11 Οκτωβρίου 2021

Κουβεντιάζοντας με τη Natacha Atlas, μέρος 1 (2006)


Αν και το κοινό που ασχολείται ενεργά με τη λεγόμενη «world music» είναι ενημερωμένο ήδη από τον Μάιο, οι υπόλοιποι μόνο κατά τύχη θα μάθουμε σερφάροντας στον Τύπο ότι ανάμεσα στους καλλιτέχνες που επέστρεψαν φέτος στη δισκογραφία ήταν και η Natacha Atlas.

Το EP The Inner & The Outer τη βρίσκει να συνεχίζει τις ηχητικές εξερευνήσεις των τελευταίων χρόνων, απομακρυνόμενη ωστόσο από το τζαζ κλίμα του δίσκου Strange Days (2019), χάριν διαδρομών (πιο) ηλεκτρονικών. Στο τέλος της δημοσίευσης, λ.χ., μπορείτε να ακούσετε το "The Outer", βλέποντας παράλληλα και το κάτι σαν βιντεοκλίπ που το συνοδεύει οπτικά, με animations φτιαγμένα από την Clara Liu. Πρόκειται για ένα τραγούδι με ευδιάκριτο beat –από τον παραγωγό Samy Bishai– αλλά και με εξτρά αναλογικά synths, παιγμένα από τον καλεσμένο Jason Singh.

Η Natacha Atlas είναι για μένα μια πολύ αγαπημένη φωνή με αληθώς παγκόσμιες προεκτάσεις. Ενώ δηλαδή κουβαλά έντονες αιγυπτιακές/ανατολικομεσογειακές μνήμες, νιώθει παράλληλα πολύ άνετα πάνω στον όποιον Δυτικό καμβά, γενόμενη έτσι εξαιρετικά οικεία σε χώρες-σταυροδρόμια σαν τη δική μας. Την πρωτοπρόσεξα όταν έπεσα πάνω στο άλμπουμ Dream Οf 100 Nations των Transglobal Underground (1993), και την ακολουθώ πιστά από τον πρώτο της σόλο δίσκο Diaspora (1995) και μετά.

Η τύχη, μάλιστα, τα έφερε έτσι ώστε η πρώτη συνέντευξη της καριέρας μου να γίνει μαζί της. Είχα γυρίσει τότε από τη Βρετανία, οπότε η ενασχόλησή μου με τα μουσικοδημοσιογραφικά είχε πυκνώσει. Μια μέρα του 2006, λοιπόν, ο Μάρκος Φράγκος μου ζήτησε να τηλεφωνηθώ με τη Natacha Atlas, με αφορμή την έκδοση του δίσκου Mish Maoul. Ακόμα θυμάμαι την ανακατωσούρα άγχους και ενθουσιασμού, όπως και τα γέλια που κάναμε με την Atlas στην πορεία, η οποία μπορεί να μην είχε πολύ χρόνο διαθέσιμο, εντούτοις ήταν κεφάτη.

Το κείμενο που προέκυψε από την τότε κουβέντα μας δημοσιεύτηκε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* από τις χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες, η κεντρική ανήκει στον Frederic Reglain, ενώ η κάτωθι στον Youssef Nabil. Αμφότερες δόθηκαν για τις ανάγκες της τότε συνέντευξης


Τι σημαίνει ο τίτλος του νέου σου άλμπουμ, Mish Maoul;

Σημαίνει «δεν το πιστεύω!». Είναι μια καθημερινή φράση που χρησιμοποιείται συχνά στην Αίγυπτο, μα και σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής.

Αληθεύει ότι για το Mish Maoul ανέτρεξες στις παιδικές σου αναμνήσεις από τη μαροκινή συνοικία στις Βρυξέλλες;

Ναι, το έχω ξανακούσει αυτό... Δεν είναι και τόσο αλήθεια, πάντως: ισχύει για ένα συγκεκριμένο τραγούδι και μόνο. Ο υπόλοιπος δίσκος έχει ποικίλες αναφορές στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική, σε πιο Δυτικά μου ακούσματα. Για μένα ήταν δηλαδή μια γενικότερη επιστροφή στις ρίζες μου, όχι μόνο στις αναμνήσεις μου από τις Βρυξέλλες.

Πες μου όμως και για τη Golden Sound Studio Orchestra of Cairo, που συμμετέχει στο άλμπουμ...

Δεν είναι φανταστική; Δεν είναι αληθινή ορχήστρα, ξέρεις! (γέλια) Απαρτίζεται από διάφορους session μουσικούς του Καΐρου, οι οποίοι απλά μαζεύονται σε ένα στούντιο της πόλης με το όνομα Golden Sound. Τους γνώρισα όσο ηχογραφούσα εκεί το Ayeshteni (2001) και μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Αποφάσισα λοιπόν να τους χρησιμοποιήσω.
Μέχρι τώρα έχεις βγάλει αρκετούς δίσκους, οι οποίοι δεν μπαίνουν ωστόσο εύκολα κάτω από ταμπέλες και κατηγορίες. Εσύ πού θα κατέτασσες αλήθεια τη δουλειά σου;

Η μουσική μου είναι αραβική. Καταλαβαίνω ότι διαφέρει από τη mainstream αραβική pop, όμως εκεί γενικά θα την ταξινομούσα. Εσάς ίσως σας κάλυπτε ένας όρος σαν το αραβική alternative pop, εγώ προτιμώ να τη βλέπω σαν ένα καβούρι που κινείται πλάγια στον κόσμο της σύγχρονης αραβικής μουσικής.

Τι σου αρέσει να ακούς στον ελεύθερό σου χρόνο;

Πολλά πράγματα… Αραβική pop, κλασική μουσική, χιπ χοπ… Μου αρέσει πολύ και το R'n'B/hip hop κράμα, βρίσκω ότι είναι η πιο αντιπροσωπευτική μουσική των νέων της εποχής μας. 

Στο αυτοκίνητό μου ακούω επίσης πολύ Mohammed Fouam και Nancy Azram, ο Fouam είναι Αιγύπτιος και η Azram από τον Λίβανο. Οι Ευρωπαίοι φίλοι μου δεν μπορούν να τους ακούν –τους πέφτει πολύ αραβική η μουσική τους! (γέλια) Αλλά εγώ τους βρίσκω καταπληκτικούς.

Έχεις ζήσει πράγματι κάποιο διάστημα στην Ελλάδα;

Ναι, είναι αλήθεια! Μου αρέσει πολύ η Ελλάδα, υπάρχουν στιγμές που αναπολώ τα νησιά της, τη θάλασσα και τη φύση της. Αλλά και από τους ανθρώπους έχω ωραίες αναμνήσεις. Οι Έλληνες είστε επίσης καλό ακροατήριο και φαίνεται να σας αρέσει η αραβική μουσική.

