08 Ιουνίου 2021

Νίκος Τριανταφυλλίδης - συνέντευξη (2014)


Πέντε χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις μέρες από τον θάνατο του Νίκου Τριανταφυλλίδη και μια βόλτα στο Facebook εύκολα πιστοποιούσε ότι οι άνθρωποι που τον γνώρισαν ή που τους άγγιξε το έργο του (είτε το κινηματογραφικό, είτε το Gagarin) δεν τον ξέχασαν. 

Το τελευταίο από τα πνευματικά του παιδιά, το Gimme Shelter Film Festival, ετοιμάζεται για έναν φόρο τιμής τώρα που, ύστερα από τέσσερις κορωνο-αναβολές, θα καταφέρει επιτέλους να πραγματοποιηθεί, Παρασκευή 11, Σάββατο 12 και Κυριακή 13 του μήνα, στην Τεχνόπολη. Το αφιέρωμα θα λάβει χώρα τη 2η μέρα, σε επιμέλεια Μαρίνας Δανέζη. Φέτος, μάλιστα, θα βρεθώ κι εγώ στο φεστιβάλ, καλεσμένος της Παρασκευής, στο πάνελ που θα συζητήσει πριν την πρώτη πανελλήνια προβολή του ντοκιμαντέρ της Emer Reynolds Phil Lynott: Songs For While I'm Away (2020), το οποίο θα ξετυλίξει τη ζωή και την καριέρα του θρυλικού ηγέτη των Thin Lizzy. Δίπλα μου θα βρίσκονται εξαιρετικοί συνάδελφοι –ο αρχισυντάκτης του Metal Hammer Χάκος Περβανίδης και ο Σάκης Φράγκος, αρχισυντάκτης του Rockhard.gr– ενώ συντονιστής θα είναι ο Δημήτρης Παπανδρέου, καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ.

Με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη βρισκόμασταν κάποτε πολύ συχνά, στο παλιό κτήριο του 105,5 Στο Κόκκινο στη Σαρρή, καθώς η πρώτη φάση της Συχνοτικής Συμπεριφοράς που είχαμε ξεκινήσει εκεί με τον Στυλιανό Τζιρίτα (2008) γειτνίαζε με την Αισθηματική Αγωγή –μια ραδιοφωνική εκπομπή με τη δική της ιστορία, τόσο σε λόγο, όσο και σε ήχο. Οπότε έπεφταν διάφορες μικροσυζητήσεις και πολλά γέλια στα ενδιάμεσα των διαλειμμάτων και των δελτίων ειδήσεων. Ψέματα βέβαια δεν μου αρέσει να λέω, καλές σχέσεις δεν είχαμε πάντα με τον Νίκο: κάπου το 2010 ψυχραθήκαμε και δεν ξαναμιλήσαμε μέχρι το 2014. Η αιτία, βέβαια, είχε να κάνει με το στάτους των τότε σχέσεών του με τρίτα μέρη (δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες, δεν έχει πια καμία σημασία άλλωστε). 


Θα πω μόνο ότι αφορμή για να τα σπάσουμε και αφορμή για να τα ξαναβρούμε, στάθηκαν οι Κόρε.Ύδρο. Στη φοβερή τους δηλαδή βραδιά της 17ης Γενάρη 2014 στο Six d.o.g.s. (που ο Άρης Καραμπεάζης είχε κάθε δίκιο να χαρακτηρίσει «ιστορική», στην τότε κριτική του για το Mic.gr), ο Παντελής Δημητριάδης τον κάλεσε από τη σκηνή. Εκείνος ήταν στο μπαρ. Δίστασε κάποια δευτερόλεπτα, αλλά άφησε το ποτήρι του (χαμηλό, ουίσκι, πάγος) και όρμησε να χορέψει ένα φοβερό ζεϊμπέκικο, ενώ η μπάντα έπαιζε το "Χωρίς Επίκληση". Αυθόρμητα, βρέθηκα κι εγώ να του χτυπάω παλαμάκια ζωσμένος με τη γνωστή μου τσάντα Kraftwerk (τότε σε καλή κατάσταση, ακόμα), σε ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο που σώθηκε για την ιστορία χάρη στην άνωθεν ασπρόμαυρη φωτογραφία της Πηνελόπης Γερασίμου.

Από εκείνη τη στιγμή, χωρίς να πούμε οτιδήποτε άλλο, κάθε μεταξύ μας παρεξήγηση είχε τελειώσει. Λίγους μήνες αργότερα, έλαβα πρόσκληση για την πρεμιέρα της ταινίας του Οι Αισθηματίες. Πήγα, τα είπαμε βιαστικά στο φινάλε. Έπειτα, τον Δεκέμβριο, κανονίσαμε και συναντηθήκαμε στο σπίτι του στην Κυψέλη, για ουίσκι και κουβέντα. Από την τελευταία προέκυψε μια συνέντευξη, η οποία δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με αφορμή την πενταετία από τον θάνατό του. Μετά τη δημοσίευση, μάλιστα, μου έστειλε και ευχαριστίες στο inbox του Facebook, γράφοντάς μου ότι ήταν ίσως η καλύτερή του αποτύπωση σε γραπτό λόγο.

* η κεντρική φωτογραφία ανήκει στον Νίκο Πάστρα. Η κάτωθι φωτογραφία ανήκει στον Χρήστο Σαρρή


Αισθηματίες η νέα ταινία, "Αισθηματική Αγωγή" η ραδιοφωνική εκπομπή που παρουσίαζες κάποτε στον 902 κι έπειτα στους 105,5 Στο Κόκκινο. Τι παίζει με τα αισθηματικά;
 
Τώρα που το λες! Δεν το είχα σκεφτεί... Πέρα από την ειρωνεία αμφότερων των τίτλων, νομίζω πως υπάρχει μια αλήθεια. Ότι δηλαδή, ανεξάρτητα από το πού μας οδηγούν και σε τι δρόμο μας βγάζουν, τα αισθήματά μας είναι η αλήθεια μας. Κι αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί αυτό είναι που αξίζει. Ανεξάρτητα από το τίμημα που καταβάλλει καθένας και καθεμία από μας. 
 
Είπες γι' αυτήν την ταινία πως είναι μια «ελεγεία για έναν κόσμο που φεύγει». Πώς το εννοείς;
 
Πρόκειται για έναν κόσμο στον οποίον ζήσαμε, μα εκφυλίστηκε, αρρώστησε και πλέον πνέει τα λοίσθια. Δεν ξέρω βέβαια αν αυτό που θα έρθει θα είναι καλύτερο ή χειρότερο. Πάντως αυτός ο κόσμος πεθαίνει. Είχε λ.χ. συγκεκριμένους κώδικες, που πλέον αποσυρναμολογήθηκαν, αναφορές τις οποίες υποσκάψαμε εμείς οι ίδιοι, μα και μια γλώσσα που τελικά μας απομακρύνει, αντί να μας βοηθά να συνεννοούμαστε.   
 
Ναι, αλλά ο χαρακτήρας του Δασκάλου –τον οποίον παίζει μοναδικά ο Τάκης Μόσχος– δεν εκπροσωπεί έναν κόσμο που μένει;
 
Δυστυχώς ναι. Ο Τάκης Μόσχος έδωσε μια εξαιρετική ερμηνεία, απέδωσε αυτήν την πατριαρχική φιγούρα η οποία και μας οδήγησε σε όσα βιώνουμε σήμερα. Αυτή η φιγούρα και είναι εδώ, αλλά και θα μείνει. Και θα σου πω και τι έγινε στο Μόναχο, μετά την προβολή της ταινίας: πολλά κορίτσια στις συζητήσεις που κάναμε ήταν όχι ενοχλημένα με το τέλος, αλλά σε μια απελπισία. Τους είπα λοιπόν να μην ανησυχούν, γιατί, εάν κάνουμε sequel, θα αρχίζει με τη δολοφονία του πατέρα από την κόρη! Και ίσως αυτός να είναι ο δρόμος... 
 
Τι ψάχνεις συνήθως στους ηθοποιούς σου;
 
Αλήθεια. Την αλήθεια τους. Δεν με ενδιαφέρουν όσοι άνθρωποι προσεγγίζουν την ηθοποιία έντεχνα ή αναλωνόμενοι σε γραφικές ασκήσεις ύφους –άσχετα με το πόσο επιτυχημένες μπορεί να είναι. Με ενδιαφέρει να καίγονται για τον χαρακτήρα τους, ν' αρχίζουν αλισβερίσι μαζί του. Κι όπου τους πάει.  
 
