15 Ιουλίου 2021

Gravitysays_i - The Figures Of Enormous Grey And The Patterns Of Fraud [δισκοκριτική, 2011]


Η γνώμη μου για τις εγχώριες αγγλόφωνες απόπειρες που φιλοδόξησαν να συγκροτήσουν κάτι σαν σκηνή κατά τα τελευταία 20 χρόνια (βάλε-βγάλε), δεν είναι ιδιαίτερα καλή. Γνωρίζω ασφαλώς ότι αποτελώ μειονότητα στον «χώρο», καθώς άλλοι συνάδελφοι (για διάφορους και διαφορετικούς λόγους) έχουν υπάρξει πολύ γαλαντόμοι κατά καιρούς, τόσο σε επίθετα, όσο και σε βαθμολογίες.

Τώρα για τους συναδέλφους δεν μπορώ να μιλήσω. Προσωπικά, πάντως, βρίσκω αυτή την ας την πούμε πιο αυστηρή οπτική να δικαιώνεται καθώς κατακάθεται η σκόνη του χρόνου και μαζί της οι ενθουσιασμοί, η υπερβολή των «γραφιάδων του συναισθήματος» και η όποια ανάγκη να φανείς καλούλης, να σπρώξεις κάποιον φίλο/γνώριμο ή να σπρώξεις τη σκηνή που ποτέ τελικά δεν δημιουργήθηκε. Ταυτόχρονα, φαίνονται νομίζω και πιο καθαρά τα σημεία υπεροχής της σχετικής παραγωγής, δηλαδή το ποιοι ήταν τελικά οι δίσκοι που πέτυχαν πραγματικά να ξεχωρίσουν πέρα από τις μαϊμουδιές, κομίζοντας κάτι στο τραπέζι άξιο να το συζητάμε και να το επισκεπτόμαστε ξανά, μετά από καιρό. 

Ένας τέτοιος δίσκος είναι λοιπόν και το The Figures Of Enormous Grey And The Patterns Of Fraud των Gravitysays_i (2011), το οποίο έμαθα ότι γιορτάζει τα 10 του χρόνια επανακυκλοφορώντας –από τη Restless Wind, σε διανομή της Inner Ear. Είχα την τύχη να το ακούσω πριν βγει, ύστερα από ευγενική πρόσκληση του Μάνου Πατεράκη και του Νίκου Ρέτσου για μια γνώμη, όταν είχαν τελειώσει τις ηχογραφήσεις και αναζητούσαν label να το βγάλουν. 

Δεν συνηθίζω βέβαια να παρευρίσκομαι σε προακροάσεις, ούτε ιδιωτικές, ούτε από εκείνες που έστηναν παλιά οι δισκογραφικές. Αλλά για τους Gravitysays_i, το έκανα. Λίγο γιατί με είχαν εντυπωσιάσει με το ντεμπούτο The Roughest Sea το 2007 και ήθελα να δω τι είχαν σκαρώσει, λίγο γιατί ήξερα ότι δεν παίζουν συμφέροντα και πάρε-δώσε, αφού ούτε φίλοι ήμασταν, ούτε σε κοινές παρέες βρισκόμασταν. Θυμάμαι ακόμα την κατάνυξη στην οποία βούτηξα όταν το πρωτάκουσα και τη σιωπηρή μου έκπληξη όταν αναδύθηκε από τα πελάγη των ήχων ο αγαπημένος "Καϊξής" του Απόστολου Χατζηχρήστου (1948).

Περισσότερα είχα τη δυνατότητα να ξετυλίξω όταν βγήκε πια ο δίσκος και έγραψα γι' αυτόν μια κριτική. Δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις, με αφορμή την εορταστική επανέκδοση των 10 χρόνων. 


Στην Ελλάδα υπάρχουν θαυμάσιες αγγλόφωνες μπάντες, στις οποίες τα φώτα της δημοσιότητας αρνούνται σταθερά να πέσουν. Θέλετε γιατί η μουσική τους δεν είναι μαζική, άρα οι προβολείς εστιάζουν σε πράγματα πιο προσβάσιμα για το περίφημο «μέσο αισθητήριο»; Θέλετε γιατί όσοι αναλαμβάνουν να μας διαφωτίσουν αυτά μόνο καταλαβαίνουν, αυτά και προτείνουν; 

Και τα δύο παίζουν. Αλλά είναι κρίμα, όπως και να έχει. Γιατί, αν κάτι σπαρταράει στις μέρες μας, είναι η μουσική των GravitySays_i και κάποιων ανάλογων περιπτώσεων, έξω από «σκηνές» και από το hype που πεισματικά προσπαθεί να δημιουργήσει μια κοινότητα με πολύ μικρό αληθινό βεληνεκές. Εδώ συμβαίνουν τα θαύματα, σε δίσκους σαν το The Figures Of Enormous Grey And The Patterns Of Fraud

Αλλά ας εξηγηθώ. Αν σε κάτι εκπλήσσουν εδώ οι GravitySays_i, είναι στο πόσο σβέλτα έφτασαν σε ένα τέτοιο άλμπουμ: είναι μόλις το δεύτερό τους. Τα δόντια τους τα είχαν δείξει βέβαια με το Roughest Sea (2007), αλλά ο συνδυασμός έμπνευσης, υπέρβασης και πολλής ποιοτικής δουλειάς σε κάθε λεπτομέρεια της ηχογράφησης, κάνει το The Figures Of Enormous Grey And The Patterns Of Fraud να φαίνεται μίλια μακριά. Αξίζει μάλιστα να ακούσετε τους δύο δίσκους στη χρονολογική τους σειρά, ώστε να αντιληφθείτε γιατί το συγκρότημα, ενώ παραμένει οικείο και αναγνωρίσιμο, έχει προχωρήσει τόσο γρήγορα. Δραματικά γρήγορα, σε σημείο που αναρωτιέμαι τι να επιφυλάσσει ο μελλοντικός ορίζοντας.

Το άλμπουμ αποτελείται από δύο μόλις συνθέσεις, μακράς χρονικής διάρκειας και ουσιαστικά άτιτλες –ένα μέρος 1ον και 2ον λειτουργούν ως σημεία πλοήγησης. Συνθέσεις περίπλοκες σε κατασκευές και αναφορές, με πλοκή που είθισται να περιγράφουμε ως «κινηματογραφική», οι οποίες θέτονται στην υπηρεσία μιας κεντρικής ιδέας γύρω από τον Μοντέρνο Άνθρωπο και τις σκοτεινές πτυχές αυτής της επιφανειακά θαυμαστής μοντερνικότητας. Γι' αυτό και το γκρίζο είναι πελώριο, γι' αυτό και η μπάντα κάνει λόγο για «μοτίβα εξαπάτησης». Οι Pink Floyd αναδεικνύονται ασφαλώς σε κεντρική επιρροή, αλλά δεν έχει τόση σημασία: η κληρονομιά τους έχει αντιμετωπιστεί με θάρρος και με προσωπικότητα, ούτε μιμητικά, ούτε μεταπρατικά. 