Είσαι επίσης μια έμπειρη χορεύτρια της κοιλιάς, σωστά;

Ε, όχι και τόσο έμπειρη... Δεν μπορώ να συγκριθώ δηλαδή με τις επαγγελματίες χορεύτριες. Έμαθα τον χορό της κοιλιάς μεγαλώνοντας, έκανα πολύ λίγα μαθήματα. Μου αρέσει όμως πραγματικά. Είναι στιγμές στις συναυλίες, όταν η ορχήστρα παίζει, που το μόνο το οποίο σου έρχεται να κάνεις είναι να χορέψεις.
Τι αναμνήσεις σου άφησε η θητεία ως Πρέσβειρα Καλής Θέλησης των Ηνωμένων Εθνών κατά του ρατσισμού;

Πολύ καλές! Με κολάκεψε που μου ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Το είδα σαν ευκαιρία για να κάνω κάτι σημαντικό. Και ήταν πράγματι μια εμπειρία που άξιζε.

Παρακολουθείς όπως γνωρίζω την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;

Την παρακολουθώ στενά. Δεν υπάρχει χρόνος για να επεκταθώ, όμως είναι τραγικά τα πράγματα. Έχει διαμορφωθεί μια πολύ, πάρα πολύ δυσάρεστη κατάσταση.

Πιστεύεις ότι θα έχουμε έναν ακόμα πόλεμο, στο Ιράν;

Όλοι όσοι εμπλέκονται πρέπει να κάτσουν και να το σκεφτούν, γιατί δεν είναι καθόλου συνετό να προκαλέσουν κάτι τέτοιο. Αν γίνει ένας νέος πόλεμος θα ανακατευτούμε όλοι αυτή τη φορά και τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. 

Γενικά η Ανθρωπότητα πρέπει να προχωρήσει σαν είδος, πρέπει να μάθει να λύνει αλλιώς τα προβλήματά της. Αληθινά ελπίζω πως ο πόλεμος θα αποφευχθεί.

Εσύ τι σχέδια έχεις για το άμεσο μέλλον;

Ετοιμάζω δύο πολύ διαφορετικούς δίσκους, έναν με τον Marc Eagleton, με τζαζ και latin επιρροές, και έναν ακόμα όπου θα αναμειγνύω ευρωπαϊκή κλασική μουσική με αραβικές και ιρανικές μελωδίες. 

Παράλληλα δουλεύω ξανά και με τους Transglobal Underground, σε ένα soundtrack. Είναι μια ταινία για μια κοπέλα από την Αμερική, η οποία έρχεται στο Κάιρο για να μάθει τον χορό της κοιλιάς! (γέλια)



02 Οκτωβρίου 2021

40 χρόνια από το ντεμπούτο των Χειμερινών Κολυμβητών - μια συνέντευξη με τον Αργύρη Μπακιρτζή (2019)


«Στο Φάληρο που πλένεσαι, περιστεράκι γένεσαι
σε είδα χθες με το μαγιό, γεια σου τσαχπίνα μου Μαριώ»

Όταν το έγραφε αυτό ο Μάρκος Βαμβακάρης, πίσω στο 1937, δεν φανταζόταν ασφαλώς πόσο θα επηρέαζε την αισθητική που θα λάνσαραν το 1981 οι Χειμερινοί Κολυμβητές –εμπλουτισμένη βέβαια από το δικό τους εδώ και τώρα. 

Φέτος συμπληρώνονται λοιπόν 40 έτη από εκείνο το ντεμπούτο των Χειμερινών Κολυμβητών που πήρε τα μυαλά πολλών από μας, κάνοντάς μας πιστούς ακόλουθους στα χρόνια που κύλησαν έκτοτε. Οι ίδιοι, ωστόσο, γιορτάζουν αθόρυβα, με τον τρόπο που ξέρουν καλύτερα: πάνω στη σκηνή, ενώπιον κοινού. 

Ως ...Χειμερινοί Κολυμβητές, επίσης, ο Αργύρης Μπακιρτζής και η παρέα του (Κώστας Βόμβολος, Μιχάλης Σιγανίδης, Κώστας Σιδέρης, Διονύσιος Ρούσσος, Μπάμπης Παπαδόπουλος & Χάρης Παπαδόπουλος) δεν πτοούνται από τη δροσιά που έχει αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή –μπήκαμε άλλωστε στον Οκτώβρη. Γι' αυτό και ετοιμάζονται για μια «τελευταία βουτιά του καλοκαιριού», όπως λένε. Δηλαδή για μια συναυλία στο Faliro Summer Theater, την Τετάρτη 6 Οκτωβρίου.

Η όλη περίσταση (συναυλία, επέτειος 40 ετών για το ιστορικό πλέον ντεμπούτο) δίνει μια καλή ευκαιρία επαν-επίσκεψης σε μια κουβέντα που κάναμε με τον Αργύρη Μπακιρτζή τον Φεβρουάριο του 2019. Αφορμή ήταν και τότε μια συναυλία τους στην Αθήνα (στο Gagarin), η οποία επέτρεψε να ανοίξουμε τη βεντάλια της συζήτησης, φτάνοντας στο κακό που ορθώνεται στις κοινωνίες μας με όρους Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, στο Πράσινο Βιβλίο και (αναπόφευκτα;) στις Κυριακές στην επαρχία.

Η κουβέντα αυτή δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες ανήκουν στη Σμαρώ Μπότσα


«Πολύς, αδικαιολόγητα πολύς καιρός έχει περάσει από τότε που οι Χειμερινοί Κολυμβητές ήρθαν στο Gagarin». Πέντε χρόνια, αν μετράω σωστά. Έτυχε; Ή έχουμε συνηθίσει όλοι λίγο-πολύ το 205 της Λιοσίων ως στέγη άλλου τύπου συναυλιών;

Δεν ψάχνουμε στέγες κάποιου τύπου συναυλιών. Μου τηλεφώνησαν απ' το Gagarin και με ευχαρίστηση αποδεχθήκαμε την πρόταση, γιατί και καλές αναμνήσεις από εκεί είχαμε και δεν δεχόμαστε και  πολύ συχνά προτάσεις. Το σύστημα των συναυλιών λειτουργεί κατά κύριο λόγο με μάνατζερ που δεν διαθέτουμε –ή μάλλον διαθέτουμε, έναν εξαιρετικά συμπαθή, που όμως δεν θυμάμαι να μας έχει κλείσει καμιά εμφάνιση. 

Κάτι σχετικά με τους μάνατζερ έχει ενδιαφέρον. Παρατήρησα ότι τα καλοκαίρια στα διάφορα φεστιβάλ πηγαίνουν οι ίδιοι και οι ίδιοι. Είχα ένα ερωτηματικό πάνω σ' αυτό, το οποίο απαντήθηκε όταν μου τηλεφώνησαν από ένα φεστιβάλ –πολύ εναλλακτικό, όπως αυτοδιαφημίστηκαν– σε ένα δάσος στη Δυτική Μακεδονία. Και όταν τους ρώτησα πώς με βρήκαν, μου είπαν ότι αρρώστησε ένας καλλιτέχνης του προγράμματος και κάποιος μουσικός την τελευταία στιγμή συνέστησε εμάς να τον αντικαταστήσουμε. Μου είπαν πως μας εκτιμούν πολύ και όταν τους ρώτησα γιατί δεν μας έχουν προσκαλέσει ποτέ, μου απάντησαν ότι το πρόγραμμα το κανονίζει κάθε φορά κάποιος μάνατζερ. Τους ρώτησα πώς εσείς, τόσο εναλλακτικοί,  δεν αποφασίζετε για το ποιοι θα έρθουν; Φυσικά δεν πήγαμε. 