Και πού βάζεις το όριο μεταξύ των όσων θέλεις εσύ για μια ταινία και των όσων μπορεί να σου φέρουν/προτείνουν εκείνοι;
 
Από ένα σημείο και μετά, τους ακολουθείς. Τους αφουγκράζεσαι, τους χαζεύεις και υποκλέπτεις ό,τι καλύτερο κάνουν. Είμαι καλός κλέφτης! (γελάει) Πάντα βέβαια έχω μια εικόνα, κυρίως ως προς τη συγκρότηση του ρόλου αυτού καθ' αυτού. 
 
Τι χρωστάς στο σινεμά του Νίκου Νικολαΐδη;
 
Στον ίδιο τον Νικολαΐδη χρωστάω ουκ ολίγα. Κατά κάποιον τρόπο υπήρξε ο πνευματικός μου πατέρας, άσχετα αν εγώ δεν υπήρξα καλός γιος. Αυτό θα το έλεγε εκείνος! Στο σινεμά του, τώρα, χρωστάω ένα παράθυρο στον κόσμο· το μεγαλύτερο δώρο δηλαδή το οποίο μπορεί να σου κάνει ένας άνθρωπος όταν βρίσκεσαι σε μια κρίσιμη κι ευαίσθητη ηλικία, σαν την εφηβεία. Αλλά και την ιδέα ότι το σινεμά δεν είναι κάτι απλό: απεναντίας, είναι υπόθεση ζωή και θανάτου. Και βέβαια έφερε στο εκράν misfits χαρακτήρες και μια ολόκληρη μυθολογία που ήταν απωθημένοι στο υποσυνείδητο του Νεοέλληνα, τότε. Είχε μια αγάπη για τους απόκληρους και τους καταραμένους ο Νίκος. Κι αυτό νομίζω μας συνδέει, πολύ. 
 
Γι' αυτό είχες γράψει και στο Facebook τις προάλλες ότι, όταν πεθάνεις, θέλεις να σκορπιστεί η στάχτη σου στους υπονόμους και στις χαβούζες; 
 
Α, ναι το έγραψα! Βέβαια το έκανε ο Πετρόπουλος πρώτος. Θα ήθελα πολύ να γίνει εδώ στη Φωκίωνος Νέγρη. Γιατί, έξω από την αγορά, αν βάλεις το κεφάλι σου στη σκάφη του υπονόμου, μπορείς ακόμα ν' ακούσεις το ποτάμι, εκείνο που τη διέσχιζε κάποτε και φτάνει μέχρι την Αχαρνών κι από εκεί στη θάλασσα. Έχω λοιπόν διαλέξει και τον υπόνομο και μάλιστα έχω κάνει και τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη. Που σημαίνει βέβαια ότι, και πεθαμένος, πάλι μπελάς θα 'μαι! Κάποιος δηλαδή θα πρέπει να με στείλει κάπου, να με κάψουνε, να με φέρουν ξανά πίσω. Ο μπαγάσας, θα λένε, δεν μας αφήνει ήσυχους ούτε και πεθαμένος.
 
«Πάλι» μπελάς; 
 
Δυστυχώς είμαι... Δεν το θέλω. Αλλά προκύπτει. 
 
Η μουσική στους Αισθηματίες, για να ξαναγυρίσω εκεί, δεν είναι απλά ένα soundtrack, έτσι δεν είναι; 
 
Για μένα και τον Αλέξανδρο Βούλγαρη –τον Boy– η μουσική στους Αισθηματίες έχει τον ρόλο του χορού σε μια αρχαία τραγωδία. Και έγινε πολύ συνειδητά αυτό: αποτελεί μια δεύτερη αφήγηση, μια αφήγηση κάτω από την αφήγηση, η οποία σχολιάζει την πρώτου επιπέδου δράση. Το προσπαθήσαμε πάρα πολύ και ποικιλοτρόπως. Κι έτσι επιλέξαμε για το soundtrack συγκεκριμένους μουσικούς και ερμηνευτές ως «μέλη» του συγκεκριμένου χορού. Καλλιτέχνες δηλαδή που έχουν να κάνουν με την ανολοκλήρωτη μοντερνιτέ της νεοελληνικής μας ταυτότητας. 
 
Ακούμε και την Τζένη Βάνου σ' αυτό, που αν δεν κάνω λάθος έδωσε το τελευταίο λάιβ της ζωής της στο Gagarin...
 
Ναι, ήταν το τελευταίο. Η Τζένη για μένα είναι σειρήνα, νεράιδα, μάγισσα, ένα πνεύμα που με συντροφεύει. Σπάνια, σπάνια προσωπικότητα... Και, ξέρεις, ίσως στην Τζένη υπάρχει η απάντηση για το γιατί κάποια πράγματα μου πάνε όπως μου πάνε. Όταν οι γονείς μου ήταν στο Μόντρεαλ, και ήταν νέοι και ήθελαν να βγουν κανά ραντεβουδάκι, ήμουν 2-3 ετών, οπότε η Τζένη Βάνου αναλάμβανε χρέη μπεϊμπι-σίτερ. Λοιπόν, όταν κάποιος έχει τη Βάνου ως μπεϊμπι-σίτερ, δεν ξέρω τι θ' απογίνει ως ενήλικας! (γέλια) Η αυταπάρνηση, το συναισθηματικό ολοκαύτωμα, η θυσία κι όλα αυτά με μια τέτοια κλάση, δεν νομίζω ότι θα το απαντήσουμε σε άλλο πλάσμα στο ελληνικό τραγούδι.
 
Και ο Νίκος Γούναρης;
 
Ο Νίκος Γούναρης είναι για μένα ο crooner της Ελλάδας, ο Frank Sinatra μας. Η φωνή της μοντερνικότητας που δεν ολοκληρώθηκε κι έμεινε να σέρνεται, σαν σακάτης στο υποσυνείδητό μας. Ο Γούναρης είναι από τους πρωταγωνιστές στους Αισθηματίες. Γι' αυτό και η προτομή του παρακολουθεί τα τεκταινόμενα: εκείνος ξέρει τι θα συμβεί.
 
Οι Κόρε.Ύδρο.; Σε συναυλία των οποίων στο Six d.o.g.s. σε έχω δει να χορεύεις και ζεϊμπέκικο; 
 
Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Εγώ δεν χορεύω, αλλά μου το αφιέρωσαν –και δεν γινόταν να μην τους τιμήσω. Βέβαια μ' ένα άθλιο ζεϊμπέκικο... (γελάει) 

Τους αγαπώ πολύ τους Κόρε.Ύδρο. και τον Παντελή τον Δημητριάδη ιδιαίτερα. Αυτά τα παιδιά είχαν τη διορατικότητα να καταλάβουν πως το σύμπαν μας αποτελείται από κατακερματισμένες εικόνες, ήχους και ιδέες. Είναι δηλαδή σαν ένα παζλ, σαν εκείνο που έλεγαν οι Στέρεο Νόβα ότι διαλύθηκε στον αέρα. Και νομίζω ότι ο Παντελής, ως ποιητής, προσπαθεί να ενώσει ξανά αυτά τα κομμάτια. Βεβαίως ποτέ ένα παζλ δεν το κάνεις το ίδιο. Κι εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον. 

Το συγκεκριμένο τώρα ζεϊμπέκικο, το "Χωρίς Επίκληση", το έχω λατρέψει, γιατί φέρνει την αύρα των σκυλάδικων της επαρχίας, των μοναχικών ανδρών σε κωλόμπαρο λίγο πριν τους διώξει ο ιδιοκτήτης. Έχει μια αφόρητη μοναξιά· κι από την άλλη μια μεγάλη ζέση. Πράγματα που νομίζω μόνο άνθρωποι που δουλεύουν πάνω από κατακερματισμένους κόσμους μπορούν να συλλάβουν. Στεναχωρήθηκα που διαλύθηκαν. 
 
Και ο Λευτέρης Μυτιληναίος; 
 
Α, ο αγαπημένος Λευτέρης! Κατ' αρχήν οι καταβολές του είναι στο ελαφρό τραγούδι, υπηρέτησε βέβαια τον ελαφρολαϊκό ήχο, για λόγους της εποχής. Άρα είναι εξ ορισμού crooner. Το αξιοπερίεργο είναι το πόσο κουλ μπορεί να παραμένει ενώ διηγείται ιστορίες συναισθηματικής καταστροφής, μετά το τέλος τους μάλιστα! (γελάει) Και μου άρεσε που κάναμε αυτό το βιντεοκλίπ, έτσι παλιομοδίτικο, με έναν λαϊκό βάρδο στους δρόμους της Αθήνας. Κάτι ανάλογο είχαμε κάνει και με τον Μανίκα, για τον Γιώργο τον Μαργαρίτη και τους "Δρόμους Του Πουθενά". Μ' αρέσουν αυτοί οι απόκληροι, οι outsiders. 
 