Αμφότερες οι συνθέσεις αποτελούν περιπετειώδη και πολυσχιδή παζλ, με συχνά εξαιρετική δουλειά στις κιθάρες και στα χορωδιακά φωνητικά. Τα τελευταία ξενίζουν νομίζω σε πρώτη επαφή και μάλλον θα αποτελέσουν παράγοντα δυσπροσπέλαστο για εκείνο το «μέσο αυτί» που λέγαμε παραπάνω: δεν είναι συνηθισμένος ο κόσμος στη χορωδιακή λογική, ειδικά όταν χρησιμοποιείται σε όλη τη διάρκεια ενός άλμπουμ. Ωστόσο, η επιλογή της μπάντας είναι σωστή. Όποιος σκύψει δηλαδή πάνω από την όλη κεντρική ιδέα και ασχοληθεί με τους στίχους, θα κατανοήσει γιατί έπρεπε να υπάρχει αυτή η «κοινότητα» φωνών, αντί για έναν μοναχικό «πρωταγωνιστή». 

Εκεί ωστόσο που οι GravitySays_i εκτινάσσονται και με κάνουν να μιλάω όχι απλά για έναν εξαιρετικό δίσκο, μα και για μια πρόταση για το πώς το εγχώριο μπορεί να γίνει διεθνές χωρίς να πιθηκίζει ή να στρέφει πλάτη στην ταυτότητά του, είναι η δεύτερη σύνθεση. Σ' αυτήν, μπαίνει στο παιχνίδι ένας καταπληκτικά μεταλλαγμένος "Καϊξής", κατευθείαν από τη ρεμπέτικη κληρονομιά –θυμίζω ότι η πρώτη εκτέλεση χρονολογείται στο 1948 και ανήκει στον Απόστολο Χατζηχρήστο– ενώ ακούμε κι ένα σαντούρι να χαράσσει διαδρομές ασυνήθιστες, μα συναρπαστικές. 

Ο ήχος του είναι μεν γνώριμος, αλλά η χρήση του ευρηματική, μακριά από τις παραδοσιακές, ακόμα και από τις world συμβάσεις. Καθίστε λίγο και σκεφτείτε το: πολλοί από τους Αγγλοσάξονες καλλιτέχνες που έγιναν «μεγάλοι», κάτι τέτοιο δεν έκαναν ουσιαστικά; Έναν διαρκή, γόνιμο διάλογο με την παράδοσή τους, μέσα από τα φίλτρα και τις ανάγκες της δικής τους εποχής; Να τι κάνει και τους GravitySays_i σπουδαίους, ξεχωρίζοντάς τους από στρατιές μηρυκαστικών που, μη μπορώντας να βρουν πώς αλλιώς να παίξουν το παιχνίδι, μαϊμουδίζουν τις διεθνείς τάσεις.

Κλείνω όπως ξεκίνησα: ένας τέτοιος δίσκος, βγαίνει τελικά από ένα μικρό, ανεξάρτητο label –ίσως ο καλύτερος τρόπος να τον βρείτε είναι να περάσετε από το επικείμενο live των GravitySays_i στο Αμφιθέατρο του 9.84 στην Τεχνόπολη, στις 7 Μαΐου. Επιλογή μιας καχύποπτης μπάντας που δεν εμπιστεύεται το σύστημα και πιστεύει ότι θα τα καταφέρει κινούμενη underground; Αναγκαστική επιλογή, λόγω αδιαφορίας του κατεστημένου δισκογραφικού συστήματος; Δεν ξέρω την αιτία, βλέπω πάντως στην όλη υπόθεση ένα σημάδι των καιρών μας.



13 Ιουλίου 2021

Vergessenheit - Songbook [δισκοκριτική, 2019]


Οι κατέχοντες από φιλοσοφία, θα αναγνωρίσουν στη γερμανική λέξη vergessenheit (λήθη) έναν όρο που χρησιμοποιήθηκε από τον Μάρτιν Χάιντεγκερ για να προσδιορίσει την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει στο παρόν το «Ερώτημα για το Είναι».

Οι παρακολουθούντες τα εγχώρια μουσικά πράγματα, πάλι, ίσως αναγνωρίσουν το σχήμα που ξεκίνησαν το 2014 ο Αναστάσης Γρίβας με τον Κώστα Κακούρη. Τους πρωτοείδα ως (συναυλιακό) τρίο στο Six d.o.g.s. τον Μάιο του 2014, στο τότε Φεστιβάλ Πολλής Μουσικής –το είχα καλύψει δημοσιογραφικά μαζί με τον φίλο Βαγγέλη Πούλιο– αλλά απόκτησα πιο ολοκληρωμένη άποψη για τις περιπέτειές τους το 2019, όταν έφτασε στα χέρια μου το ντεμπούτο τους Songbook

Παρότι δεν έφτασε νομίζω ούτε καν σε ό,τι λέμε «ευρύτερο κοινό», το Songbook είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά άλμπουμ της δεκαετίας 2010-2020. Μια δουλειά με ήχους λιτούς και νοήματα πυκνά, που επικαλείται τον πολικό λυρισμό του Desertshore της Nico (1970) για να φτάσει σε τραγούδια για τα απόκρημνα της αγάπης, πλούσια σε φιλοσοφικές ενατενίσεις και ποιητικές διαθέσεις. Ίσως το ανακαλύψουν κάποιοι μελλοντικοί σκαπανείς της εγχώριας δισκογραφίας (εάν και εφόσον υπάρξουν), αποτιμώντας το όπως του πρέπει.

Πληροφορήθηκα ότι σύντομα η Outlandish Recordings θα κυκλοφορήσει και το δεύτερο άλμπουμ των Vergessenheit, με τίτλο Silence. Είναι λοιπόν μια καλή αφορμή αυτή για μια επαν-επίσκεψη στα του Songbook: μια κριτική είχε δημοσιευτεί πίσω στο 2020 για λογαριασμό του Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. 

* η κεντρική φωτογραφία ανήκει στην Joe Pateraki και προέρχεται από την εμφάνιση των Vergessenheit στο προαναφερόμενο Φεστιβάλ Πολλής Μουσικής 2014 


Ήχοι λιτοί, νοήματα πυκνά. Τραγούδια για τα απόκρημνα της αγάπης, πλούσια σε φιλοσοφικές ενατενίσεις και ποιητικές διαθέσεις. Με το φάντασμα της Nico να αναδύεται ποικιλοτρόπως στον απόηχό τους, καλώντας σε σύναξη όσους δεν έμειναν μόνο στα πεπραγμένα της με τους Velvet Underground, μα αγάπησαν και τον πολικό λυρισμό του Desertshore (1970), σε πείσμα των Robert Christgau αυτού του κόσμου. 