Το σύστημα, όπως θα καταλάβατε, λειτουργεί κάπως σαν τα έτοιμα playlists πολλών ραδιοφωνικών σταθμών. Δεν κατηγορώ αυτό το σύστημα, το αναφέρω για να ξέρει ο κόσμος τί γίνεται, καθώς και ως σχόλιο στην εναλλακτικότητα.

Η συναυλία σας αυτή έρχεται με μία από τις πιο όμορφες αφίσες που έχουμε δει την τελευταία δεκαετία για ζωντανό δρώμενο στην πόλη μας. Είχατε ανάμειξη;

Έστειλα στο Gagarin φωτογραφίες και παλιές αφίσες. Δεν θυμάμαι αν στο υλικό που έστειλα υπήρχε καμιά τέτοια παλιά αφίσα. Κάτι μου θυμίζει, δεν είμαι όμως σίγουρος –και τα mail που έστειλα, τα 'χω σβήσει. Αν την έκαναν τα παιδιά απ' το Gagarin, τα συγχαίρω· είναι πράγματι πολύ ωραία αφίσα. Θα το ρωτήσω κι ελπίζω να θυμηθώ να σας ενημερώσω.

«Μα πού θα πάει ο καιρός κι οι βουρλισμένοι χρόνοι», κοντεύουμε πια 40 επίσημα έτη για τους Χειμερινούς Κολυμβητές. Θα εορταστούν κάπως ιδιαίτερα; Με κάποιον νέο δίσκο, για παράδειγμα; Ή δεν σας αφορούν τέτοιες επέτειοι;

Ωραίες είναι αυτού του είδους οι επέτειοι, όλο και θα βρούμε κάτι ή πολλά να κάνουμε. Δίσκους θέλω να βγάλουμε σύντομα, γιατί σκοπεύω να κάνω έναν καθαρισμό αρκετών πολυπόδων στη μύτη που δυσκολεύουν την αναπνοή, ξυπνώ συνέχεια γιατί ξεραίνεται το στόμα, επιβαρύνουν και την υγεία των δοντιών. Οπότε λέω να τραγουδήσω σε μερικούς δίσκους που θέλω να κάνουμε –τρεις, συγκεκριμένα– μήπως βγω και castratto απ' την ιστορία αυτή. Θα μου πείτε, αυτό θα είναι ενδιαφέρον και σίγουρα θα πέσει πολύ γέλιο.

«Κυριακή στην επαρχία, με βροχή απ’ το πρωί/φεύγει όλη η ζωή μας στο φαΐ και στη σιωπή». Έχουν αλλάξει οι Κυριακές στην επαρχία, από τότε που γράφτηκε το τραγούδι; Μπήκε λ.χ. και το ίντερνετ στην εξίσωση ή ίσως οι σειρές στο Netflix;

Το φαΐ, οπωσδήποτε, κυριαρχεί. Η σιωπή κολλάει τέλεια στο ιντερνέτ, όλοι σκυμμένοι στα κινητά τους. Το ίντερνετ το λέω ιντερνέτ και το φέησμπουκ, φεησμπούκ και η οικογένεια με κοροϊδεύει. Όμως τους περιέλαβα στο τραγούδι μου "Κατά Φεησμπούκ".

Τις σειρές, πού να τις κατατάξω; Παλιά προσπαθούσαμε τα παιδιά να μην βλέπουν πολύ τηλεόραση, τώρα παρακαλάμε μήπως και δουν καμιά ταινία και γλιτώσουν λίγο απ' το Φεησμπούκ και τα άλλα. Ταινίες βλέπω πολλές, αυτές τις μέρες το Πράσινο Βιβλίο και το Ρόμα· και οι δυο τέλειες. Τις σειρές τις κορόιδευα, ως ότου είδα μερικές που με καθήλωσαν, στο Cosmote  Cinema. Ενδεικτικά αναφέρω τις Luther, Fortitude, Tin Star, Τaboo, Peaky Blinders, Game Of Thrones και το αριστουργηματικό Vinyl των Μάρτιν Σκορτσέζε & Mick Jagger, το οποίο κόπηκε απ' την ΗΒΟ –κάτι που μαρτυρά μεγάλο ξεπεσμό του μεγάλου αδελφού, όπως έχω αναφέρει και σε μια άλλη πρόσφατη συνέντευξή μου. 

Όπου, να το πω με την ευκαιρία, μου συνέβη τo εξής εξωφρενικό. Έδωσα τρεις πολύ εκτεταμένες και νομίζω ενδιαφέρουσες απαντήσεις, στις τρεις ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν γραπτώς. Ο δημοσιογράφος αντέγραψε μια παλιά μου συνέντευξη, πιθανολογώ πριν 20-25 περίπου χρόνια, σίγουρα από κάπου στο ιντερνέτ,  και την προέταξε στις τωρινές μου απαντήσεις. Οι οποίες έτσι  φυσικά υποβαθμίστηκαν και το νόημά τους αλλοιώθηκε. Μπήκε κι ένας «πιασάρικος» τίτλος, για να μας τιμήσει υποθέτω, για μας όμως ταπεινωτικός, αφού ένα πρόβλημα που απασχολεί πάρα πολλούς συναδέλφους σχετικά με τα ψηφιακά δικαιώματά μας τέθηκε σαν δικό μας μόνο πρόβλημα. Έστειλα ένα μέιλ, αλλά ούτε απάντηση πήρα, ούτε αποκατάσταση έγινε.

Το 1997 βγάλατε έναν από τους δίσκους σας που αγαπώ ιδιαιτέρως, τη Μαστοράντζα Του Ερντεμπίλ. Σε αυτόν ζωντανεύει ένας ευρύτερος γεωγραφικός χώρος, μέσα στον οποίον ήρθαν κάποτε σε επαφή ο βυζαντινός κόσμος κι εκείνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας –με αποτέλεσμα, έτσι, να ζωντανεύουν και όσα μας ενώνουν στη συγκεκριμένη γειτονιά. Τι θα έλεγε πιστεύετε ο Σαγιάτ Νοβά, αν μπορούσε να βιώσει ως παρατηρητής τις πρόσφατες εξελίξεις στο Μακεδονικό;

Ο Βαγγέλης Παπαζαχαρίου, που έγραψε τους στίχους, μπορεί να σας πει πάρα πολλά και πολύ πρωτότυπα και ριζοσπαστικά, μεσ' απ' τα βιβλία του και πιθανόν δια ζώσης, αν τον ψάξετε και έχει διάθεση να μιλήσει, που συνήθως έχει. Στην 4η στροφή του τραγουδιού ακούμε: «Από τον Πύργο της Βαβέλ κρατάει / είπε το όρος Αραράτ, τον είδα / χωριό του ο έρωτας και τραγουδάει / πως η αγάπη δεν έχει πατρίδα».   

