίσεις. Μπράβο λοιπόν στον Πλούταρχο, γιατί έπιασε την ατόφια ψυχή του λαϊκού μελοδράματος που τόσο επιτυχημένα εξέφρασε ο Πλέσσας στις συνεργασίες του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Δείχνοντας έτσι ότι πρόκειται για τραγουδιστή με μεγαλύτερο ερμηνευτικό εκτόπισμα από όσο είχε αφήσει να φανεί η μέχρι στιγμής πορεία του στη δισκογραφία. 





18 Φεβρουαρίου 2023

Βαγγέλης Γερμανός - συνέντευξη (2008)


Καθώς ετοιμάζω μια συνέντευξη με τον Βαγγέλη Γερμανό για το Αθηνόραμα, σκέφτηκα ότι ήταν Φεβρουάριος πάλι, όταν είχαμε συναντηθεί τελευταία φορά. Σε μια πολύ διαφορετική εποχή, βέβαια, πριν 15 χρόνια, τότε που είχε βγάλει το άλμπουμ «Καμικάζι» (2008). 

Τότε έδρευα κι εγώ στη θρυλική Μπλε Πολυκατοικία της Πλατείας Εξαρχείων, ως αρχισυντάκτης του Avopolis, η Lyra έβγαζε ακόμα δίσκους, ενώ υπήρχε ακόμα και το «Βοξ» απέναντι, ως κατάστημα. Οπότε ο τραγουδοποιός που έφτιαξε τα αλησμόνητα «Μπαράκια» (1981) ήρθε από εκεί και κάτσαμε για καφέ.

Η συνέντευξη που προέκυψε δημοσιεύτηκε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα κι εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* η χρησιμοποιούμενη φωτογραφία του Βαγγέλη Γερμανού προέρχεται από το promo υλικό που έδινε τότε στον Τύπο η Lyra


Το νέο σου άλμπουμ «Καμικάζι» σε βρήκε να περπατάς σε λαϊκά μονοπάτια. Πράγμα που είχες επιχειρήσει ξανά με τις «Ασκήσεις», πριν 13 χρόνια (1995), αλλά δεν συνέχισες στις επόμενες δισκογραφικές σου παρουσίες. Τι γέννησε αυτή την ανάγκη επιστροφής στο λαϊκό ρεπερτόριο;

Σε ό,τι αφορά το διάστημα που πέρασε από τις «Ασκήσεις», ανήκω θα έλεγα στην κατηγορία των ανθρώπων για τους οποίους ο χρόνος δεν υπάρχει! (γέλια) Έχω μάθει, δηλαδή, να σκέφτομαι τα πράγματα περισσότερο ποιοτικά και όχι ποσοτικά. Το «Καμικάζι» είναι μια δουλειά που πήγασε από μια ανάγκη μου να αγγίξω τη δική μας παράδοση, αντί να ψάχνω για θησαυρούς σε ξένα χρηματοκιβώτια. Μια ανάγκη να στραφώ σε πιο δικά μας πράγματα.

Στη συνείδησή μας, όμως, σε έχουμε καταγράψει ως ρόκερ. Τι κάνει έναν ρόκερ να θέλει να στραφεί προς τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Γιώργο Ζαμπέτα; 

Είμαι ρόκερ, αλλά αυτή είναι η μία όψη της ιστορίας. Τι κάνουν οι Rolling Stones, αν το καλοσκεφτείς; Εδώ και 40 χρόνια παίζουν τη λαϊκή τους μουσική. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί κι εμείς θα έπρεπε ντε και καλά να παίζουμε μόνο τη συγκεκριμένη μουσική –όσο ωραία κι αν είναι. Και είναι ωραία, είναι όμορφα τα ηλεκτρικά τα blues, είναι «γρατζουνιστικά», γαργαλάνε το αυτί. Αλλά για χάρη τους θα έπρεπε να φτάσουμε να αποποιηθούμε τη δική μας κουλτούρα; 