Το Songbook έχει βαθιά νερά, τα οποία δεν καλύπτονται από εύκολες κατηγοριοποιήσεις. Άλλωστε το «ποτάμι» που εκβάλλει εδώ έχει μακρά διαδρομή πίσω του, ανατρέχοντας τουλάχιστον ως το 3ο Φεστιβάλ Πολλής Μουσικής στο Six d.o.g.s. (2014), όταν ο Αναστάσης Γρίβας και ο Κώστας Κακούρης άρχισαν να ξετυλίγουν δημόσια το Vergessenheit νήμα. Το πιάνο του δεύτερου, συνδυασμένο με τα ηλεκτρονικά, τις λούπες και το γενικότερο sound design του πρώτου, δίνουν τους βασικούς πυλώνες στους οποίους αρθρώνεται ο δίσκος. Από εκεί και πέρα, οι ενορχηστρώσεις συμπληρώνονται (κατά το δοκούν) από τις κιθάρες και το μπάσο του Μιχάλη Καββαδία, το τσέλο του Σταύρου Παργινού και τη βιόλα da gamba της Νικολέτας Χατζοπούλου. 

Χωρισμένος σε δύο βασικές ενότητες –τραγούδια για την Αγάπη και την Απόγνωση, τραγούδια για το Τίποτα– ο δίσκος αποτελεί σταυροδρόμι. Στο οποίο κοντοστέκονται η αγγλική folk παρακαταθήκη, η αφαίρεση του μινιμαλισμού, η έντεχνη λογιότητα των Κεντροευρωπαίων συνθετών, ο John Cage, η Nico, η Nivhek έκφανση της Grouper, καθώς και η ποίηση του William Butler Yates και του William Ernest Henley. Οι ισορροπίες, ομολογουμένως λεπτές. Είναι όμως τόσο καλά πλεγμένο το συνθετικό υπόβαθρο, τόσο καίρια τα παιξίματα, τόσο επιτυχημένη η επιλογή των φωνών, ώστε δεν υπάρχουν ιδιαίτερες ρωγμές στη συνοχή, παρά τα διαστήματα που διατρέχονται. 

Το Songbook ξεκινάει με μια θαυμάσια ανάγνωση στη γνωστή μπαλάντα "Black Is The Color", με το πιάνο, τις κιθαριστικές πινελιές και την ιδιαίτερη ερμηνεία του Νίκου Σαλίγκαρου να ιχνηλατούν τις μακρινές σκωτσέζικες καταβολές της. Είναι τόσο καλή διασκευή, ώστε θα πρότεινε κανείς το CD και μόνο για την απόκτησή της. Παρά ταύτα, δεν είναι το καλύτερό του τραγούδι: ο τίτλος μάλλον ανήκει στο "Longing", με τους φοβερούς στίχους του Βασίλη Αθανασιάδη (των No Man's Land) για το βάρος των ανεκπλήρωτων πόθων και τις αυταπάτες που μπορεί να θρέψουν χρονίζοντας –πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν γράψει τόσο ουσιαστικά, στην εγχώρια αγγλόφωνη έκφραση. Για να το υπηρετήσει, η Κατερίνα Παπαχρήστου φεύγει από την indie βολή των Tango With Lions (από τους οποίους τη γνωρίζουμε), φτάνοντας σε ένα σπουδαίο στιγμιότυπο της τραγουδιστικής της καριέρας. Πολύ καλή είναι πάντως και η εκτέλεση του ίδιου του Αθανασιάδη: μια κρυφή, μη αναγραφόμενη στα περιεχόμενα προσθήκη, σε διαφορετικό κλίμα, που φέρνει σε αναγεννησιακό άσμα από την αυλή της Ελισάβετ της Α΄.

Ξεχωριστή μνεία αξίζει όμως και η παρουσία της Αυστριακής Susanne Wieser, η οποία αποτυπώνεται καταπληκτική σε ό,τι ερμηνεύει εδώ, παρότι αλλάζει αρκετά πρόσωπα. Στο "Reh Na Hoh", λ.χ., τραγουδάει σε μια ακατάληπτη, φανταστική γλώσσα, η οποία συνηγορεί στη folk ατμόσφαιρα του κομματιού. Στο "Pale Dream (For Nico)" κάνει μια άριστη επίκληση προς τη Nico, πάνω ακριβώς από τα samples που κομίζουν οι Vergessenheit από το Desertshore. Στο "Wer Wandert" γράφει η ίδια τους στίχους, οδηγώντας το σε ένα αναπάντεχα μπρεχτικό κρεσέντο. Στο δε "Invictus" αποδίδει τόσο πιστά το πνεύμα της ποίησης του Henley καθώς λέει εκείνο το «I am the captain of my fate/I am the captain of my soul», ώστε συμβάλλει καταλυτικά σε μία από τις ωραιότερες μελοποιήσεις που έχουμε ακούσει στην ελληνική δισκογραφία. 

Λέει πολλά, δυστυχώς, το γεγονός ότι διαβάσαμε λίστες και λίστες με δίσκους για το 2019, στις οποίες δεν υπήρξε πουθενά το Songbook. Τόσο για το τι ακούν, πόσο ακούν και πώς ακούν όσοι θέλουν να προσδιορίζονται ως συντάκτες και σπεσιαλίστες στον νυν Τύπο, όσο και για την ποιότητα της παρεχόμενης πληροφορίας (ακόμα και για τους «επαγγελματίες») στην υποτιθέμενη Εποχή της Πληροφορίας. Μακάρι οι επόμενοι, αν όντως υπάρξουν, να διορθώσουν τις αδικίες ημών.

βρείτε τον δίσκο στο Spotify, πατώντας εδώ

06 Ιουλίου 2021

Ελένη Δήμου - ανταπόκριση (2018 )


Η έστω και με μέτρα επανεκκίνηση των συναυλιών δεν δικαιολογεί διάφορα ηρωικά που γράφονταν στα social media επί καραντίνας. Η μέχρι στιγμής εικόνα είναι αυτή που ξέραμε και πριν την επέλαση του κορωνοϊού: ορισμένα ονόματα πάνε αναμενόμενα καλά (είπαμε και τις προάλλες π.χ. για τον Γιάννη Χαρούλη και για την Άννα Βίσση), άλλα εξακολουθούν να πασχίζουν στην προπώληση. 