Τραγουδήσατε πρόσφατα, δίπλα στον Βαγγέλη Καζαντζή, το "Η Ζωή Ξυπνάει Για Δουλειά", για τον Σαχζάτ Λουκμάν: έναν συνάνθρωπό μας που δολοφονήθηκε την ίδια χρονιά με τον Παύλο Φύσσα (2013), κι αυτός από στοιχεία προσκείμενα στη Χρυσή Αυγή, χωρίς ωστόσο ο δικός του χαμός να πυροδοτήσει ανάλογες αντιδράσεις ή να λάβει αντίστοιχη δημοσιότητα. Θα 'ναι πάντα άλλο ο «ξένος και φτωχός» κι άλλο ο «γραικός», ακόμα και σε μια τέτοια περίπτωση;

Αυτό δεν είναι απόλυτο. Ο ξένος είναι ιερός στην παράδοσή μας. Συμβαίνει όμως στις σκοτεινές παρυφές της κοινωνίας μας, που δυστυχώς αυτόν τον καιρό σαν μολυσματική σκιά απλώνεται στον κόσμο, σαν το «κακό» στον Άρχοντα Των Δαχτυλιδιών.  

Σε άλλες σας συνεντεύξεις, έχετε δηλώσει ότι παρακολουθείτε αρκετά την πολιτική επικαιρότητα. Πώς βλέπετε λοιπόν τις επικείμενες εκλογές;

Έχετε δίκιο. Την παρακολουθώ. Τις βουλευτικές θα εννοείτε. Εκεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχει ισχυρούς συμμάχους αρκετούς απ' τους αντιπάλους του,  κι έτσι το παιχνίδι δεν παίζεται στα ίσια. 

Παρακολουθώντας λοιπόν αυτόν τον καιρό την πολιτική επικαιρότητα θυμήθηκα το παρακάτω, και το θυμάμαι συχνά: διάβαζα ένα πολύ ωραίο διήγημα επιστημονικής φαντασίας, με ταξίδι στον χρόνο. Μια οικογένεια, με δύο παιδιά, είχαν πάει στα Ιεροσόλυμα τις μέρες του Πάσχα ως ταξιδιώτες του χρόνου, με γραφείο ταξιδίων, εκπαίδευση στη γλώσσα, στη συμπεριφορά κλπ. Συμμετέχοντας στην ανάβαση του Ιησού στον Γολγοθά, ρίχνοντας ντομάτες και βρίζοντας –όπως τους είχαν εκπαιδεύσει να κάνουν για να μην τους αντιληφθούν– ήρθε του ενός παιδιού να ουρήσει. Πήγαν πίσω από ένα σπίτι και, βλέποντας μια οικογένεια φοβισμένη, να κρύβεται σ' ένα ημιυπόγειο, κατάλαβαν πως οι ντόπιοι κρύβονταν και όσοι συμμετείχαν στην πορεία του μαρτυρίου ήταν ταξιδιώτες του χρόνου. 

Την παραπάνω ιδέα τη συσχετίζω με το εξής: αυτόν τον καιρό αισθάνομαι ότι οι περισσότεροι υποστηρίζουν ό,τι υποστηρίζουν για άλλους λόγους από εκείνους που επικαλούνται. Πού ήταν όλοι αυτοί που φωνάζουν σήμερα για τη Μακεδονία, όταν επί τόσες δεκαετίες το όνομα χρησιμοποιούνταν και από εμάς για να αποτρέψουμε τη βουλγαρική διείσδυση ή δεν αντιδρούσαμε στη χρήση του; Πού ήταν όλοι αυτοί οι πολεμοχαρείς  όταν στους χάρτες των  αναγνωστικών του δημοτικού, στη θέση της γείτονος αναγραφόταν Μακεδονία; Πού ήταν όταν το επίσημο κράτος κυνηγούσε τη σλαβική διάλεκτο, την ώρα που ο οπλαρχηγός καπετάν Κώττας –εμβληματικός Έλληνας οπλαρχηγός– ήταν σλαβόφωνος και αρβανιτόφωνος, όπως και ο Μάρκος Μπότσαρης και οι Σουλιώτες; Πόσοι από μας θα υποστηρίζαμε, αν ζούσαμε τότε, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος αν δεν έκανε το 1916 την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, τότε αντίο Βόρεια Ελλάς για την Ελλάδα; Ο Σέρβοι περίμεναν στα 50 χλμ. 

Φοβάμαι ότι τώρα το πρόβλημα, για τους υποκινητές των διαμαρτυριών, δεν είναι τόσο η Μακεδονία, αφού τα μάτιά μας τα βγάζαμε τόσες δεκαετίες, όσο το να φύγει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Και βάζουν φωτιά στον τόπο. Ξεχνάμε πόσες φορές την εθνικιστική έξαρση ακολούθησε εθνική καταστροφή. Καταλήγω λοιπόν ότι άλλες είναι οι αιτίες των διαμαρτυριών. Αυτές αξίζει να εντοπίσουμε. Για παράδειγμα, δεν μου βγαίνει από το μυαλό  ότι η πλειονότητα των βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας συμφωνεί και επί πλέον ανακουφίστηκε με την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών. 

Για να μην παρεξηγιόμαστε, τα παραπάνω τα λέω ανεξάρτητα απ' τη δική μου θέση για τη συμφωνία. Το ότι δεν έχω βρεθεί σε κόμματα δεν το θεωρώ προσόν, απλά μου ήταν ξένο και είχε κι ένα καλό: μου επέτρεψε να διατηρώ το δικαίωμα να κριτικάρω και να αμφιβάλλω. 

«Στο 'χω πει πολλές φορές, ό,τι χάσαμε δεν θα το ξαναβρούμε». Πώς πορευόμαστε, τώρα που σιγά-σιγά την τρώμε κι αυτήν τη δεκαετία του 21ου; Τι λέει το γκάλοπ; Θα βρούμε τουλάχιστον το χιούμορ μας ή πάει, το έφαγε η Κρίση;

Όποιος το 'χασε το 'χασε, αυτός που το 'χει το χαίρεται. Η Κρίση το επιτείνει και στις δύο περιπτώσεις. Το κακό με το πέρασμα της δεκαετίας είναι πως μας προσθέτει χρόνια και μας κάνει να νιώθουμε χαζοχαρούμενοι, κυρίως στο πάλκο, όταν κυριολεκτικά νιώθουμε κάπου γύρω στα είκοσι.



29 Σεπτεμβρίου 2021

Attika - συνέντευξη (2018)


Τριάντα στρογγυλά έτη μετά τον τελευταίο τους δίσκο When Heroes Fall, οι Attika επέστρεψαν με καινούρια δουλειά, πάντα σε US metal ρυθμούς, τώρα που επανεκτιμώνται από κοινό και κριτικούς. Έχουν μάλιστα και κατά το ήμισυ αυθεντική σύνθεση, αφού το παρών δίνουν εν έτει 2021 τόσο ο τραγουδιστής Robert Van War, όσο και ο ντράμερ Jeff Patelski.

Μια κριτική για το φετινό άλμπουμ Metal Lands βρίσκεται ήδη στις ηλεκτρονικές σελίδες του MiC. Η κυκλοφορία του, εντωμεταξύ, παρέχει μια καλή αφορμή αναδρομής σε μια κουβέντα που έκανα με τον Van War τον Μάιο του 2018, λίγο πριν την πρώτη έλευση των Attika στην ...Αττική, για το Up The Hammers Festival εκείνης της χρονιάς. Όπως βέβαια μου εξήγησε ο Αμερικανός τραγουδιστής, τα της Αττικής δεν έχουν σχέση με τα δικά μας μέρη: τα εμπνεύστηκαν από μια φυλακή της Νέας Υόρκης, περίφημη κάποτε λόγω μιας εξέγερσης κρατουμένων.