Γιατί τότε μιλάμε πια για καπέλωμα, για μια μορφή πολιτισμικής δικτατορίας. Άλλο πράγμα π.χ. να βρεις κάτι όμορφο στον John Lee Hooker και να το βάλεις στο ρούχο σου ως στολίδι κι άλλο να πετάξεις τελείως τη φορεσιά σου και να πάρεις μια ξένη. Όσο καλά blues κι αν παίξω εγώ, ένας μαύρος Αμερικάνος δεν θα τα παίξει καλύτερα, από τη στιγμή που το έχει στο αίμα του; 

Δεν θέλω λοιπόν να γίνω σαν κάτι γραφικούς φίλους που έχω, οι οποίοι κοπανάνε ακόμα το "Smoke On The Water" και τέτοια. Όχι γιατί είναι κακό το "Smoke On The Water", αλλά πια εμένα δεν μου λέει κάτι. Υπήρξε ένας σταθμός, αναμφίβολα. Δεν μπορώ όμως να κάνω αυτό μόνο για όλη μου τη ζωή. Δεν μπορώ να μένω κολλημένος στο ίδιο είδος μουσικής. Δεν πρέπει να κολλάς εκεί όπου αγαπάς.

Τι βλέπεις να λείπει από τη ξένη rock μουσική του σήμερα;

Στη γενιά τη δική μου εμφανίστηκαν από το εξωτερικό άνθρωποι οι οποίοι λέγανε επαναστατικά πράγματα μέσα από τα τραγούδια τους: οι Beatles, οι Stones, ο Jimi Hendrix, οι Santana. Το συναισθανόσουν, ακόμα και να μην καταλάβαινες τους στίχους τους, όπως συνέβαινε με αρκετό κόσμο τότε. Όλους λοιπόν μας χτύπησε καταπρόσωπο αυτό το πράγμα και μας συγκλόνισε. Κι εμάς που το ακολουθήσαμε, μα και όσους από τη γενιά των πατεράδων μας άρχισαν να μας κυνηγάνε για τα μακριά μαλλιά και όλα τα σχετικά. 

Εμένα δηλαδή αυτό με έβαλε και στη μουσική, αλλά και γενικά στον τρόπο σκέψης μου. Σήμερα το rock δεν νομίζω ότι λέει πια και τόσο επαναστατικά πράγματα: σαν να έχει χάσει την ουσία του. Γιατί, για να πει, πρέπει να συντρέξουν κάποια καθοριστικά αίτια. Τότε, ας πούμε, αν ήσουν νέο παιδί στις Η.Π.Α., δεν γινόταν να μη σε απασχολεί το θέμα του Βιετνάμ. Αν ζούσες στην Ευρώπη, πάλι, είχες να κάνεις με τον αντίκτυπο από τα γεγονότα στο Παρίσι του 1968, τα οποία άγγιξαν μέχρι και τις κομμουνιστικές χώρες, όπου τα πράγματα ήταν πιο σφιχτά. 

Η rock μουσική τράφηκε λοιπόν από αυτόν τον γενικό αναβρασμό και με τη σειρά της τον εξέφρασε. Τώρα, όμως, η πλειονότητα των ανθρώπων έχει βουλιάξει σε κάτι πολύ εφησυχασμένο, τους έχει πάρει ο ύπνος. Και ακόμα και αν θες να μείνεις ξύπνιος, δεν σε αφήνει η τηλεόραση –θα σε κοιμήσει με το ζόρι. Είναι λοιπόν πάρα πολύ δύσκολο, έως αδύνατον, να συντρέξουν τα αίτια που θα γεννήσουνε κάτι σαν εκείνο το μουσικό ρεύμα. Ατομικές φωνές και συνειδήσεις υπάρχουν βέβαια παντού, αλλά αυτό δεν είναι πια κάτι το μαζικό. 