Σε γενικές γραμμές, δηλαδή, ο κόσμος που παραπονιόταν για τη χαμένη του ζωή και αξίωσε (ορθά) το «support art workers», δεν έχει αναπτύξει κάποια καινούρια σχέση με τη ζωντανή διάσταση της μουσικής. Ως έναν βαθμό, βέβαια, το φαινόμενο είναι (πολλαπλώς) δικαιολογημένο. Ως έναν βαθμό, όμως, επαν-επιβεβαιώνει και γιατί δεν πρέπει να βγάζουμε ευρύτερα κοινωνικά συμπεράσματα από τα όσα βλέπουμε κατά καιρούς στο Facebook και στα trends του Twitter.

Ο Ιούλιος, πάντως, έχει κι αυτός τα δικά του ιδιαίτερα συναυλιακά ραντεβού: η Λίνα Νικολακοπούλου γιορτάζει 40 χρόνια δισκογραφία με την Τάνια Τσανακλίδου (Πέμπτη 8 Ιουλίου στο Θέατρο Πέτρας), ο Wim Mertens καταφτάνει στην Τεχνόπολη (Τετάρτη 7 Ιουλίου) και η Ελένη Δήμου ετοιμάζει μια βραδιά αφιερωμένη στο ρεπερτόριο του Γιάννη Σπανού (Τρίτη 20 Ιουλίου, στο Δημοτικό Θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής»). 

Παραμένει μια πολύ καλή τραγουδίστρια η Ελένη Δήμου, με ξεχωριστά χρώματα και σημαίνουσες εκφραστικές δυνάμεις. Κι ας βρίσκεται, καιρό πια, μακριά από τα φώτα της «επικαιρότητας». Είχα την ευκαιρία να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι τον Μάρτιο του 2018, σε μια ωραία βραδιά στο Ρυθμός Stage της Ηλιούπολης, στο οποίο δεν χρειαζόταν πραγματικά τίποτα άλλο για να λάμψει, παρά ένα καλό πιάνο και μια άξια κιθάρα στο πλάι της.

Το ίδιο λιτό σχήμα επιστρατεύεται τώρα και για τη συναυλία-αφιέρωμα στον Γιάννη Σπανό, οπότε δίνεται μια καλή αφορμή αναδημοσίευσης της ανταπόκρισης από το Ρυθμός Stage. Το αρχικό κείμενο δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis, εδώ παρουσιάζεται με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. 

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από τη βραδιά και ανήκουν στον Θάνο Λαΐνα 


Στο σύγχρονο τοπίο της εγχώριας μουσικής κυκλοφορεί ένα πλήθος τραγουδιστριών. Φωνές πολλών ειδών και διαφόρων δυνατοτήτων, κάποιες με άκρες δυνατές ώστε να στήνουν παραστάσεις στο Παλλάς αφιερωμένες σε θρυλικά ονόματα (τα οποία δεν θα έπρεπε να αγγίζουν, αν είχαν στοιχειώδη σύνεση) και κάποιες που το παλεύουν όπως ξέρουν και μπορούν. Όμως η Ελένη Δήμου –μια τραγουδίστρια από εκείνες που τις ξεχωρίζεις με το που τις ακούς– είναι (σχεδόν) εξαφανισμένη δισκογραφικά, εδώ και αρκετά χρόνια. 

Ωστόσο, η εξαφανισμένη Δήμου είναι σε θέση να γεμίσει δύο Σάββατα σερί μια σκηνή σαν αυτήν του Ρυθμού, ενώ νεότερα ονόματα με «μηχανισμούς» από πίσω τους, πασχίζουν. Στα 60 της (όπως η ίδια μας αποκάλυψε), εξακολουθεί να είναι μια ερμηνεύτρια καταπληκτική, ενώ παραμένει βέβαια και το πλέον χαρακτηριστικό ...μαλλί του ελληνικού ρεπερτορίου! 

Όταν λοιπόν είσαι μια τόσο καταπληκτική τραγουδίστρια, δεν θες πολλά για να λάμψεις σε μια ζωντανή περίσταση: ένα καλό πιάνο και μια άξια κιθάρα στο πλάι σου, αρκούν. Και στον Ρυθμό η Δήμου τα είχε και τα δύο. Είχε τη Μαρία Τσοκάνη καθισμένη στο Roland της, να αποδεικνύεται θαυμάσια πιανίστρια μα να μας εκπλήσσει και ως τραγουδίστρια, από την ώρα που την ακούσαμε να διασκευάζει το "Καρδιά Μου Εγώ" της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Και είχε και τον Πάνο Νικολακόπουλο να δίνει παλμό με την κιθάρα του, να συνοδεύει επάξια με τη δική του φωνή και να μας χαρίζει μια διασκευή-έκπληξη στο "Human" του Rag 'n' Bone Man. 

Μοιάζει αυτονόητο να πούμε ότι ο Ρυθμός πήρε φωτιά όταν η Δήμου είπε το "Προσωπικά" και το "Δε Με Νοιάζει". Δεν ήταν όμως καθόλου αυτονόητο ότι τα τραγούδησαν ενθουσιωδώς όχι μόνο οι μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά και οι κάμποσες νεαρές φάτσες που έδωσαν το παρών. Από εκεί και πέρα, δεν έλειψε καμία από τις διάσημες στιγμές της: και το "Δεν Πιστεύω" ακούσαμε και το "Πάρε Με" και το "Ετοιμάζω Ταξίδι" και το "Πάρε Πασά Μου" σε κεφάτο ντουέτο με τον Νικολακόπουλο και το "Ποτέ, Ποτέ, Ποτέ" (αξέχαστη ρομαντζάδα του 1987 με τον Γιάννη Πάριο), αλλά και τα "Μαύρα Γαρύφαλλα" και το "Στα Δύσκολα Σε Θέλω", όπου έπεσε μάλιστα ερμηνεία-υπόδειγμα. Ενδιαφέρον όμως είχαν και ορισμένα καινούρια κομμάτια με την υπογραφή του Βαγγέλη Γερμανού και του Γιάννη Μηλιώκα, από έναν νέο δίσκο που καταφτάνει. Δεν συγκράτησα τίτλους, αλλά ταίριαξαν ωραία στο πρόγραμμα, δίχως να ακούγονται παράταιρα με τις πιο οικείες επιλογές. 