Η συζήτησή μας δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. Δεν ήταν μπάντα πρώτης γραμμής οι Attika, ήταν όμως αξιόλογοι, μπήκαν μάλιστα και στον κόπο να προσδέσουν την US metal αισθητική σε στίχους που συχνά λάμβαναν και κοινωνικό περιεχόμενο. 

Τραγούδια δε όπως το "Glory Bound" (το ακούτε και στον σύνδεσμο στο τέλος της ανάρτησης) παραμένουν αέναα αγαπημένα στιγμιότυπα της πωρωτικής αγουράδας του US metal της δεκαετίας του 1980, έστω κι αν απηχούν εν τέλει το Παράδειγμα των Armored Saint, όπως παραδέχεται άλλωστε και ο Van War στην κάτωθι κουβέντα μας.


Λίγες μέρες μας χωρίζουν πλέον από την έλευσή σας στην Αθήνα, για το Up The Hammers Festival 2018. Αυτή δηλαδή που θα είναι και η πρώτη ευρωπαϊκή συναυλία στην ιστορία σας. Έχετε ξανάρθει στην Ελλάδα, ίσως ως τουρίστες; 

Προσωπικά δεν έχω ξανάρθει ποτέ στην Ελλάδα, θα είναι η πρώτη φορά. Οι Attika το περιμένουμε πώς και πώς το Up The Hammers. Κι ελπίζουμε να γνωρίσουμε από κοντά πολλούς φίλους που τους ξέρουμε μόνο μέσω Facebook. Αισιοδοξώ επίσης ότι αυτή η συναυλία θα ανοίξει για μας περισσότερες πόρτες. 

Attica: πόλη στη Νέα Υόρκη, μα και περίφημη φυλακή, που έγινε διεθνώς γνωστή λόγω μιας εξέγερσης κρατουμένων πίσω στο 1971. Εσείς όμως τη γράφετε με k και όχι με c, ερχόμενοι έτσι πιο κοντά στο πώς γράφουμε εμείς την Αττική. Τι έχει συμβεί εδώ; 

Α, στην πραγματικότητα είναι κάτι απλό! Όταν ξεκινήσαμε δοκιμάσαμε διάφορα ονόματα για το γκρουπ, γιατί ψάχναμε για κάτι που θα έμενε εύκολα στη μνήμη. Κατασταλάξαμε έτσι στη φυλακή Attica. Όσο για τη γραφή, έγινε εντελώς ενστικτωδώς. Είπα δηλαδή τότε στον Joe Longobardi –τον αυθεντικό μας κιθαρίστα– να αλλάξουμε το c με k, γιατί θα φαινόταν καλύτερα σαν λογότυπο. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα για την ελληνική Αττική. 

Πες μας δυο λόγια με την ευκαιρία και για τον τόπο καταγωγής σας. Πώς πρέπει να φανταστούμε τη Melbourne της Φλόριντα; Πώς ήταν για σας το να μεγαλώνετε εκεί; 

Πίσω στη δεκαετία του 1970, η Melbourne ήταν μικρή κωμόπολη, με μία μόλις περιοχή γεμάτη εμπορικά καταστήματα. Πλέον είναι μια αρκετά μεγάλη πόλη, η οποία συνεχίζει να μεγαλώνει. 

Όταν ήμασταν έφηβοι, δεν υπήρχαν και πολλά να κάνεις εκεί. Είχαμε όμως πρόσβαση στη θάλασσα, οπότε υπήρχε παραλία και η ευκαιρία να παίζουμε πολλές ώρες έξω από το σπίτι. Χτίζαμε λοιπόν φρούρια πάνω στα δέντρα, παίζαμε kickball και μαθαίναμε να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας. 

Αλήθεια, πίσω στο 1986 που ξεκινήσατε τους Attika, ξέρατε ότι υπήρχε κι άλλη metal μπάντα με το ίδιο όνομα, στην πολιτεία της Ουάσινγκτον; 

Όχι, δεν είχαμε ιδέα. Τότε βλέπεις δεν είχαμε μέσα κοινωνικής δικτύωσης κι εκεί στη Melbourne ήμασταν 5 χρόνια πίσω (μη σου πω και 10) σε σύγκριση με την ενημέρωση που υπήρχε σε μεγάλεις πόλεις, όπως π.χ. το Μαϊάμι. 

Ο πρώτος σας δίσκος Attika (1988), φέρνει κατά νου τις πρώιμες ημέρες των Iron Maiden, κάτι που πρόσεξε και το Kerrang! στην κριτική που σας έκανε. Σας άρεσαν πράγματι οι Iron Maiden; Τι άλλο ήταν τότε «μεγάλο» για σας; 

Σε εκείνο το ντεμπούτο προσπαθούσαμε να βρούμε τους εαυτούς μας, μουσικά μιλώντας. Ξέραμε ότι θα ήμασταν μια metal μπάντα, αλλά κατά τα λοιπά δεν ήμασταν καθόλου σίγουροι προς τα πού πηγαίναμε. Νομίζω ότι ισχύει πως μια μεγάλη επιρροή των Attika στάθηκαν οι Iron Maiden. Όμως μας επηρέασαν εξίσου και συγκροτήματα σαν τους Judas Priest, τους Black Sabbath, τους Deep Purple και τους Queen. 

Σ' αυτό το ντεμπούτο έχετε κι ένα τραγούδι που το υπεραγαπώ, το "Glory Bound". Έχει κάποια ιδιαίτερη ιστορία; Αληθεύει ας πούμε ότι τον τίτλο τον εμπνευστήκατε από τους Armored Saint;

Είναι αλήθεια, ναι. Τότε άκουγα το δικό τους ντεμπούτο March Of The Saint (1984) και μου άρεσε πολύ το τραγούδι "Glory Hunter". Σκέφτηκα λοιπόν ότι ο στίχος «Glorybound» θα γινόταν φοβερός τίτλος. Ο Joe έγραψε τη μουσική κι εγώ τους στίχους, έχοντας κατά νου την ιδέα μιας διαμάχης. Όλοι βασικά θέλουμε να κάνουμε ό,τι είναι σωστό, ίσως και ό,τι είναι προσδοκώμενο από μας· αλλά την ίδια στιγμή έχουμε και μια επαναστατική φύση, με την οποία πρέπει να πολεμήσουμε. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να το αναπαραστήσεις όλο αυτό, από το κλασικό πλαίσιο καλό εναντίον κακού; 

Το δεύτερό σας άλμπουμ When Heroes Fall (1991) θεωρείται πλέον κλασικό για τον underground US metal ήχο, αλλά για σας υπήρξε το τέλος του δρόμου: από τότε δεν ξαναβγάλατε κάτι και τελικά διαλυθήκατε το 1996. Τι σας απογοήτευσε τόσο πολύ;

Κι όμως, εκείνα τα χρόνια είχαμε έτοιμα 6 καινούρια τραγούδια, για τον δίσκο που επρόκειτο να διαδεχθεί το When Heroes Fall. Δουλεύαμε μάλιστα με έναν παραγωγό που ήρθε μαζί με τον Chris Rutherford, ο οποίος είχε κάνει μηχανικός ήχου στους Anthrax για το Among The Living (1987). Οι δυο τους έφεραν μάλιστα και αντιπροσώπους της Island σε μια συναυλία μας στο Μαϊάμι. 