Σε κάποια φάση θυμάμαι ότι προσπάθησες να ξαναστήσεις στο Gagarin τα αναψυκτήρια, χώρο όπου διακρίθηκε κάποτε ο Μυτιληναίος. Τι το σημαντικό είχαν για σένα τα αναψυκτήρια; Τι μας άφησαν;
 
Δεν νομίζω ότι μας άφησαν κάτι. Δεν μ' αρέσει να εξωραΐζω το παρελθόν και το έχω πολύ συνειδητά κατά νου αυτό και στα Στέκια· με ενδιαφέρει όμως να μη χάνεται το νήμα που μας ενώνει μ' εκείνο –ψάχνω και γενικότερα δηλαδή για όσα μας ενώνουν. 

Για μένα, τώρα, τα αναψυκτήρια είχαν να κάνουν με την αθωότητα. Ήταν ένα αμιγώς λαϊκό θέαμα, για ανθρώπους που δεν μπορούσαν να ξοδέψουν τη νύχτα. Τους παρουσίαζαν έτσι ένα φαντασιακό υποκατάστατο. Το κοινό τους ήταν οικογενειάρχες, άτομα που περνούσαν ζόρια, άνθρωποι που τέλος πάντων δεν μπορούσαν να πάνε το βράδυ να δουν τη φίρμα. Θα ερχόταν λοιπόν η φίρμα σ' εκείνους. 

Κι έχει μεγάλη σημασία κάτι τέτοιο: η φίρμα τότε πήγαινε και τραγουδούσε γι' αυτό το κοινό. Μιλάμε για μια συνθήκη η οποία έχει πλέον χαθεί. Έχει έναν βαθμό κοινωνικής συνείδησης και έχει βέβαια να κάνει και με το να τιμάς τις καταβολές σου. Γιατί οι πιο πολλές από εκείνες τις φίρμες ήταν λαϊκά παιδιά. 
 
Μιας κι ανέφερες τα Στέκια, γυρίζεις κι ένα επεισόδιο για το Ρόδον, σωστά;
 
Φλας-μπακ επικίνδυνο... Γιατί έχω ζήσει εκεί από την πρώτη μέρα. Ήταν σαν κιβωτός, έμπαινες μέσα κι αισθανόσουν ασφαλής, λες και βρισκόσουν στο σαλόνι σου. Που δεν ήσουν καθόλου βέβαια, όμως έτσι ένιωθες, ότι ήσουν εκεί με τους δικούς σου. Μόνος μου πήγαινα στο Ρόδον, δεν υπήρχε θέμα, ήξερες ότι πάντα θα είναι εκεί κάποιος. Άλλη φάση τότε, ζούσαμε και την ψευδαίσθηση του Greil Marcus, ότι το ακροατήριο μιας ροκ συναυλίας μπορεί και να είναι η μαγιά μιας καλύτερης κοινωνίας. Κι εκείνος έκανε λάθος βέβαια, μα κι εμείς το πιστέψαμε λάθος. 
 
Είναι επώδυνο να γυρνάς στο παρελθόν σου και είναι επίσης επώδυνο να συναντάς ανθρώπους που έχεις να δεις πολλά χρόνια και να ξαναπηγαίνεις μαζί τους προς τα πίσω. Και πιστεύω ότι η νοσταλγία, η λατρεία του ρετρό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο πράγμα. Ανθυγιεινό και καθόλου δημιουργικό. Καλό είναι λοιπόν να τα διακωμωδείς λίγο τα πράγματα: να σαρκάζεις και ν' αυτοσαρκάζεσαι. 
 
Είναι αλήθεια ότι είχες κάνει πρόταση να το πάρεις το Ρόδον, πριν ανοίξεις το Gagarin;
 
Ναι, αληθεύει. Δεν πιστέψαν ότι έχω χρήματα, όμως είχα πάρει δάνειο. Δεύτερον, δεν πιστέψανε πως μπορούσα να συνεισφέρω· εκ των πραγμάτων, αποδείχθηκε ότι έκαναν λάθος. Και γι' αυτό άλλωστε άνοιξε το Gagarin. 
 
Σε ενόχλησε ο Δημήτρης ο Κανελλόπουλος μ' αυτό που έγραψε στο e-tetRadio για τα Στέκια και τη ΝΕΡΙΤ; Μια σωστή εκπομπή σε λάθος κανάλι;
 
Ο Κανελλόπουλος είναι φίλος μου, αλλά λέει μαλακίες –κι αυτό μπορείς να το γράψεις έτσι ακριβώς. Έχω φίλους με τους οποίους δεν συμφωνώ, είτε πολιτικά, είτε αλλού· και θα συνεχίσω να έχω τέτοιους φίλους. 

Ο Δημήτρης προφανώς μου προτείνει να πάω στο MEGA, μετά το Κάτω Παρτάλι ίσως; Ή στο Κανάλι της Βουλής, ξέρω 'γω. Δεν αναρωτήθηκε όμως αν το MEGA θα πρόβαλλε ποτέ μια σειρά όπως τα Στέκια. Κι επειδή έχω ακούσει ουκ ολίγα, ότι νομιμοποιώ λέει με τη θέση μου ως εξωτερικός συνεργάτης το μόρφωμα της ΝΕΡΙΤ, εγώ δεν νομιμοποίησα ποτέ κανέναν. Δεν υπέγραψα καμία δήλωση μετανοίας, ούτε και αλλαξοπίστησα. Και, εν πάσει περιπτώσει, πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων δεν θα δώσω.
 
Μόνο όποιος επέλεξε τη ρήξη με τον κόσμο στον οποίον ζούμε θεωρώ πως έχει δικαίωμα να ομιλεί, άσχετα εάν συμφωνώ ή διαφωνώ: από τον Παλαιοκώστα, μέχρι τον Ρωμανό. Οι υπόλοιποι, όπως τραγουδούσαν και οι Pop Group, «We're All Prostitutes». Kαι, σαν σκηνοθέτης του κινηματογράφου στην Ελλάδα, ε, είμαι από τις μεγαλύτερες «πουτάνες». Και έχω δανειστεί κι από τοκογλύφους κι έχω κλέψει, ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό, και έχω κάνει στο παρελθόν τα ανήκουστα προκειμένου να γίνει μια ταινία. 
 
Γι' αυτό που κάνω και μεταδίδεται από τη ΝΕΡΙΤ είμαι ιδιαίτερα περήφανος. Κατά τα λοιπά, ζούμε σε μια χώρα όπου απουσιάζει η κριτική σκέψη κι όπου τα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας λέγονται Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ένα τραγικό λάθος στον ορισμό, που αφήνει απέξω τον πολιτισμό –όχι τυχαία βέβαια. Ο πολιτισμός ήταν και είναι μια τσόντα μέσα στον νεοελληνικό πολιτισμό.
 
Στις συνεντεύξεις βλέπω ότι σε ρωτάνε συνέχεια για τον πατέρα σου, τον Χάρρυ Κλυνν...
 
Ναι, άλλο πάλι και τούτο... Καμιά φορά το παρακάνω βέβαια κι εγώ, γιατί είμαι περήφανος για τον πατέρα μου. Αλλά δεν καταντάει πια βαρετό; Ολόκληρος μαντράχαλος είμαι, βρωμόγερος...
 
Ήθελα λοιπόν να σε ρωτήσω για τη μητέρα σου, για την οποία δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει κάτι...
 
Τη λατρεύω. Όλα για τη μητέρα μου, όπως έλεγε κι ο Αλμοδόβαρ. Είναι ο άνθρωπος που με έκανε να σταθώ στα πόδια μου και να γίνω ό,τι είμαι. Εξ ου και η αγάπη μου για τις γυναίκες –και δεν εννοώ ερωτικά. Τις λατρεύω, μ' αρέσει να δουλεύω με γυναίκες, τις εμπιστεύομαι. Πιστεύω ότι ο κόσμος μας θα ήταν καλύτερος, εάν έκαναν κουμάντο εκείνες. Έχουμε αποτύχει ως αρσενικά, το μόνο που κάναμε ήταν κακό. Γιατί, δυστυχώς, διαπλέκεται η πούτσα με την εξουσία. Ενώ οι γυναίκες έχουν μέσα τους τη ζωή και τη θάλασσα. Άλλα πλάσματα... Εμείς τι έχουμε; Ξηρασία.
 