Από εκεί και πέρα, η Ελένη Δήμου έκανε πέρασμα από κάποιες στιγμές άλλων συναδέλφων της που αγαπά, τιμώντας λ.χ. τον Γιάννη Μηλιώκα με μια διασκευή υψηλών ντεσιμπέλ στο "Για Το Καλό Μου", αλλά και τον Λάκη Παπαδόπουλο λέγοντας τα "Ήσυχα Βράδια" σε τόνους όμορφα χαμηλούς, ενώ μας δήλωσε παρούσα και για ό,τι της ζητούσαμε από τη δισκογραφία της. Μερικές επιλογές από όσα ακούστηκαν δια βοής είχαν προβαριστεί και παίχτηκαν σαν μέρος του προγράμματος (το "Η Ζωή Είναι Γυναίκα, π.χ.), άλλες όμως αποδείχθηκαν πιο απρόβλεπτες, με τη Δήμου να απαντά λέγοντας a cappella ένα τουλάχιστον μέρος τους (π.χ. το "Μια Αγάπη Σαν Κι Αυτή"). Μία παρέα στο πλάι, μάλιστα, ζητούσε επίμονα το "Καναρίνι". Και εν τέλει όχι μόνο δεν τους χάλασε χατίρι, μα τους χάρισε και μια πραγματικά συγκλονιστική εκτέλεση.

H Δήμου ευνοήθηκε βεβαίως από τον καλό ήχο του Ρυθμού και τους πετυχημένους φωτισμούς, όπως και από τη χημεία που ανέπτυξε με τον κόσμο: χαιρόταν και η ίδια τις αντιδράσεις του, με χαμόγελο πλατύ. Κέρδισε δε εύκολα την παρτίδα χάρη στο χιούμορ με το οποίο αντιμετώπισε το γνωστό πρόβλημα των ζωντανών εμφανίσεων στην Ελλάδα (το ατέλειωτο μπίρι-μπίρι), λέγοντας χαρακτηριστικά «ή θα μιλάτε πιο σιγά για να ακούτε τι λέω ή θα τα λέτε δυνατά για ν' ακούω κι εγώ τι λέτε». 

Όταν πάντως χρειάστηκε, επέδειξε και αυστηρότητα· αγριοκοίταξε πολλάκις μια συγκεκριμένη παρέα που μόνο στο "Προσωπικά" έβγαλε τον σκασμό όλη τη βραδιά, ενώ μόλις άρχισε το κουβεντολόι όταν το μικρόφωνο πήρε για πρώτη φορά στο πρόγραμμα ο Νικολακόπουλος, μας τόνισε ότι πρέπει να σεβόμαστε τους συνεργάτες της και όχι να τους αντιμετωπίζουμε ως διάλειμμα. Εξαιρετικές στιγμές, τέλος, ήταν η κίνησή της να τιμήσει τη μνήμη του Αντώνη Στεφανίδη (ο οποίος πέθανε αθόρυβα το 2017), αλλά και το ότι κατέβηκε από τη σκηνή κι έφτασε ως πίσω στο μπαρ, προκειμένου να τραγουδήσει με τους εκεί όρθιους fans τον "Ανθρωπάκο" της Τάνιας Τσανακλίδου.

Αξίζει εντούτοις και μία ακόμα μνεία, στην προσοχή με την οποία έστησε η Δήμου την παράστασή της. Θέλω να πω ότι, όλοι ξέρουμε πως τα προγράμματα που στήνονται σε χώρους με τραπέζια, φιάλες, φαγητό και ορισμένη εξ αρχής «ελάχιστη κατανάλωση», πρέπει να έχουν μια κάποια διάρκεια. Κι αυτή η διάρκεια θα επιτευχθεί, από ένα σημείο και μετά, με ρεπερτόριο πιο λαϊκό. Σε περιπτώσεις λοιπόν σαν της Δήμου, κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο, γιατί αναγκάζει τη φωνή της να ξεστρατίσει. 

Στον Ρυθμό, απεναντίας, οι τέτοιου είδους επιλογές στάθηκαν πραγματικά μία προς μία, όντας απόλυτα συμβατές και με τη φωνή, μα και με την αισθητική της πρωταγωνίστριας. Δεν το έχω ξανασυναντήσει· αντιθέτως, είναι το κομμάτι σε κάθε ανάλογο πρόγραμμα όπου συνήθως αρχίζω και κοιτάω το ρολόι μου. Στην Ελένη Δήμου, όμως, το κοίταξα πρώτη φορά όταν μας αποχαιρέτησε.





29 Ιουνίου 2021

Γιάννης Χαρούλης - ανταπόκριση (2015)


Χαζεύοντας την κουτσουρεμένη συναυλιακή επανεκκίνηση του φετινού καλοκαιριού, με την covid-19 σκιά να επιμένει να καραδοκεί (και ελέω μετάλλαξης Δέλτα και λόγω του ότι συνεχίζουμε να καταγράφουμε νεκρούς), γέλασα μόνος μου καθώς είδα ότι και οι τρεις εμφανίσεις του Γιάννη Χαρούλη στο Κατράκειο της Νίκαιας (χθες 28/6, σήμερα 29/6, αύριο 30/6) έχουν ήδη γίνει sold-out. Εδώ έκανε τριήμερα sold-out σε ανάλογους χώρους και επί κανονικής χωρητικότητας, δεν θα το έκανε τώρα που τηρούνται έκτακτα υγειονομικά μέτρα; 

Συνεχίζει λοιπόν να συνιστά εγχώριο φαινόμενο ο μουσικός και ερμηνευτής (ενίοτε και τραγουδοποιός) από το χωριό Έξω Λακώνια του Λασιθίου, καθώς ανοίγει πια για τα καλά μία ακόμα δεκαετία σε αυτόν τον 21ο αιώνα. Απολαμβάνει δηλαδή μιας διαρκούς δημοφιλίας, παρότι οι δισκογραφικές του παρουσίες τείνουν στο σποραδικό: η τελευταία του στούντιο δουλειά είναι ο Δωδεκάλογος Του Γύφτου του 2016, με μελοποιήσεις Λουκά Θάνου σε ποιήματα του Κωστή Παλαμά.

Στα 18 χρόνια δράσης του, εντούτοις, λίγες φορές έχουμε «συναντηθεί». Κατά καιρούς, δηλαδή, υπήρξαν ορισμένα ωραία κομμάτια, στα οποία μου άρεσε και η τοποθέτηση της φωνής του. Αλλά, από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα, μου χτύπησε άσχημα αυτός ο απόηχος Νίκου Ξυλούρη που κουβαλά ως τραγουδιστής: εισπράττω μια απομίμηση μεγαλύτερων μεγεθών και καλύτερων καιρών, προσαρμοσμένη στο μετρίως μέτριο «τώρα» της ελληνικής δημιουργίας που μπαίνει κάτω από την έντεχνη ομπρέλα. Έτσι, πάει αυτόματα το μυαλό στον μάγο Σάρουμαν από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, να λέει στον βασιλιά Θέοντεν εκείνη την τσουχτερή ατάκα ότι είναι ελάσσων απόγονος σπουδαιότερων αρχόντων.