Παίξαμε καλά τότε, αλλά ήταν καιροί με αρκετή εσωτερική ένταση στο γκρουπ. Η Island ήθελε να προχωρήσουμε, απαιτούσε όμως να αλλάξουμε οπωσδήποτε κάποια μέλη. Τα βάλαμε λοιπόν κάτω με τον Joe και τους απαντήσαμε ότι δεν θα το κάναμε. Δυστυχώς. Γιατί πολύ σύντομα θα αποδεικνυόταν πως αυτές οι αλλαγές θα γίνονταν έτσι κι αλλιώς. 

Έχω διαβάσει αρκετά πράγματα για σας, λίγοι όμως έχουν σταθεί νομίζω στους στίχους σας, στους οποίους μιλούσατε συχνά για κοινωνικά θέματα, δίχως να αποφεύγετε την πολιτική αιχμή. Σας ιντριγκάρει ακόμα αυτή η πραγματικότητα; Πώς αποτιμάτε από τη δική σας σκοπιά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ; 

Πλέον οι Attika δεν ασχολούνται τόσο με τα πολιτικά. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν υπάρχουν θέματα στις σημερινές Η.Π.Α. –το μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου, είναι η εμπιστοσύνη. Συνεχίζουμε πάντως να έχουμε δύο μεγάλα κόμματα, με το ένα να βρίσκεται στο άκρο του άλλου. Νομίζω ότι πολύς κόσμος στην Αμερική κουράστηκε από την οικογενειοκρατία στο προεδρικό αξίωμα, με όλους αυτούς τους Kennedy, τους Bush και τους Clinton. Και αναζήτησε κάτι διαφορετικό.  
 
Μαθαίνω ότι ετοιμάζετε νέο άλμπουμ. Θα κυκλοφορήσει το καλοκαίρι; Τι μπορείς να μας πεις γι' αυτό, τη δεδομένη στιγμή;

Αυτή τη στιγμή συζητάμε με διάφορες δισκογραφικές. Θα μπούμε στο στούντιο να γράψουμε Ιούλιο και Αύγουστο, οπότε, αν πρέπει να προβλέψω για το πότε θα βγει, θα έλεγα τέλη της χρονιάς. Μουσικά να περιμένετε κάτι ελαφρώς αλλιώτικο από το παρελθόν, καθώς πλέον γράφω τα περισσότερα κομμάτια ως δίδυμο με τον Bill Krajewski, ο οποίος είναι αρκετά διαφορετικός ως μουσικός από τον Joe –αμφότεροι ασφαλώς είναι καταπληκτικοί. Πιστεύω ότι θα αρέσει στους fans. Ο δίσκος θα λέγεται (μάλλον) Metal Lands

Θα πάρουμε κάποια πρώτη γεύση του στο Up The Hammers;

Ναι, καθώς έχουμε συμπεριλάβει δύο νέα κομμάτια στη setlist. Αρκεί να μας βγουν οι χρόνοι. Έχουμε διαλέξει μόνο ένα τραγούδι από το ντεμπούτο –και δεν θα δυσκολευτείς να βρεις ποιο είναι! Ελπίζουμε ότι θα σας αρέσουμε, πιστεύουμε ότι θα περάσουμε εξαιρετικά και στο live και στην Ελλάδα. 



27 Σεπτεμβρίου 2021

The Tiger Lillies - ανταπόκριση (2016)


Το βαθμιαίο ξαναζέσταμα των διεθνών συναυλιών, τώρα τουλάχιστον που το επιτρέπει ο καιρός, φέρνει ξανά στην Αθήνα και τους πολυαγαπημένους του εγχώριου κοινού Tiger Lillies.

Μεθαύριο Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου, η παρέα του Martyn Jacques παρουσιάζει στο Ηρώδειο το The Crack οf Doom and Other Quarantine Tales: την πιο ελληνική από τις μέχρι τώρα παραστάσεις της, καθώς περιστρέφεται γύρω από το νέο άλμπουμ Greek Songs, το οποίο βασίστηκε σε στίχους παλιών ρεμπέτικων τραγουδιών. Μαζί βέβαια με αυτό θα ακουστούν και κομμάτια γραμμένα κατά την πρόσφατη πανδημία –γι' αυτό και το «quarantine tales» του τίτλου.

Δοθείσης της αφορμής, λοιπόν, ακολουθεί ένα κείμενο για τη sold-out συναυλία του Αυγούστου 2016 στο Κηποθέατρο Παπάγου, όπου το σκοτεινό τους punk καμπαρέ ξετύλιξε την παράσταση Madame Piaf: Songs From The Gutter, που εδραζόταν ασφαλώς στο άλμπουμ Madame Piaf του 2016. Αν θαύμασα κάτι τότε, ήταν ότι, παρά τα τόσα χρόνια πορείας και τους πάμπολλους πλέον δίσκους που αναπόφευκτα είχαν αρχίσει να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους, οι Tiger Lillies μόνο «δεδομένοι» δεν φάνηκαν. Παρέμειναν αντιθέτως μια σύναξη κλόουν έτοιμων να τραγουδήσουν τις ευχές και τις κατάρες ενός κόσμου στις παρυφές της μοντέρνας πόλης, εκεί όπου το άστυ συνορεύει με τους (κυριολεκτικούς, αλλά και μεταφορικούς) υπονόμους.

Η ανταπόκριση αυτή είχε δημοσιευτεί τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.


Παρότι οι ιθύνοντες έβαλαν και μερικές εξτρά καρέκλες στα πλάγια, το πράγμα είχε φανεί από νωρίς για όσους παρακολουθούσαν το event στο Facebook: το Κηποθέατρο Παπάγου είχε γίνει sold-out (χωράει 1.500 άτομα) και αρκετοί έψαχναν εναγωνίως για ένα εισιτήριο, σε μια Αθήνα η οποία κατά τα λοιπά παρέμενε άδεια, κρίνοντας από την άνεση στους δρόμους. 

Τώρα, γιατί δεν επιλέχθηκε ένας μεγαλύτερος χώρος –με δεδομένη τη δημοτικότητα της παρέας του Martyn Jacques στην Ελλάδα– γιατί ο πήχης της όλης συναυλίας κρατήθηκε στα «χαμηλά» (μόνο η μπάντα, χωρίς προβολές ή εξτρά προσωπικό επί σκηνής), γιατί το ένα, γιατί το άλλο, είναι ερωτήματα για ρεπορτάζ και όχι για ατέλειωτα φεϊσμπουκικά σενάρια. Γεγονός είναι, αν τα θυμάμαι καλά, πως οι Tiger Lillies δεν έχουν ξαναπαίξει στα μέρη μας από το 2011 και μετά, από εκείνη δηλαδή την ιστορική τους εμφάνιση στο Σύνταγμα εν μέσω της πλέον ταραγμένης πολιτικής περιόδου από τη Μεταπολίτευση κι έπειτα. Γεγονός είναι, επίσης, ότι εξακολουθούν να βγάζουν πολλούς δίσκους (έχουν ήδη τρεις για το 2016), με την κριτική να βρίσκει ότι πλέον έχει επέλθει κόπωση στα εκφραστικά μέσα.  