Τι ακούς αλήθεια αυτήν την περίοδο, από μουσική;
 
Μ' άρεσε πολύ το τελευταίο άλμπουμ του Leonard Cohen. Και τη Marissa Nadler την αγαπώ πάρα πολύ. Ήθελα να πάω να τη δω, δεν μπόρεσα δυστυχώς λόγω υποχρεώσεων. Τα άπαντα του The Boy. Και χάρηκα που έρχονται και οι Black Keys. Τις τελευταίες μέρες, πάντως, ακούω και ξανακούω το Forever Changes των Love. Ανάθεμα κι αν ήξερα τι μ' έχει πιάσει!
 
Και για να κλείσουμε με μια διαφορετική νότα, τι θα γίνει, θα το σηκώσει φέτος ο ΠΑΟΚ το πρωτάθλημα; 
 
Μπορεί! Αν η Παναγία το θελήσει! (γελάει) Αλλά κάτι μου λέει ότι φέτος η Παναγία είναι μαζί μας. Ο Άγγελος είναι πολύ καλός κόουτς κι όσοι κοροϊδεύουν δεν ξέρουν πού έχουν μπλέξει, θα το βρουν απ' τον Θεό! (γέλια) Έφτιαξε όμως ομάδα, ενώ πέρυσι ήταν ένα συνονθύλευμα μισθοφόρων, έτσι; 

Τον αγαπάω τον ΠΑΟΚ, γιατί είναι ομάδα με αντιφάσεις: αξιοπρεπής, κατατρεγμένη μα και μη κατατρεγμένη –μην το παρακάνουμε– αυτοκαταστροφικό αουτσάιντερ. Το τελευταίο πρωτάθλημα το πήραμε το 1983, ήμουν 22 χρονών τότε. Ε, να μη δω λοιπόν κι ένα δεύτερο στη ζωή μου;





03 Ιουνίου 2021

Συχνοτική Συμπεριφορά, Σάββατο 29 Μαΐου 2021


Η Συχνοτική Συμπεριφορά της 29ης του Μάη παίζει κάμποσες φρέσκιες κυκλοφορίες από Ελλάδα και Κύπρο, αλλά εξετάζει και τις περιστάσεις στις οποίες δικαιολογείται(;) να φας δίσκο από άλλον μουσικόφιλο.

Θυμάται επίσης τον Dio στα ξενοδοχεία Χανδρής με ένα πολύ συγκεκριμένο παντελόνι, αλλά και το τραγούδι της Diana Ross το οποίο έχει χορέψει ακόμα και η Ελένη Τζιρίτα –η μητέρα του κυρίου Τζιρίτα, δηλαδή. 

Παράλληλα αποχαιρετά τον Jim Steinman με αθάνατη AOR επιτυχία και βρίσκει μία ακόμα αφορμή να μιλήσει για τον Τόλη Βοσκόπουλο (ναι, πάλι).

Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο το σόου (χωρίς διαφημιστικά μηνύματα) πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Συμπεριφέρθηκαν συχνοτικώς τα εξής κομμάτια:

1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: Mirrorself
2. ALDO ROMANO, LOUIS SCLAVIS, HENRI TEXIER & GUY LE QUERREC: Les Petits Lits Blancs
3. AUTOW NITE SUPERSTORE & ΛΙΑ ΚΟΛΥΤΑ: Syzygy
4. DIO: Stand Up And Shout
5. JIM STEINMAN & ROY DUDD: Rock And Roll Dreams Come Through
6. ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΒΑΝΔΗ: Στα 'Δωσα Όλα
7. ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ: Ίσως Φταίνε Τα Φεγγάρια
8. DIANA ROSS: Upside Down
9. USHER, LIL' JON & LUDACRIS: Yeah!
10. SUGABABES: Push The Button
11. ΘΕΜΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΔΗΣ: Δεν Είμαι Εγώ Για Έρωτες
12. ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ: Κοντά Σου Ξαναγύρισα (Λάρισα)
13. SIGNIFICANT POINT feat. GEORGE ITOH: Riders Under The Sun
14. ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ: Γέλια Τζαι Ττέλια  
15. THE HUMAN EXPRESSION: Everynight
16. MANHATTAN TRANSFER: Boy From New York City



31 Μαΐου 2021

Στην Ταράτσα του Φοίβου Δεληβοριά - ανταπόκριση (2018)


Μία ακόμα Ταράτσα στήνει ο Φοίβος Δεληβοριάς για τη σταδιακή μας επιστροφή στις συναυλίες, «με ασφάλεια, αποστάσεις και όλα τα απαραίτητα μέτρα» όπως διευκρινίζεται στα σχετικά δελτία Τύπου. 

Πρεμιέρα Πέμπτη 10 Ιουνίου, στο Άλσος πλέον, όπου και θα λαμβάνει χώρα κάθε Πέμπτη στη συνέχεια. Ήδη μάλιστα έχουν ανακοινωθεί και οι καλεσμένοι του καλοκαιριού, ανάμεσα στους οποίους ξεχώρισα προσωπικά τον Χρήστο Νικολόπουλο (24 Ιουνίου), την Καίτη Γαρμπή (8 Ιουλίου) και τον Γιώργο Μαργαρίτη με τον Δημήτρη Μεντζέλο (αμφότεροι στις 22 Ιουλίου).

Είχαμε περάσει θαυμάσια στην Ταράτσα του Φοίβου, όταν την επισκεφτήκαμε με τη Χριστίνα τον Ιούνιο του 2018 –στην Ιερά Οδό, τότε. Ήταν πρεμιέρα εκείνης της σαιζόν και η βραδιά περιλάμβανε κι ένα αφιέρωμα στον Λουκιανό Κηλαηδόνη. Και, για έναν τύπο σαν κι εμένα, που βρίσκει ξεχειλωμένες τις συνήθεις διάρκειες των ζωντανών προγραμμάτων, ήταν απροσδόκητο να μην κοιτάξω το ρολόι μου στις 3 ώρες του σόου. Είδαμε βαριετέ υψηλών προδιαγραφών και φύγαμε με πλήρη κατανόηση του γιατί είχε αποκτήσει δυναμική ορόσημου για τη βραδινή διασκέδαση της σύγχρονής μας Αθήνας.

Μια ανταπόκριση γράφτηκε τότε για λογαριασμό του Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με την αφορμή της νέας πρεμιέρας, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες ανήκουν στον Δημήτρη Μακρή και προέρχονται από το promo υλικό που δόθηκε τότε στον Τύπο


Επί 3 ώρες, δεν κοίταξα ούτε στιγμή το ρολόι. Και ας ίσχυαν για την πρεμιέρα της φετινής Ταράτσας του Φοίβου όλες οι γνωστές παράμετροι που συναντάτε στις δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις των συναυλιών –ναι, ήταν καθημερινή, ναι ήταν και εργάσιμη, άρα είχα κι εγώ κάμποση δουλειά πριν και δεν προσήλθα «φρέσκος»· ναι, δεν άρχισε 21.00 αλλά περίπου 21.20. 

Μικροπράγματα, ίσως πείτε. Αντί να μας γράψεις για τη δράση, τα σκετς, τα κοστούμια, τα σκηνικά, το πρόγραμμα, για τον Φοίβο Δεληβοριά, για το άστρο του Θανάση Αλευρά, εσύ μας λες για το ρολόι σου. Μικροπράγματα, μπορεί... Αλλά ξέρετε τι λένε για τις λεπτομέρειες και τον Διάβολο. Και απ' όλες τις λεπτομέρειες, αυτή είναι η πιο κρίσιμη. 

Γιατί; Επειδή πιστοποιεί αμέσως-αμέσως δύο βασικά συμπεράσματα για την Ταράτσα του Φοίβου, τα οποία έχουν να κάνουν με τη βαθύτερη υπόστασή της. Με την αιτία δηλαδή που δεν είναι απλά άλλο ένα ωραίο πρόγραμμα σε μία ιδιότυπη μουσική σκηνή, μα μία πρόταση διασκέδασης στην οποία, πέρα από τη σκέψη, τη φροντίδα και τον επαγγελματισμό, θα διακρίνεις και τη ζωντανή της σχέση με τις ρίζες της. 