Παρά ταύτα, η αδιαμφισβήτητη και εκπληκτική λαοφιλία του Γιάννη Χαρούλη μου είχε κινήσει την περιέργεια. Ήθελα να δω τι συμβαίνει, πού μπορεί να οφείλεται αυτό που στα αφτιά μου δεν δικαιολογούνταν με βάση τη δισκογραφία. Μια βραδιά λοιπόν του Σεπτέμβρη 2015 το αποφάσισα και κίνησα για την Τεχνόπολη, όπου ο Κρητικός βάρδος θα έδινε μια τρίτη σερί συναυλία, ύστερα από δύο sold-out βραδιές. Έφυγα με διάφορες σκέψεις, που στη συνέχεια έγιναν ένα κείμενο ανταπόκρισης. Δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. 

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες ανήκουν στον Θάνο Λαΐνα


Ούτε η αναμέτρηση του Ολυμπιακού με τη Μπάγερν δεν σταμάτησε το «τρένο» του Γιάννη Χαρούλη, ο οποίος τράβηξε ένα εντυπωσιακό πλήθος στην Τεχνόπολη και μάλιστα για τρίτη συνεχόμενη μέρα. Δεν ξέρω αν έχει αποτυπωθεί με την ευκρίνεια που πρέπει στο μυαλό όσων γράφουμε για μουσική, όμως ο Λασιθιώτης μουσικός και ερμηνευτής είναι ένας από τους δημοφιλέστερους καλλιτέχνες των ημερών μας. Ένα «φαινόμενο», όπως το θέλουν τα κλισέ της κριτικής γλώσσας.

Ανδρόγυνα με κλεισμένα τα δεύτερα -άντα που εύκολα θα όριζαν τον «μέσο Έλληνα», νεαρά ζευγάρια στα μέλια των πρώτων φοιτητικών ερώτων, κοριτσοπαρέες γεμάτες δροσερές, φρέσκιες φατσούλες, αγοροπαρέες θορυβώδεις με αφημένες αξυρισιές, παλιοί ροκάδες με γκριζαρισμένες κοτσίδες και «αγριεμένο» παραστατικό, αλλά και πιο σνομπ κοινό, που το φαντάζεσαι να περιμένει την έναρξη των παραστάσεων στη Λυρική Σκηνή. Η Τεχνόπολη έμοιαζε με χώρο συνάντησης πολλών διαφορετικών μικρών κόσμων. Για όλους, όμως, σημείο τήξης ήταν ο Γιάννης Χαρούλης.

Μια εικόνα που στέκεται έντονα στη μνήμη από τη βραδιά, είναι το πώς άνθιζαν όλα αυτά τα πρόσωπα, πώς άστραφταν τα βλέμματα, κάθε που ο πρωταγωνιστής της μίλαγε στο πλήθος. Είναι αδύνατον να μην το δώσεις αυτό στον Χαρούλη, γιατί την έχει σφυρηλατήσει προσωπικά τη συγκεκριμένη σχέση. Και βλέποντάς τον να χαμογελά πλατιά, ακούγοντας τον εγκάρδιο τόνο του, συνειδητοποιούσες πως είναι –με τον δικό του τρόπο– κάτι αυθεντικό. Είναι δηλαδή ό,τι ακριβώς έχεις μπροστά σου. Η έννοια της όποιας performance απουσιάζει με έναν τρόπο παραγκωνισμένο στη μοντέρνα διασκέδαση, μα εν τέλει πολύ λαϊκό.    

Πάνω απ' όλα, ωστόσο, βρίσκεται κάτι άλλο. Αν πρέπει δηλαδή ν' αναζητήσει κανείς τα «μυστικά» αυτής της δημοτικότητας, χρειάζεται να σκάψει πέρα από τα όσα βλέπει/ακούει σε πρώτο επίπεδο. Γιατί σημαντικό μέρος της επιτυχίας του Χαρούλη οφείλεται θεωρώ στο ότι ενώνει ανθρώπους που θέλουν να είναι Έλληνες στο δεδομένο γεωγραφικό σταυροδρόμι και στο λιγωμένο εδώ και τώρα της Παγκοσμιοποίησης, μα δεν ξέρουν κι ακριβώς πώς να το κάνουν –έχουν σίγουρα ξεχάσει π.χ. των παλιών χορών τα βήματα.

Έτσι, περισσότερο από το αν ο Κρητικός σταρ παρουσιάζει το ίδιο βασικά πρόγραμμα εδώ και χρόνια, περισσότερο από το αν όσα παίζονται είναι ή δεν είναι καλά (σαν υλικό, σαν εκτελέσεις), σημασία έχει πως παρέχονται όλες οι αφορμές για να σηκωθούν τα χέρια ψηλά, για να κινητοποιηθούν τα πόδια, για να πιάσεις τους διπλανούς προσπαθώντας όπως-όπως να ξαναβρείς τον παμπάλαιο τρόπο να χορέψεις σε κύκλο. Δεν είχε ας πούμε την παραμικρή σημασία για τον κόσμο αν η εκτέλεση στο "Πάντα Θλιμμένη Χαραυγή" ήταν η χειρότερη που έχω προσωπικά ακούσει, αν η διασκευή στη "Βασιλική" του Νίκου Ζιώγαλα βγήκε υπέρ το δέον κλαπατσίμπαλη, αν η απόδοση του σαββοπουλικού "Σου Μιλώ Και Κοκκινίζεις" ήταν αληθινά εξαιρετική, αν το "Τότε Και 'Γω" στο μπάσιμο της βραδιάς ήχησε ανώτερο από τη στούντιο εκτέλεσή του στις Μαγγανείες (2012), αν ο "Χειμωνανθός" παίχτηκε με ζέση και αξιοπρόσεχτη συγκίνηση.

Θα μου πείτε, μα καλά, το ίδιο δεν ισχύει πάνω/κάτω για το κοινό του Θανάση Παπακωνσταντίνου, των Villagers Of Ioannina City, του Λεωνίδα Μπαλάφα; Ναι. Αλλά ίσως ο Χαρούλης, έτσι όπως κάνει χαρντροκάδικο headbanging πάνω στο λαούτο του, να είναι ακόμα πιο βαθιά μπλεγμένος στον αχταρμά που ορίζει μουσικά τον Έλληνα του 21ου αιώνα. 

Η συναυλία της Τεχνόπολης είχε ας πούμε σημεία όπου ένιωθες πως οι Deep Purple των 1970s έκαναν λάθος και, αντί για το Budocan, μπούκαραν σε κάποιο session στο οποίο ο Σαββόπουλος δοκίμαζε τη "Μαύρη Θάλασσα". Ή ότι οι progressive στουντιοπόντικες εκείνης της δεκαετίας τζάμαραν πότε με το ηπειρώτικο κλαρίνο και τις τσαμπούνες του Κωνσταντή Πιστιόλη, πότε με τις κρητικές λύρες του Λευτέρη Ανδριώτη, προσπαθώντας να πλάσουν το αντίπαλον δέος στους Jethro Tull. Οι όποιες μικρές εκπλήξεις της βραδιάς –ένα αδιάφορο νέο τραγούδι ονόματι "Ζηλεμένη" και η συμμετοχή του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη με μία διασκευή στο "Μη Με Ρωτάς" του Μάνου Λοΐζου, που του βγήκε λίγο «μαχαιριτσικά»– δεν άλλαξαν τον βασικό αυτό ρου.