Εν τέλει, πάντως, όλα αυτά έχουν μικρή μόνο σημασία. Γιατί όταν οι Tiger Lillies ανεβαίνουν στη σκηνή, βρίσκονται στον φυσικό τους χώρο. Και το ίδιο ακριβώς συνέβη και στου Παπάγου, σε μια συναυλία που την κέρδισαν κυριολεκτικά με το καλημέρα, με την έξυπνη προσαρμογή του "Love For Sale" του Cole Porter (1930) στο δικό τους στυλ. Μέρος της επιτυχίας υπήρξαν σίγουρα τα τραγούδια του δίσκου Madame Piaf, τα οποία κι αποτέλεσαν «κορμό» της όλης Songs From The Gutter παράστασης: είναι το δυνατότερο υλικό τους εδώ και χρόνια. Όμως δεν πρέπει να παραβλέψουμε ότι η πλήρης Tiger Lillies εμπειρία ήταν και παραμένει σκηνική. Είναι πάντα αλλιώς να τους βλέπεις, γι' αυτό και το μακάβριο καμπαρέ τους πραγματικά άνθισε μέσα στους καπνούς και κάτω από τα υποβλητικά μπλε ή κοκκινωπά φώτα του Κηποθεάτρου. 

Ο Martyn Jacques παραμένει «ψυχή» της εν λόγω σύναξης κλόουν, που δείχνουν έτοιμοι να τραγουδήσουν τις ευχές και τις κατάρες ενός κόσμου στις παρυφές της μοντέρνας πόλης, εκεί όπου το άστυ συνορεύει με τους (κυριολεκτικούς, αλλά και μεταφορικούς) υπονόμους. Είτε παίζοντας το πράσινο ακορντεόν του, είτε το αυτοσχέδιο γιουκαλίλι του, είτε καθήμενος στο πιάνο, είτε πιάνοντας τη φυσαρμόνικα, παραμένει ένας πολυοργανίστας ολκής. 

Ως τραγουδιστής, επιπλέον, είναι φοβερός. Η φωνή του αντηχεί καθαρή, δυνατή, με ένα αλλόκοτο σοπράνο στυλ που πιο κοντά στη ροκ εν ρολ κουλτούρα εδρεύει, παρά στον κόσμο της όπερας. Γι' αυτό ίσως και να φέρνει ενίοτε κατά νου εκείνη την άλλη υπέροχη περίπτωση, τον αδικοχαμένο Klaus Nomi. Δίπλα του, βέβαια, είχε δύο θαυμάσιους συμπαραστάτες: τόσο ο εξαιρετικός ντράμερ Jonas Golland (ο οποίος μπήκε στο σχήμα μόλις πέρυσι), όσο και ο αεικίνητος Adrian Stout σε μπάσο, κοντραμπάσο, μουσικό πριόνι και θερεμίνη, έπαιξαν εξαιρετικά –με τον δεύτερο να παίρνει άριστα σε στυλ και σκηνική παρουσία, μοιάζοντας με ζόμπι που κάνει καλλιτεχνική καριέρα. 

Αλλά και η «μαντάμ Πιάφ» τιμήθηκε δεόντως και με τη σειρά της έδωσε «αέρα» στο βρετανικό τρίο, το οποίο έφτασε σε αρκετές κορυφώσεις είτε με δικά του κομμάτια εμπνευσμένα από τη ζωή της στην «άγρια» πλευρά του Παρισιού ("Edith Loves Albert", "Mad", "Glass Of Wine"), είτε με ευφάνταστες διασκευές σε επιτυχίες της ("No Regrets", "Padam", "La Vie En Rose"). Σε κάθε περίπτωση, οι Tiger Lillies μπόρεσαν κι ένωσαν το Παρίσι της Πιάφ με τη δική τους ατέλειωτη διελκυστίνδα ανάμεσα στο μπρεχτικό Βερολίνο και στη φιλοσοφία που κληροδότησε η κοσμογονική ανακατωσούρα του punk. 

Το ετερόκλητο κοινό με τον ανεβασμένο μέσο όρο ηλικίας ίσως δεν ήξερε τα τραγούδια του Madame Piaf, παρακολούθησε όμως με φανερό ενδιαφέρον και χειροκρότησε θερμά. Απογειώθηκε δε στο encore, όταν οι Tiger Lillies έκαναν μια σύντομη επίσκεψη στο παρελθόν εκείνο που έχει τόσο αγαπηθεί στη χώρα μας: ειδικά τα "Bully Boys" και "Crack Of Doom" οδήγησαν σε εκστατικές αντιδράσεις, με το τελευταίο να κλείνει μία ακόμα πολύ καλή εμφάνιση του βρετανικού τρίο στην Ελλάδα. Ό,τι κι αν λέγεται λοιπόν για τους δίσκους τους, επί σκηνής ο Jacques και οι συνοδοιπόροι του παραμένουν δύναμη.




25 Σεπτεμβρίου 2021

Khatia Buniatishvili - ανταπόκριση (2011)


Ημέρες Νυχτών Πρεμιέρας οι τελευταίες του Σεπτέμβρη, ημέρες όμως και με μεγάλους πιανίστες στο Μέγαρο Μουσικής. Χθες ξεκίνησε η άτυπη τριλογία τους με τον Evgeny Kissin, αύριο συνεχίζεται με την Khatia Buniatishvili, ολοκλήρωση τέλος του μήνα με τον Ivo Pogorelić.

Νεότερη ανάμεσα στους τρεις, η 34άχρονη Buniatishvili από τη Γεωργία είναι αυτή που εξακολουθεί να θεωρείται «αμφιλεγόμενη». Όταν εμφανίστηκε δηλαδή στα πράγματα, μία δεκαετία πριν, αντιμετώπισε ποικίλες αντιδράσεις από τους πιο σφιχτοκουμπωμένους ανάμεσα στο κλασικό κοινό. Τι για τα φορέματα που διάλεγε της είπαν, τι για τα νιάτα της και το ευπαρουσίαστό της (ότι αποπροσανατόλιζαν από τις μουσικές της δεξιότητες), τι ότι εξυπηρετούσε μηχανισμούς του μάρκετινγκ για να πουληθούν δίσκοι σε μια δύσκολη για τη βιομηχανία εποχή, τι για το παίξιμό της, το οποίο ήταν στην καλύτερη άγουρο και εφετζίδικο. Δεν τους μετέπεισαν ούτε κάποια θετικά σχόλια της Martha Argerich, ούτε το βιογραφικό της (πρώτο κονσέρτο στα 6, καλές σπουδές στη Βιέννη), ούτε η αντίθετη γνώμη διαφόρων έγκριτων αρθρογράφων. 