Και όσον αφορά την Ελλάδα; Παρακολουθείς τι γίνεται με τα γκρουπάκια που ξεφυτρώνουν;

Δεν πολυσυμφωνώ ξέρεις με αυτό το βιολί να γράφουμε στίχους στα εγγλέζικα, αν τελικά σημαίνει πως απαρνιόμαστε τη γλώσσα μας. Κι εγώ το έκανα μικρός και έχει την αξία του: ασκείσαι, προχωράς τη σχέση σου με τη συγκεκριμένη μουσική. Όμως αλλού γεννήθηκες, αλλού μεγάλωσες, σε άλλον αέρα και σε διαφορετικό κλίμα –όσο κι αν έχουμε πια αλλάξει τα φώτα στο τελευταίο. 

Είμαστε αλλιώτικοι, λοιπόν. Θα πεις κάποιες φορές την κοπέλα σου «baby» –κι εγώ λέω τη δικιά μου. Όπως πιο πολλές φορές δεν θα την πεις «μωρό μου»; Από την άλλη, χαίρομαι πάρα πολύ που υπάρχουν νέα παιδιά τα οποία αρπάζουν μια κιθάρα και παίζουν όσα τους γουστάρουν, αντί για όσα τους σερβίρουν. Είναι μια πάρα πολύ υγιής αντίδραση. Βλέπω δηλαδή να υπάρχει ζωντάνια και τσαγανό. Και μάλιστα σε δύσκολες συνθήκες. Γιατί ακόμα και στο rock, προσανατολίζουν ξέρεις τα νέα παιδιά προς όλα εκείνα που ακούγαμε εμείς ως εικοσάρηδες, με αποτέλεσμα σπάνια να ακούς κάτι πρωτότυπο. Οι περισσότεροι σε αυτή την κατεύθυνση ακούγονται λες και είναι κόπιες εκείνων των παλιών συγκροτημάτων. 

Το «Καμικάζι» απηχεί τα υλικά που κατέστησαν τα παλιά λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια κλασικά. Γιατί όμως αυτά σπανίζουν τόσο πολύ από τα λαϊκά των δικών μας ημερών;

Υπάρχουν κι αυτή τη στιγμή άνθρωποι που κάνουν ωραία πράγματα στο λαϊκό ρεπερτόριο. Όμως η υπόθεση μοιάζει λίγο με την περίπτωση ενός σούπερ μάρκετ, όπου μπαίνεις για να αγοράσεις κάτι που το ξέρεις πως είναι καλό και, επειδή δεν το βρίσκεις, καταλήγεις να ψάχνεις πιο από τα δεκαπέντε-είκοσι ανάλογα αλλά κατώτερα σε ποιότητα προϊόντα θα προτιμήσεις στη θέση του. 

Η λαϊκότητα χωρίζεται άλλωστε κι αυτή σε κάποιες κατηγορίες, έχει δηλαδή χαρακτηρισμούς. Υπάρχει η εύπεπτη λαϊκότητα, η οποία μπορεί να καταλήξει και σε σαχλαμάρες, υπάρχει η γλεντζέδικη λαϊκότητα, που είχαν π.χ. τα τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα ή του Γιάννη Παπαϊωάννου. Και υπάρχει και η επικίνδυνη λαϊκότητα, εκείνη π.χ. του Μάρκου Βαμβακάρη, η οποία δεν συμφέρει καμία εξουσία, είτε την ορίσεις ως υπουργική θέση, είτε ως θέση διευθυντή σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό. 

Στις μέρες μας αυτή τη λαϊκότητα δεν μπορείς βέβαια να την κόψεις, δεν έχουμε πια λογοκρισία. Αλλά υπάρχουν τρόποι να τη βάλεις στην άκρη και να προβάλλεις περισσότερο τη σαχλαμάρα, ώστε να αποκοιμηθεί ο κόσμος. Γιατί τα τραγούδια έχουν τη δύναμη να σου διαμορφώσουν συνείδηση, δεν είναι μόνο για εκτόνωση ή για καντάδα στη γκόμενα. Η κοινωνία λειτουργεί ξέρεις σαν αγέλη. Και κάποιοι έχουν βρει τα κουμπιά και την πάνε από εδώ κι από εκεί.