Βρίσκω πραγματικά δύσκολο για όποιον ακούει στα σοβαρά ξένη ροκ μουσική να δει με συμπάθεια το «φαινόμενο» Χαρούλη. Όσο καλά κι αν υποστηρίζεται live από τα έμπειρα τύμπανα του Πάνου Τόλιου και την κιθάρα του Θανάση Τζίνγκοβιτς, η Δυτική, ηλεκτρική του πτυχή είναι πεπαλαιωμένη· ακόμα κι αν δεχτούμε πως το κοντραμπάσο του Μιχάλη Καλκάνη προσφέρει ορισμένες αποφασιστικές πινελιές προς μια άλλη κατεύθυνση. Εξίσου δύσκολη θεωρώ πάντως και τη συμπάθεια όσων διατηρούν σε βάθος σχέση με την παράδοση της Κρήτης: αν π.χ. ένα κομμάτι αυτού του προγράμματος που είδα στην Τεχνόπολη είχε χωρέσει στη βραδιά "Η Κρήτη Τραγουδάει" νωρίτερα μέσα στον Σεπτέμβρη, δεν θα ήταν από τα διακριθέντα. 

Γνώμη μου είναι λοιπόν πως αυτός ο αχταρμάς απόηχων της Κρήτης του Νίκου Ξυλούρη, Ηπειρώτικων πανηγυριών, έντεχνου νεοπαραδοσιακής κοπής και ηλεκτρικών κιθάρων κληροδοτημένων από την πάλαι ποτέ ροκ εποποιία της Εσπερίας, είναι κατά κύριο λόγο άγαρμπος και μπουρδουκλωμένος. Ταυτόχρονα, ωστόσο, η live εμπειρία τον αναδεικνύει σε έξοχο καθρέφτη της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί στο έντεχνο «στρατόπεδο», το οποίο παραμένει μεν πολυάριθμο, μα παραμένει και σε κρίση ταυτότητας. 

Από μια τέτοια άποψη ο Γιάννης Χαρούλης έχει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί οι περιπέτειές του διαθέτουν αυξημένες πιθανότητες να αποτελέσουν τη μαγιά από την οποία θα ξεπηδήσουν πράγματα με σημασία για το μουσικό μέλλον του τόπου μας –είτε για το καλύτερο, είτε για το χειρότερο. Δεν θα πρέπει πάντως καθόλου να απορούμε οι της μουσικής δημοσιογραφίας για τη βροντερή του δημοτικότητα, αν θέλουμε να έχουμε σχέση και με το τι συμβαίνει γύρω μας, πέρα από ό,τι διαδραματίζεται στις ελιτίστικες παρέες μας και στις εκλεκτές μας δισκοθήκες. 



28 Ιουνίου 2021

Άννα Βίσση - ανταπόκριση (2018)


Όταν πληροφορήθηκα ότι η Άννα Βίσση θα συνεργαζόταν με τον Μπάμπη Στόκα για ένα νέο τραγούδι, είπα από μέσα μου «ωχ, καμιά δακρυβρεχτοβαρετή μπαλάντα θα βγάλουν». Το αποτέλεσμα –μια διασκευή στο "Fino In Fondo" των Luca Barbarossa & Raquel Del Rosario (2011) σε στίχους Νίκου Μωραΐτη– αποδείχθηκε καλύτερο από το πηλίκο των φόβων μου, αν και προσωπικά δεν μου είπε κάτι. 

Εδώ που τα λέμε, βέβαια, ούτε το αυθεντικό τραγούδι μου λέει κάτι. Ωστόσο η «χημεία» μεταξύ Barbarossa & Del Rosario αποτυπώνεται πιο πειστική. Το ελληνικό αποτέλεσμα, απεναντίας, αφήνει μια γεύση «κοπτοραπτικής»: σαν να απασχολήθηκε περισσότερο με το τι παίζουν συνήθως τα ραδιόφωνα ή με το τι κρίθηκε ότι εξυπηρετεί την καριέρα και το προφίλ των συντελεστών του εν έτει 2021, παρά με τις όποιες καλλιτεχνικές φιλοδοξίες μπορεί να γέννησε η σύμπραξη Βίσση-Στόκα. Πάντως η «μαγειρική» του είναι σωστή (ποτέ δεν χάνεις άλλωστε όταν έχεις ως βάση ιταλικό ...μπατούτο), οπότε πιστεύω ότι δεν θα δυσκολευτεί να αναδειχθεί σε σουξεδάκι.

Από την άλλη, διαβάζοντας για τον παλμό των δύο sold-out συναυλιών της Άννας Βίσση στο Άλσος (14 + 15/6), δεν απόρησα διόλου. Ειδικά όταν είδα ότι η καλοκαιρινή μπόρα όχι μόνο δεν την πτόησε, μα έγινε εν τέλει και κομμάτι του όλου σκηνικού. Γιατί η Βίσση δεν είναι έτσι τυχαία η μεγαλύτερη σταρ που έχει αναδείξει το ελληνικό ρεπερτόριο τα τελευταία χρόνια. Πόσο μάλλον αν μιλάμε για τον ανελέητο χώρο της κατεστημένης και ουχί εναλλακτικής ποπ, όπου επιβιώνει μόνο όποιος μπορεί να μεταμορφώνεται και να ξαναγεννιέται. 

Όλη η αυτή η επικαιρότητα, λοιπόν, μου θύμισε πόσο την είχα απολαύσει πριν τρία καλοκαίρια, τον Ιούνιο του 2018, όταν την είδα στο Ξέφωτο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στα πλαίσια του Summer Nostos Festival. Αν είχε πει και τη "Συνέντευξη", που της έγραψε (στιχουργικά) ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος το 2015, δεν θα μου είχε λείψει τίποτα. Μια ανταπόκριση από εκείνη τη βραδιά δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. 