Θέλω να πω ότι η Ταράτσα του Φοίβου έχει μεγάλη επίγνωση του τι είναι –να το ένα συμπέρασμα, το πιο άμεσο. Το είπε ο ίδιος ο Δεληβοριάς, στο τμήμα της πρεμιέρας που ήταν αφιερωμένο στον Λουκιανό Κηλαηδόνη: πρόκειται για ένα εγγόνι του. Εκεί στα ψηλά της Ιεράς Οδού έχει φτιάξει δηλαδή έναν μακρινό απόγονο της Μάντρας, των Πεύκων, της Όασης, του Αλκαζάρ, του Άλσους, της Κεφάλας του Αρία· ένα σύγχρονο βαριετέ, το οποίο εμπεριέχει τα λαϊκά αναψυκτήρια, τον Κηλαηδόνη της Βουλιαγμένης, όλα όσα διαμόρφωσαν τον ίδιο τον τραγουδοποιό από την εγχώρια εμπειρία και τις διεθνείς περιπλανήσεις των αυτιών του. Και βαριετέ σημαίνει –πάνω απ' όλα– ότι ο θεατής δεν πρέπει να στρέφει το βλέμμα μακριά από τη σκηνή, άσχετα αν εκεί έχει τραγούδι, πρόζα, ομαδικά σκετς, ζογκλέρ ή χορευτικά. Άσχετα αν ακούει μια ηλεκτρισμένη, rock εκτέλεση στο "Η Κική Κάθε Βράδυ" ή βλέπει τον Αλευρά να διηγείται στο κοινό τι γινόταν σε μια άλλη δεκαετία, όταν ο κόσμος πάρκαρε στη Συγγρού και πήγαινε γονατιστός όχι στην Παναγιά της Τήνου, αλλά στην Άντζελα Δημητρίου. 

Το δεύτερο συμπέρασμα (το πιο έμμεσο, ας το πούμε), έχει να κάνει με την ικανότητα του Δεληβοριά να ανακατεύει την τράπουλα, ανανεώνοντας την πίστη των παλιών και κερδίζοντας την εκτίμηση της νεότερης γενιάς. Το απέδειξε το ηλικιακά μεικτό κοινό το οποίο κατέκλυσε την Ταράτσα στη φετινή της πρεμιέρα: μόνο το δικό μου τραπέζι να κοίταγα, καθόμουν μαζί με άτομα καμιά δεκαριά χρόνια μεγαλύτερά μου και καμιά εικοσαριά μικρότερά μου. Ποτέ βέβαια δεν του έλειπε η ευφυΐα του Δεληβοριά. Αλλά εδώ μιλάμε κυρίως για αντανακλαστικά: για ένα καλλιτεχνικό ένστικτο που του επιτρέπει να παραμένει σχετικός, διατηρώντας συνάμα ό,τι τον κάνει «οικείο». Ίσως το καταφέρνει επειδή στίβει το μυαλό του για το πώς θα βάλει καινούρια ρούχα σε όσα τον καίνε διαχρονικά, αντί να τρέχει να καβαλήσει το τάδε χιπ τρένο ή να κάνει τα καραγκιοζιλίκια του Jean Luc Godard στα ύστερα 1960s. 

Επιπλέον, ο Δεληβοριάς δεν είναι μοναχικός ταξιδιώτης. Μπορεί η Ταράτσα να φέρει το δικό του μικρό όνομα, μπορεί να λάμπει ως αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής κάνοντας μιμήσεις του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Νίκου Πορτοκάλογλου, τραγουδώντας τον "Καθρέφτη" ή κρατώντας τον ρόλο του κονφερασιέ, μα δίπλα του έχει μια πολυάριθμη ομάδα συντελεστών. Και είναι όλοι τους ένας κι ένας. Η ορχήστρα, πρώτα-πρώτα: Θοδωρής Κότσυφας στις κιθάρες, Yoel Soto στο μπάσο, Σωτήρης Ντούβας στα τύμπανα και Κωστής Χριστοδούλου στα τύμπανα. Μουσικοί εκλεκτοί, ικανοί να δώσουν στην παράσταση ό,τι ακριβώς πρέπει, είτε «πειράζουν» την ενορχήστρωση στη "Μπόσα Νόβα Του Ησαΐα", είτε παίζουν το "Fuego" της Ελένης Φουρέιρα. 

Μετά είναι ο βασικός θίασος. Ο θαυμάσιος μίμος Alex De Paris (κατά κόσμον Αλέξανδρος Χωματιανός) δεν χρειάζεται να πει κουβέντα για να σε κρατήσει στα σκετς του. Η La Dandizette κλέβει την παράσταση ακόμα και από τον Δεληβοριά όταν εμφανίζεται ως Μεσογειακή Αφροδίτη με φόντο ένα τεράστιο, πολύχρωμο κοχύλι, πετυχαίνοντας να γεφυρώσει τα μπουρλέσκ της Belle Époque με μια ρετρό αισθητική που διαθέτει και κάτι από τα αμερικάνικα 1950s. Και η Νεφέλη Φασούλη φέρνει επί σκηνής τη δροσιά της, αν και θα πρέπει νομίζω –στα δεδομένα πλαίσια του ρόλου της– να βρει τον απαραίτητο χώρο έκφρασης και για κάτι λιγότερο «νιάου νιάου». 


Άφησα τον Θανάση Αλευρά για ξεχωριστή μνεία, γιατί γίνεται βαρύ πυροβολικό σε πολλά σημεία, παίρνοντας την παράσταση στους ώμους του. Η εξέλιξή του μέσα στα χρόνια είναι ραγδαία και φέτος νομίζω βρίσκεται στα καλύτερά του: και στα αέρινα χορευτικά –πρέπει να τον δείτε στο "Single Ladies (Put Α Ring Οn It)" της Beyoncé– και στις πρόζες και στις περιστάσεις όπου γίνεται δίδυμο με τον Δεληβοριά. Έχοντας ενσωματώσει τον θυελλώδη Γιώργο Μαρίνο της Μέδουσας, στέκεται ως σύγχρονος κωμικός/πολυεργαλείο. Το γεγονός επίσης ότι απέναντι σε μια τέτοια performance δεν έσβησε από τη μνήμη μας η guest παρουσία της ομάδας Κωμικό Μπουμ νωρίς στην παράσταση (Δημήτρης Μακαλιάς, Ζήσης Ρούμπος, Γιάννης Σαρακατσάνης & Γιώργος Αγγελόπουλος), σημαίνει ότι τα πήγαν κι εκείνοι μια χαρά. 

Η πρεμιέρα, όμως, επεφύλασσε κι ένα αφιέρωμα στον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον «δικό μας βασιλιά της Αθήνας», όπως τον χαρακτήρισε ο Δεληβοριάς. Και ήταν ένα ωραίο και φροντισμένο αφιέρωμα, στο οποίο ζωντάνεψαν ξανά τραγούδια σαν τον "Ύμνο Των Μαύρων Σκυλιών", το "Είμαι Ένας Φτωχός Και Μόνος Καουμπόι", το "Κάπου Την Έχουμε Πατήσει", το "Είδα Τη Ρίτα" ή το "Πού Βαδίζουμε Κύριοι;", δίνοντάς μας την ευκαιρία να στοχαστούμε ξανά στο πόσο αβίαστα έβρισκε ο δημιουργός τους μαγικούς σχεδόν κωδικούς διασύνδεσης μιας άμεσα αναγνωρίσιμης μικροαστικής καθημερινότητας με την οπτική και τα αιτήματα μιας νεολαίας που σκεφτόταν έξω από τα καλούπια της. Ως συγγενής τραγουδοποιός, ο Φοίβος Δεληβοριάς δεν θα μπορούσε παρά να τον τιμήσει επάξια. 


Χώρια που το αφιέρωμα επεφύλασσε και Αφροδίτη Μάνου, να γίνεται αληθώς συγκλονιστική Μαίρη Παναγιωταρά καθώς ερμήνευε το "Μια Μέρα Μιας Μαίρης", αλλά και Μαρία Κηλαηδόνη: τη μικρότερη κόρη του εκλιπόντος τραγουδοποιού, η οποία κέρδισε εντυπώσεις και χειροκροτήματα με το τρακ της, την κρυφή συγκίνησή της καθώς παίζονταν τα τραγούδια του πατέρα της, αλλά και με το δικό της "Ηράκλειο". Ένα ωραίο άσμα με δεληβοριο-κηλαηδονική συνταγή και ελαφριούς country απόηχους. 

Οπωσδήποτε, μία παράσταση που αλλάζει πρόσωπα στην τρίμηνη διάρκειά της θα κριθεί εν τέλει συνολικά. Ασφαλή συμπεράσματα μπορεί λοιπόν να βγάλει μόνο όποιος πάει σε όλες ή έστω στις περισσότερες ημερομηνίες. Με βάση πάντως τα όσα είδα στην πρεμιέρα, ίσως κάποτε έρθουν καιροί στους οποίους η Ταράτσα θα μνημονεύεται ως ορόσημο της αθηναϊκής βραδινής διασκέδασης. Ακόμα κι αν μιλάμε για μια εποχή κατακερματισμένη σαν τη σημερινή, η οποία τείνει σε μικρές, προσωπικές αφηγήσεις με (εξ ορισμού) περιορισμένο ορίζοντα, έχοντας εν πολλοίς πάψει να παράγει κοινά σημεία αναφοράς με ευρεία απήχηση.