Στο τραγούδι "Καμικάζι" αναφέρεσαι και στις διαδηλώσεις και στις συγκρούσεις με τα ΜΑΤ. Αν και είδαμε αρκετές τέτοιες τελευταία, όμως, ο πολύς κόσμος βγήκε στους δρόμους για να αποχαιρετήσει τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο…

Έτσι λειτουργούν γενικά οι κοινωνίες. Η θρησκεία είναι μια ανάγκη. Κι εγώ έχω βρεθεί σε πολύ δύσκολες στιγμές στη ζωή μου, που έχω πει «βάλε ένα χεράκι ρε Χριστέ». Από αυτό, βέβαια, μέχρι να αρχίσω να μπαινοβγαίνω στις εκκλησίες και να ανάβω καντήλια και κεριά, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Όμως η θρησκεία είναι μια ανθρώπινη ανάγκη και πάνω σε αυτή την ανάγκη έχουν χτιστεί και άσχημα πράγματα. 

Ο Χριστός είπε ξεκάθαρα, «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Δεν μπορείς λοιπόν κύριε εσύ να βγαίνεις μετά χρυσός σαν τον πολυέλαιο: αυτά είναι του Καίσαρα, όχι του Θεού. Ούτε οι εκκλησίες έπρεπε να είναι έτσι ψηλές, με θεόρατους τρούλους κτλ., για να κάνουν τον κόσμο να θαμπώνεται και να αισθάνεται μερμήγκι. Επίσης, κάποτε δεν μαύριζε από τους παπάδες η τηλεόραση. Φτάσαμε να είναι τηλεοπτικοί star, πράγμα που είναι εκτός της αποστολής τους. Δεν είναι βέβαια όλοι οι παπάδες έτσι, υπάρχουν και σοβαροί άνθρωποι. 

Τι σε έκανε αλήθεια να αφήσεις την Αθήνα για τη Ραφήνα;

Ξέρεις ζούσα πολλά χρόνια στην Αθήνα, και μάλιστα κεντρικά, στη Γιάννη Σταθά. Όμως πλέον τι να κάνω στην Αθήνα; Έχει γίνει ένα τερατόμορφο πράγμα. Και οι εννιά στους δέκα ανθρώπους έχουν τα μούτρα κάτω, κοιτάνε αφηρημένοι δεξιά-αριστερά, δεν ζούνε εκείνη τη στιγμή που τους βλέπεις. Ζούνε κάτι άλλο, στο μυαλό τους: σκέφτονται πότε θα πάνε σπίτι τους να χαλαρώσουν, τι θα κάνουν με την κωλοδουλειά και τα φράγκα που τους λείπουν κτλ. Και το περιβάλλον όπου ζεις, επηρεάζει τη διάθεσή σου.

Τι πλάνα έχεις για το άμεσο μέλλον;

Θα πάω να παίξω στην Καλαμάτα, πρώτα σε έναν παλιό φίλο ο οποίος έχει ανοίξει ένα μπαράκι εκεί –τη «Μπασαβιόλα»– και ύστερα σε ένα άλλο μαγαζί, στη Στούπα. Μετά ακολουθεί μια εκδρομή στην Κωνσταντινούπολη και ύστερα με έχουν καλέσει να παίξω στο Λουξεμβούργο. Στις 24 Μάρτη θα κάνω μια εμφάνιση στην Αθήνα, στο θέατρο «Παλλάς». Και ύστερα, 9 Απρίλη, έχω κανονίσει να παίξω στο Ηράκλειο στην Κρήτη.