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από τη βραδιά στο ΚΠΙΣΝ. Η κεντρική ανήκει στον Άγγελο Χριστοφιλόπουλο, ενώ η κάτωθι ανήκει στην Πηνελόπη Γερασίμου. Η τρίτη κατά σειρά φωτογραφία, λίγο πιο κάτω, ανήκει στη Χριστίνα Κουτρουλού


Τα μετεωρολογικά sites έδειχναν βροχή και τα posts γνωστών και φίλων στο Facebook κατέγραφαν διάφορες όψεις της ταλαιπωρίας από τα μεγάλα συναυλιακά τεκταινόμενα της αμέσως προηγούμενης ημέρας στην Πλατεία Νερού (Ejekt Festival), στο Ηρώδειο (Sting & Shaggy), αλλά και στο ίδιο το Ξέφωτο του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (Animal Collective σε εκδοχή διδύμου) όπου επρόκειτο να παίξει η Άννα Βίσση, ρίχνοντας την αυλαία του Summer Nostos Festival 2018. Παρά ταύτα, ο κόσμος έδωσε δυναμικό παρών και οι ουρανοί έκαναν σε όλους μας τη χάρη να μείνουν απλά φορτωμένοι για τη μιάμιση ώρα του live.

Ντυμένη με πράσινο παντελόνι και σακάκι, η Άννα Βίσση βγήκε στη σκηνή κομψή, χαμογελαστή, με σταθερή φωνή κι ένα εμφανές κέφι, το οποίο δεν έχασε ούτε στιγμή στη συνέχεια. Μπήκε μάλιστα πολύ δυνατά, με την πολυμελή της μπάντα να τη συνοδεύει στο πιο πρόσφατο από τα πάμπολλα σουξέ της "Ξανά Μανά", το οποίο χάρισε στη βραδιά μια λαμπερή εκκίνηση σε λάτιν ρυθμό. Φαίνεται να της αρέσουν τα λάτιν της Βίσση, αν κρίνουμε από τις νέες, εμπλουτισμένες με πνευστά, ενορχηστρώσεις που ακούσαμε σε παλιότερες επιτυχίες της –και γιατί όχι; Όσο κι αν είναι της μόδας ο κακός συρφετός του σουίνγκ, εκείνη το έχει κάνει πολύ πιο πριν ("Λάμπω") και εξακολουθεί να παίζει πολύ καλύτερα το σπορ «φρέσκιες μουσικές με μπαγιάτικες νότες» (ξανά μανά αναφορά στο "Ξανά Μανά").

Η Βίσση πήγε πίσω στο 1974 για να θυμηθεί τα "Χρόνια Της Υπομονής", στάθηκε στη δεκαετία του 1980 και στα ποπ χιτάκια του Νίκου Καρβέλα, «πείραξε» λαϊκοπόπ επιτυχίες της από τα 1990s κι έφτασε ως τα μαζικά ηλεκτρονικά beats που έντυσαν τα τραγούδια της κατά τα '00s. Δεν ήταν τόσο εύκολο αυτό το ατέλειωτο γαϊτανάκι από το "Όσο Έχω Φωνή" στην "Αντίστροφη Μέτρηση", από το "Ένα Σου Λέω Ένα" στη "Σχιζοφρένεια", από το "Παραλύω" στο "Αγάπη Υπερβολική", από την "Έμπνευση" στο "Ατμόσφαιρα Ηλεκτρισμένη". Πραγματοποιήθηκε όμως με σωστή ροή και προσεγμένες ισορροπίες χάρη στους καλούς μουσικούς που την πλαισίωσαν, χάρη στον καλό ήχο που εξασφάλισε για μας ο Γιάννης Παξεβάνης και χάρη –κυρίως– στην ίδια.


Εκεί στο Ξέφωτο του ΚΠΙΣΝ, δηλαδή, η Άννα Βίσση απέδειξε γιατί παραμένει η μεγαλύτερη σταρ στην Ελλάδα, ακόμα κι αν τα έχει πατήσει πια τα 60. Καμία από τις νεότερες που συχνά ζήλεψαν το στέμμα της δεν μπορεί να την πιάσει ερμηνευτικά –μια αντικειμενική συνθήκη που ισχύει είτε μας αρέσουν τα όσα τραγουδά, είτε δεν μας αρέσουν. Ενώ εκείνες φωνάζουν πια για να ακουστούν και βασίζονται σε αλλαγές φορεμάτων και σε εκκωφαντικά ντεσιμπέλ, η Βίσση τραγουδά ως εκεί που την παίρνει, ίπταται της ορχήστρας της ακόμα και όταν η τελευταία παίζει με φουλ σχηματισμό και ερμηνεύει με απέριττα συγκλονιστικό τρόπο όταν επιλέγει να αφήσει το σόου και το πάνω/κάτω στο σανίδι, για να σταθεί απλά πίσω από το μικρόφωνο και, με λιτή οργανική συνοδεία, μάτια κλειστά και όλο της το σώμα σε εγρήγορση, να πει το "Παραλύω" και το "Δώδεκα". Αν μας έλεγε και τη "Συνέντευξη" που της έγραψε ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, δεν θα μου είχε λείψει προσωπικά τίποτα.

Για να μην συντηρούμε νεοελληνικούς μύθους σε αέναη ανακύκλωση εντός σφιχτοκουμπωμένων εναλλακτικών σωλήνων, η Άννα Βίσση μάζεψε στο Νιάρχος όσο κόσμο μάζεψαν και οι Στέρεο Νόβα. Το τι σημαίνει αυτό, αν σημαίνει και πώς, είναι από εκεί και πέρα υπόθεση του καθενός μας να το αποτιμήσει –το γεγονός ωστόσο, είναι γεγονός. Για να μη στερηθούμε επίσης της σημειολογίας, όταν η Βίσση φώναξε αν νιώθουμε ερωτευμένοι για να πιάσει ύστερα κουβέντα με κάποιο άτομο στις μπροστινές σειρές ρωτώντας «με κορίτσι ή με αγόρι;», εξέφρασε και κάτι που την ομορφαίνει τη ζωή μας σε καιρούς έξαρσης της μισαλλοδοξίας. Και μάλιστα έτσι ξάστερα και απολύτως κατανοητά, χωρίς ηρωικές διαλέξεις από μικροφώνου και αναλύσεις με υποσημειώσεις γαλλικής βιβλιογραφίας.

Φαίνονται άλλος κόσμος βέβαια οι συναυλίες των Στέρεο Νόβα και της Άννας Βίσση κι ας έλαβαν χώρα στον ίδιο χώρο, στο ίδιο καλοκαιρινό φεστιβάλ. Και μάλλον είναι, αν θέλετε την άποψη κάποιου που πήγε και στις δύο. Μόνο που οι κόσμοι αυτοί δεν είναι χωρίς γέφυρες, δεν είναι χωρίς τις αλληλοσυμπληρούμενες όψεις τους. Κάπως έτσι, άλλωστε, «περπατάει ο ένας πίσω απ' τον άλλο, γελώντας ή κλαίγοντας σ' έναν κόσμο μεγάλο». Τα υπόλοιπα είναι για τους μικρόκοσμους.