27 Μαΐου 2021

Συχνοτική Συμπεριφορά, Σάββατο 22 Μαΐου 2021


Και τι δεν είχε το «περιβόλι» της Συχνοτικής Συμπεριφοράς για τις 22 του Μάη –για εμβολιασμένους και μη. 

Και αν έχει όντως ο Τόλης Βοσκόπουλος τη "Σωστή Απάντηση" αναρωτηθήκαμε και ...καψουρόσκονη τρίψαμε παρέα με τον Κώστα Μοναχό και τις προβλέψεις της Λίτσας Πατέρα για έλευση εξωγήινων θίξαμε. 

Αλλά και τη μουσική παράδοση των Παξών συζητήσαμε με τον Στυλιανό Τζιρίτα (όπως τη σύστησε μέσω ΕΡΤ3 ο ακαταπόνητος Γιώργης Μελίκης) και ελεγείες του Λουκιανού μελοποιημένες από τους Άβατον παίξαμε και πολιτικά θρίλερ από τη Γουατεμάλα είδαμε, ενώ σταθήκαμε και στο «Καλό Μεσημεράκι» του Νίκου Μουτσινά.

Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο το σόου (χωρίς διαφημιστικά μηνύματα) πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Συμπεριφέρθηκαν συχνοτικώς τα εξής κομμάτια:

1. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Μέρος 3 - Ντο Δίεση Ελλάσσων Μέτριος Ρυθμός
2. JOURNEY: City Of The Angels
3. ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ & ΘΑΝΟΣ ΜΙΚΡΟΥΤΣΙΚΟΣ: Η Σκακιέρα (πρόβα στο σπίτι του συνθέτη, 1986)
4. TOM WAITS: Way Down In The Hole
5. ΑΒΑΤΟΝ: Τοῖσι Μέν Εὖ
6. ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ: Πελεκιάτικος
7. GABY MORENO: La Llorona De Los Cafetales
8. CESÁRIA ÉVORA: Tudo Tem Se Limite 
9. ΣΤΡΑΤΟΣ ΠΑΓΙΟΥΜΤΖΗΣ: Τι Σου Λέει Η Μάνα Σου
10. LYNYRD SKYNYRD: That Smell
11. ALICE COOPER: Love's A Loaded Gun
12. PETER FRAMPTON: Show Me The Way
13. ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΧΟΙΝΑΣ: Συγκοινωνούντα Δοχεία
14. ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΦΑΣΗΣ: Καψουρόσκονη
15. MECHANIMAL & ΘΕΚΛΑ ΤΣΕΛΕΠΗ: Είναι Το Φάντασμα
16. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ & ΒΟΥΛΑ ΓΚΙΚΑ: Ξημέρωσε Καλή Μου
17. ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ: Η Σωστή Απάντηση
18. PSYCHIC TV: The Orchids



26 Μαΐου 2021

Ta hard & heavy μπλουζάκια του Φοίβου και ένα παλιότερο κείμενο (2012)


Παρά τα ονόματα που επιστρατεύτηκαν για την παρουσίαση (Ελένη Φουρέιρα) και την κριτική επιτροπή (Γιώργος Αρσενάκος, Καίτη Γαρμπή, Γιάννης Πλούταρχος & Φοίβος), το ρεάλιτι/talent show House of Fame νομίζω ότι δεν πήγε όσο καλά ανέμεναν οι ιθύνοντές του στον ΣΚΑΪ. Φάνηκε μάλιστα εξαρχής ότι είχε πρόβλημα, γιατί οι επιλεγμένοι συμμετέχοντες ήθελαν πολλή δουλειά (για την οποία δεν υπήρχε ο χρόνος), ενώ συχνά διαγωνίζονταν με τραγούδια εκτός των όποιων δυνατοτήτων τους.

Παρά ταύτα, μέλλει πιστεύω να το θυμόμαστε χάρη στον Φοίβο, που έκλεψε την παράσταση τόσο με τα hard rock/heavy metal μπλουζάκια τα οποία φόραγε (Saxon όπως στη φωτογραφία λ.χ., αλλά και Manowar, Iron Maiden, Ratt, Metallica), όσο και με τις εύστοχες, απολαυστικά σκληρές κριτικές του, οι οποίες κάθε άλλο παρά αυτιά χάιδευαν. Ενίοτε, επίσης, διηγήθηκε και απολαυστικές ιστορίες: για το πώς π.χ. γνώρισε τον Τόλη Βοσκόπουλο ή με τον Νίκο Καρβέλα, στον οποίον τηλεφωνά και λέει «γεια σου θεέ μου», για να του απαντήσει εκείνος «γεια σου πιστέ μου». Ήδη πολύς κόσμος που βαριόταν να κάτσει να δει όλο το σόου ή δεν ενδιαφερόταν καν, αναζητά τέτοια στιγμιότυπα σε ξεχωριστά κλιπάκια στη σελίδα του ΣΚΑΪ ή/και στο YouTube.

Καλλιτεχνικά μιλώντας ο Φοίβος είναι περίπτωση δημιουργού που έχει συνδεθεί με τρομερά λαοφιλείς επιτυχίες, μα στέκει πλήρως σχεδόν απαξιωμένος στο στερέωμα της «σοβαρής» κριτικής. Κάποια στιγμή, ωστόσο, η τελευταία θα πρέπει να διεκδικήσει όντως τη σοβαρότητα που επικαλείται και να ασχοληθεί μαζί του (όπως και εν γένει με ό,τι αποκαλούμε ποπ ή mainstream). Όχι συμβιβαστικά, αλλά με το ίδιο ακριβώς πνεύμα που κι εκείνος έγινε κριτικός, μετέχοντας στο House of Fame. Αποκαλύπτοντας δηλαδή τα αισθητικά του ναδίρ, αλλά παραδεχόμενη και τα ωραία τραγούδια τα οποία έγραψε, καθώς και την ευφυΐα που συχνά επέδειξε, ακόμα κι όταν υφάρπαζε οφθαλμοφανώς διεθνείς συνθέσεις –αξέχαστο στιγμιότυπο το "Gucci Φόρεμα".

Μια τέτοια απόπειρα έκανα τον Σεπτέμβριο του 2012, έστω κι αν εκ των συνθηκών έμεινε περιορισμένη στα όρια και στα πλαίσια μιας συναυλιακής ανταπόκρισης, αφού πήγα στο Ολυμπιακό Στάδιο για να παρακολουθήσω την παράσταση 20 Χρόνια Φοίβος. Το κείμενο δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και τώρα, καθώς το House of Fame φτάνει στο φινάλε αυτή την εβδομάδα, αναδημοσιεύεται κι εδώ. Με αισθητικής φύσης μικροτροποποιήσεις, αλλά και με κάποιες αναγκαίες αλλαγές/διασαφηνίσεις, καθώς ήταν ενάμιση χρόνο μετά που έμαθα κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες ως προς την προσέλευση, μιλώντας με άνθρωπο της εγχώριας συναυλιακής πραγματικότητας που γνώριζε καλά τα τι και πώς του παρασκηνίου.

Θα το γράψω επίσης εγώ κι ας σπάσουν μερικά αβγά, δεν πειράζει. Για την ανταπόκριση αυτή, οι άνθρωποι που είχαν τότε το promo της συναυλίας –οι οποίοι μου είναι και συμπαθείς, μάλιστα– έστειλαν έπειτα να με ευχαριστήσουν. Ωστόσο όταν τους ζήτησα δημοσιογραφική πρόσκληση, αρνήθηκαν να μου δώσουν: με διάφορες ευγενομανατζερίστικες προσπάθειες, με άφησαν στο περίμενε της τελευταίας στιγμής. Δεν ξέρω αν αυτά πιάνουν σε άλλους δημοσιογράφους και «δημοσιογράφους», εγώ πάντως ούτε καν τους ξανάστειλα κάτι. Πήρα εισιτήριο και πήγα.