Οι αντιδράσεις αυτές δεν έχουν κοπάσει, πλέον όμως φαντάζουν ως προερχόμενες από μια ξινή μειονότητα. Χολωμένη ίσως που της χάλασαν κάποια από τα «κουτάκια» με τα οποία έχει μάθει να αντιμετωπίζει μια περφόρμανς πιάνου, διακατεχόμενη ίσως και από μια επιθυμία πατροναρίσματος της γυναικείας παρουσίας στο κλασικό σύμπαν. Αλλά η Buniatishvili έχει πια εδραιωθεί και έρχεται τώρα στο Μέγαρο Μουσικής με το στάτους μιας «μεγάλης πιανίστριας» των δικών μας καιρών.

Η ευκαιρία είναι λοιπόν καλή για μια αναδρομή στον Δεκέμβριο του 2011, όταν είχε πρωτοφανεί στο κλασικό στερέωμα και είχε έρθει και πάλι στην Αθήνα –ως «rising star», τότε– δίνοντας μια εντυπωσιακή συναυλία στην αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου. Μια ανταπόκριση δημοσιεύτηκε με εκείνη την αφορμή στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. Φρέσκα κείμενα για τον Kissin, την αυριανή Buniatishvili και τον Pogorelić αναμένονται στα προσεχώς, όχι όμως εδώ, αλλά στα μέσα με τα οποία συνεργάζομαι επί του παρόντος.


Πλάνο #1: το κοινό. Γέμισε η αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου την περασμένη Τετάρτη, με κόσμο όμως ετερόκλητο. Δεν είχες δηλαδή μόνο το κλασικό κοινό του Μεγάρου, τους καλοντυμένους μεσήλικες που πάντα παίρνουν ταξί με φόρα προς την Κηφισίας αποχωρώντας. Είχες κι άλλες φάτσες, πιο κάζουαλ ντυμένες, καθώς και αρκετό νεαρόκοσμο, αγόρια και κορίτσια τα οποία έφυγαν με τα πόδια μετά τη συναυλία, με την πυξίδα να δείχνει προς Μαβίλη και πιθανό early drink. Δεν ήταν τυχαία αυτή η σύσταση. Αντιθέτως, ήταν μάλλον η πρέπουσα για μια καλλιτέχνιδα η οποία ήρθε να παίξει στο Μέγαρο Μουσικής υπό τη «Rising Stars» ταμπέλα του φετινού προγραμματισμού. 

Πλάνο #2: η Khatia Buniatishvili απέναντι στο κοινό. Είναι όπως στις promo φωτογραφίες. Με αυτό το μαλλί, με το συγκεκριμένο κραγιόν, με την ευγενική συστολή που και μέρος του κώδικα αποτελεί μα και τα 24 της χρόνια αντανακλά –όπως και το γεγονός ότι τώρα, ουσιαστικά, βγαίνει από το αυγό. Εμφανίστηκε μπροστά μας με όμορφο (μαύρο) βραδινό φόρεμα, μας χάρισε ένα ντροπαλό χαμόγελο και μια υπόκλιση κι έσπευσε να κάτσει στο πιάνο. Το σκηνικό επαναλήφθηκε έπειτα κάμποσες φορές: κάθε που τελείωνε μια ενότητα, σηκωνόταν, χαμογελούσε, υποκλινόταν. Το ίδιο και στο διάλειμμα, το ίδιο ακόμα και στο τέλος, όταν η αίθουσα Δημήτρη Μητρόπουλου αντήχησε από τα μπράβο και τα παρατεταμένα χειροκροτήματα, υποχρεώνοντάς τη σε encore. Κουβέντα δεν μας είπε. Ούτε ευχαριστώ, ούτε καλησπέρα, ούτε καληνύχτα. Χαμόγελο, υπόκλιση, τέλος. Έσπευδε μάλιστα σε κάθε περίσταση να καταφύγει στο πιάνο, σαν να αισθανόταν πιο άνετα εκεί, παρά ενώπιον της πλατείας. 

Πλάνο #3: η Khatia Buniatishvili μόνη με το πιάνο της. Ολική μεταμόρφωση. Το συνεσταλμένο, αμήχανο κορίτσι με το βραδινό μαύρο φόρεμα γινόταν ένας δαίμονας. Πολύ δύσκολα θα αποφύγεις να φέρεις κατά νου τη ρήση του Νίκου Δοντά για το «διαβολικό της ταμπεραμέντο». Η Buniatishvili δεν είναι απλώς άλλη μία άρτια εκπαιδευμένη μουσικός, διαβασμένη στο μάθημά της, με μια στάνταρ δεξιοτεχνία. Έχει στόφα διακατεχόμενη από αυτό το «κάτι». Αν το ψυλλιάζεσαι στο δισκογραφικό της ντεμπούτο για τη Sony Classical, το έβλεπες να ζωντανεύει καρέ-καρέ μπροστά στα μάτια σου στο Μέγαρο Μουσικής, καθώς ο Φρεντερίκ Σοπέν διαδεχόταν τον Φραντς Λιστ, δίνοντας τη σκυτάλη στον Ιγκόρ Στραβίνσκι. 

Το κορμί της λικνιζόταν άγρια, σε σημεία έμοιαζε έτοιμη να σηκωθεί και να παίξει όρθια. Τα μαλλιά της συχνά έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό της: έμοιαζε περισσότερο να κάνει headbanging, παρά να εκτελεί μια σύνθεση. Κι όλα αυτά δεν ήταν ένα σόου, αλλά ο τρόπος επικοινωνίας της με τη μουσική: δινόταν σε εκείνη και αναδυόταν σφριγηλή, με απίστευτης δυναμικής εντάσεις και με έναν αραχνοΰφαντο λυρισμό στις στιγμές όπου έπρεπε να τονίσει άλλα συναισθήματα. Κάπως έτσι, η "Σονάτα για Πιάνο σε Σι Ελάσσονα" του Λιστ γνώρισε μια συναρπαστική εκτέλεση, τρία σκέρτσα του Σοπέν υπηρετήθηκαν άριστα ως προς τα όσα προστάζει ο τίτλος τους, ενώ τα τρία μέρη του "Πετρούσκα" –ίσως τα πιο οικεία στο κοινό– ήχησαν λαμπερά και πολυδιάστατα, όπως τους πρέπει. 

Πλάνο #4: έχει μόλις τελειώσει το encore, με μία από τις ομορφότερες συνθέσεις που ακούσαμε στη συναυλία –μια παραδοσιακή μελωδία από τη Γεωργία– και, εν μέσω χειροκροτημάτων, μια κυρία κάποιας ηλικίας προσεγγίζει τη σκηνή με μια ανθοδέσμη και, κλαίγοντας, αγκαλιάζει την Khatia Buniatishvili και της φιλάει τα χέρια. Γεωργιανή που μένει χρόνια στην Ελλάδα, η κυρία ήρθε να καμαρώσει τη συμπατριώτισσά της για την οποία τόσα είχε ακούσει. Κι αυτό που αισθάνθηκε μάλλον δεν μπόρεσε κανείς μας να το συμμεριστεί το ίδιο βαθιά, όσο κι αν το ανατέλλον άστρο της Buniatishvili μας άφησε κατάπληκτους.