Όσο για τα hard & heavy μπλουζάκια του Φοίβου, που έδωσαν τον τίτλο της παρούσας ανάρτησης και τόσο εξέπληξαν κάποιους, αντανακλούν μια πραγματικότητα μουσικών προτιμήσεων αρκετά γνώριμη σε όσους τον έχουμε παρακολουθήσει δίχως παρωπίδες. Μάλιστα, έχω στο αρχείο μου μια εκτενή λίστα με τους αγαπημένους του hard & heavy δίσκους, η οποία δεν έχει δημοσιευτεί πουθενά. Σκέφτηκα να τη βάλω εδώ, αλλά προτιμώ να κάνω κάτι διαφορετικό και πιο ουσιώδες. Θα την κάνω δώρο στο «νέο αίμα» της αναιμικής εγχώριας μουσικοκριτικής που θα κάνει τον κόπο να προβεί σε μια σοβαρή αποτίμηση του Φοίβου, πέρα από τους άχαρους μανιχαϊσμούς που επιμένουν να κυριαρχούν και την ξινίλα όσων αποστρέφονται ό,τι το λαϊκό και μαζικό.

* η φωτογραφία του Φοίβου προέρχεται από τη σελίδα του στο Facebook. Οι φωτογραφίες από τη συναυλία του 2012 ανήκουν στον Μανώλη Χιώτη και προέρχονται από το promo υλικό που στάλθηκε τότε στον Τύπο


Είκοσι χρόνια Φοίβος. Η συναυλία που δεν ένωσε καμία κοινότητα, μα συζητήθηκε απ' όλες, με πάθος το οποίο θύμισε αλλοτινές εποχές μουσικών διαξιφισμών. Η σημειολογία της, πέλαγος: πρώτα-πρώτα, ο Φοίβος Τασσόπουλος γιόρτασε τα 20 χρόνια του ως δημιουργός την ίδια μέρα που ο Μίκης Θεοδωράκης έστηνε ένα ακόμα Άξιον Εστί, σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο. Ένα εμβληματικό έργο του νεότερου ελληνισμού σε αμφιλεγόμενη εκτέλεση, κόντρα στον «δημοφιλέστερο Έλληνα συνθέτη». Έτσι έγραφε στο εισιτήριό μου προς το ΟΑΚΑ. Μια έξυπνη διατύπωση. Καμία δάφνη σπουδαιότητας, μονάχα ένας δείκτης λαοφιλίας.  

Περισσότερη σημειολογία, αργότερα. Μερικά γεγονότα τώρα: η συναυλία δεν άρχισε στις 20.30, όπως έγραφε το δελτίο Τύπου. Άρχισε 21.30φεύγα. Και ήταν Δευτέρα, ήτοι επόμενη μέρα καθημερινή = εργάσιμη. Δεν ξέρω αν στη 1 παρά που βγήκε ο μεγάλος όγκος κόσμου είχε ακόμα ΗΣΑΠ, πάντως ήταν λιγάκι άσχημο να έχει βγει το τιμώμενο πρόσωπο της βραδιάς να πει δυο λόγια (και δυο είπε, λιτά, με τις απαραίτητες ευχαριστίες και με χιούμορ) και να βλέπεις κόσμο από τις κερκίδες να αποχωρεί. Λίγη σημειολογία-σφήνα: κόσμο κυρίως από τα VIP των 60 ευρώ και από τα «ακριβά» καθίσματα των 28. Από την αρένα των χαμηλών βαλαντίων, ουδείς. Έφευγαν οι έχοντες και κατέχοντες αυτοκίνητα, έμεναν οι ίσως-μη-έχοντες-πια-ΗΣΑΠ. 


Από την άλλη, η καθυστέρηση με βοήθησε να παρατηρήσω με προσοχή τι είχε σκαρώσει ο Φωκάς Ευαγγελινός. Το ΟΑΚΑ είχε κοπεί στα δύο, με τη σκηνή να έχει τοποθετηθεί στο μέσον. Ήταν φτιαγμένη πρωτότυπα, σαν ασφαλτόδρομος διπλής κατεύθυνσης με απλή λευκή λωρίδα ως διαχωριστικό. Στο ένα της άκρο, το προς τις κερκίδες, βρίσκονταν οι ηχολήπτες. Το άλλο της άκρο ήταν ένα μεγάλο video wall. Πάνω δεξιά κι αριστερά είχε διαμορφωθεί ο χώρος για την ορχήστρα. Κάτω δεξιά κι αριστερά, τα δύο τμήματα της αρένας. Σε γενικές γραμμές, οι πρωταγωνιστές της βραδιάς έμπαιναν από video wall πλευρά, κινούνταν στο μέσον του Foivos Road, αποχωρούσαν από το άκρο των ηχοληπτών. Και είχε κι άλλες καλές ιδέες ο Ευαγγελινός, όπως θα αποκάλυπτε η εξέλιξη της βραδιάς. 

Μερικά γεγονότα ακόμα: κάπου διάβασα ότι δεν είχε καλό ήχο στου Φοίβου. Δεν αληθεύει. Ο ήχος ήταν μεν γηπεδικός, με μπαρόκ τάσεις και υπερβολικά ντεσιμπέλ, ωστόσο επέτρεπε να ακούς λεπτομέρειες στα παιξίματα, αλλά και όλους τους στίχους καθαρά. Λύσσαξαν επίσης ορισμένοι με το ότι δεν είχε κόσμο –τα άκουγα πριν τη συναυλία, τα άκουσα και μετά. Εδώ χωράει μεγάλη συζήτηση, π.χ. για το πόσο κόσμο «έπρεπε» να έχει, ώστε να «έχει» κόσμο. Πάντως η τελική εικόνα της προσέλευσης δεν ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς. Πόσο μάλλον αν αληθεύουν τα όσα έμαθα, για 7.000 προσκλήσεις.

Πάμε όμως λίγη σημειολογία ακόμα. Το μεγάλο στοίχημα βρισκόταν στο αν τα γενέθλια του Φοίβου θα έπειθαν το κοινό που συνήθως απολαμβάνει τα τραγούδια του σε μεγάλα ξενυχτάδικα (καθισμένο ή εν χορώ, με τα ουίσκι και τα ξηροκάρπια παραδίπλα), ώστε να μετάσχει σε ένα event με διαφορετικό κώδικα. Έναν κώδικα πιο συναυλιακό. Έπεισε κάποιους ο Φοίβος να έρθουν ως το ΟΑΚΑ, αλλά τους περισσότερους όχι. Επίσης, όπως υποψιαζόμουν, έβαλε κι εκείνος νερό στο κρασί του, για να εξασφαλίσει ότι δεν θα τους ξενίσει το πράγμα. 

Έτσι, λίγα τραγούδια τα ακούσαμε ολόκληρα. Πολλά από αυτά παίχτηκαν δυστυχώς με τη λογική του ποτ πουρί: ένα κουπλέ + ένα ρεφρέν και πάμε στο επόμενο. Σαν να βρισκόσουν σε κέντρο. Κατανοητό, έτσι όμως αποδυναμώθηκε το υλικό και έλαβε σάρκα και οστά μία από τις μεγαλύτερες κατηγορίες εναντίον του Φοίβου, ότι το έργο του απαρτίζεται από «τραγούδια-συνθήματα», φτιαγμένα με τη σέσουλα, τα οποία ποντάρουν σε ένα-δυο στιχουργικά πυροτεχνήματα προς ρεφρέν μεριά.   


Την πρώτη ώρα βαρέθηκα. Το πομπώδες μπάσιμο με το παιδάκι, τους χορευτές και μια απαστράπτουσα, ούμπερ σέξι Δέσποινα Βανδή να μας καλωσορίζει με το "Γεια" διέθετε μομέντουμ, αλλά τα μικρά ονόματα που ανέλαβαν τη συνέχεια δεν κατάφεραν να το διατηρήσουν. 

Οι περισσότεροι, δηλαδή. Γιατί ο Θάνος Καλλίρης μπορεί να βγήκε πρώτος και να ξεχάστηκε κατόπιν, υπήρξε όμως συγκινητικός και είπε θαυμάσια το "Κάποιο Καλοκαίρι" και το "Αγάπη Καλοκαιρινή", δύο δηλαδή από τα ωραιότερα τραγούδια του Φοίβου. Γιατί η Άντζελα Δημητρίου μπορεί να υποφέρει από φωνητικές φθορές και να μην κατάλαβε τον κώδικα «στάδιο» –δίνοντας συχνά στο κοινό τα τραγούδια, σαν να βρισκόταν στην Εμπατή North– αλλά το έχει. Η Λαίδη ξέρει επίσης να κάνει είσοδο επί σκηνής και ο Ευαγγελινός της έφτιαξε μια ταιριαστή εξτραβαγκάνζα: έστρωσε κόκκινο χαλί κι έντυσε το μπαλέτο δημοσιογράφους, να την κυνηγούν για μια δήλωση όσο εκείνη μάδαγε μαργαρίτες και μας διηγούταν για κάτι χαρακτήρες τελειωμένους αναπτήρες (κρίμα που δεν χώρεσε στο σετ και το "Ακατοίκητες Οι Νύχτες", που τόσο μου αρέσει). Ο κόσμος την καταχειροκρότησε. 

Κατά τα λοιπά, ο Διονύσης Σχοινάς έμεινε όσο λίγο έπρεπε (θυμίζοντας και το φλώρικο μα συμπαθές χιτάκι με τα συγκοινωνούντα δοχεία), ο Tus δεν μπόρεσε να σταθεί ούτε καν στο εκρηκτικό σουξέ "Χόρεψε Μωρό Μου" –κι ας είχε την Ελεάννα Αζούκη μαζί– και ο Δημήτρης Κόκοτας εκτέθηκε βγαίνοντας μετά τη Μαντώ, γιατί όσο δονούσε εκείνη το στάδιο με τις κορώνες της, τόσο απαρατήρητη πέρασε η δική του φωνή. Η Μαντώ, ωστόσο, «φάνηκε» μόνο στο δεύτερο μισό, όταν πραγματοποίησε guest εμφάνιση στο πλευρό του Αντώνη Ρέμου για το "Εμείς". Η Έλλη Κοκκίνου στα πράσινα υπήρξε μία από τις ομορφότερες παρουσίες της βραδιάς, όμως ούτε το "Ήταν Ψέμα", ούτε οι ιδέες του Ευαγγελινού με τα πολύχρωμα μπαλόνια (στο πρώτο μέρος) και την επέλαση των ΜΑΤ (στο δεύτερο μέρος) δεν καμουφλάρανε επαρκώς την ανικανότητά της να πατήσει ερμηνευτικά έξω από τον ορίζοντα Βανδή-Βίσση. 


Βλέποντας επίσης τον Θάνο Πετρέλη να είναι τόσο απλός μεν, τόσο λίγος δε στο μικρόφωνο, έπαψα να αναρωτιέμαι γιατί χάθηκε, παρότι στο δεύτερο μισό του live το "Χτύπα Κι Άλλο" ανέσυρε μνήμες στους 30+. Τον Πάνο Καλλίδη δεν τον θυμάμαι στο πρόγραμμα, πάντως, εφόσον μπήκε, θα μπορούσε ίσως να προσπαθήσει να μην τραγουδά σαν ανθυπο-Αντύπας, παίρνοντας π.χ. μερικά μαθήματα από τον Νίνο. Ο οποίος στάθηκε πολύ μετρημένα, κομψά ντυμένος και με τη δέουσα σοβαρότητα, δείχνοντας ότι έχει μεγάλο γκελ στο πιο νεανικό κοινό. Να διέθετε και καμιά φωνή της προκοπής... Τα μισά της συναυλίας χωρίστηκαν από το «special DJ σετ» του Μιχάλη Τσαουσόπουλου. Το οποίο δεν είχε τίποτα το σπέσιαλ. Μόνο φτηνή, pseudo-εντυπωσιακή electronica και τον ίδιο να καμώνεται τον superstar DJ.

Σημειολογίας ξαφνική επέλαση: το δελτίο Τύπου της Spicy, αλλά και το εισιτήριό μου, σημείωναν εμφατικά ότι τον Φοίβο θα συνόδευαν «όλοι οι σπουδαίοι Έλληνες ερμηνευτές της τελευταίας 20ετίας». Βλέποντας λοιπόν τον υιό Κόκοτα, τον Σχοινά, τον Νίνο, τον Καλλίδη και τον Tus, δεν μπόρεσα να μη σκεφτώ ότι όποιος το έγραψε αυτό α) είναι θρασύτατος ψεύτης β) είναι επικίνδυνα ανόητος. 


Όσο βαρέθηκα στο πρώτο μέρος, άλλο τόσο διασκέδασα στο δεύτερο. Η Δέσποινα Βανδή είχε δικαιωματικά οριστεί ως βασίλισσα της βραδιάς και επιτέλεσε τον ρόλο της άψογα. Εμφάνιση, κίνηση, σόου, επικοινωνία με το κοινό, ερμηνείες, σε όλα τα πήγε περίφημα. Εντάξει, κατά σημεία τσίριζε· όμως η υπερβολή και το δράμα μοιάζουν συνυφασμένα με πολλά τραγούδια της. Κοίταξε να δεις, δεν γίνεται όταν φωνάζει η Νατάσσα Μποφίλιου να είναι πάντα ωραίο, αλλά όταν το κάνει το «Δεσποινάκι» να είναι εξ ορισμού κακό... Θέλει π.χ. υπερβολή το "Στα 'Δωσα Όλα", δεν βγαίνει διαφορετικά. Και θέλουν δράμα τα "Γυρίσματα" (ένα από τα ωραία ελληνικά τραγούδια του 2012). 

Έλα όμως που τελικά της πήρε τα σκήπτρα μέσα από τα χέρια η Καίτη Γαρμπή! Σείστηκε το Ολυμπιακό Στάδιο όταν είπε τα "Χαμένα" και το "Θα Μελαγχολήσω", χτυπώντας μια νότα συγκίνησης που έλειπε από την ατσαλάκωτη εμφάνιση της Βανδή. Μάλιστα, πέταξα κι εγώ τη σκούφια μου όταν άκουσα το "Επιτέλους" κι ας έλειπε η Νατάσσα Θεοδωρίδου. Η δύναμη του χειροκροτήματος και συνθήματα τύπου «Καίτη θεά, στον θρόνο σου ξανά» δεν άφησαν αμφιβολία: Δέσποινα-Καίτη, σημειώσατε 2.

Από τους άντρες ερμηνευτές, το ξέρω ότι συμμετείχε και ο Αντώνης Ρέμος, το ξέρει όμως κι εκείνος πιστεύω ότι δεν θα στεφόταν βασιλιάς της Δευτέρας. Ό,τι πάντως του έλειπε σε εκτόπισμα, το αναπλήρωσε σε αξιοπρέπεια· μου θύμισε δε πόσο μεγάλο ζεϊμπεκοσουξέ υπήρξε κάποτε το "Τι Ήμουνα Για Σένα". Προσωπικά περίμενα τον Γιώργο Μαζωνάκη να κερδίσει τον τίτλο με άνεση, εκείνος όμως είχε άλλα κατά νου: έκανε την πιο εντυπωσιακή εμφάνιση της βραδιάς μπουκάροντας στη σκηνή με αυτοκίνητο εποχής Ποτοαπαγόρευσης και τραγουδώντας με κατακόκκινη φόρμα εν μέσω των μαυροντυμένων γκάνγκστερ του, είπε όμως λίγα τραγούδια και έφυγε. Ασφαλώς ήταν και το "Gucci Φόρεμα" και το "Τέσσερις" ανάμεσά τους. Κι όποιος δεν έχει πιάσει πόσο κλάσικ λαϊκό θεωρείται πια το τελευταίο, φοβάμαι ότι δύσκολα θα καταλάβει βασικά πράγματα για τον λαϊκό μας πολιτισμό. 

Κάπως έτσι, λοιπόν, ως αδιαφιλονίκητος νικητής έμεινε ο King Bill ή «Μπίλαρος», όπως τον αποκαλούσε ένας πίσω μου. Ο Βασίλης Καρράς μπορεί να μην έχει πια τη φωνή των νιάτων του, οδήγησε όμως το ΟΑΚΑ σε δεύτερο σεισμό χειροκροτημάτων και ιαχών με το "Τι Αισθάνεσαι Για Μένα", το "Γι’ Αυτό Στάσου" και το "Απορώ Αν Αισθάνεσαι Τύψεις", ενώ εξέπληξε άπαντες όταν υποδέχτηκε επί σκηνής την Κωνσταντίνα (που δεν είχε ανακοινωθεί) για να πουν μαζί το "Δηλητήριο". 


Σημειολογίας ρελάνς & φινάλε: ο Φοίβος είχε κάθε δικαίωμα να γιορτάσει την εικοσαετία του. Έχει γράψει περισσότερα ωραία πράγματα από έναν σωρό κακών μίμων του Μάνου Χατζιδάκι, τραγουδοποιών της συμφοράς και αγγλόφωνων απομιμήσεων, που διαρκώς λανσάρονται ως ποιοτικοί. Μαζί με τον Νίκο Καρβέλα γύρισε τη βαριά σελίδα του λαϊκού μας τραγουδιού, γράφοντας το τελευταίο μέχρι σήμερα κεφάλαιό του: η λαϊκοπόπ έχει συμβεί σε όλους τους λαούς με γηγενή πολιτισμό που βρέθηκαν εμπρός στη λαίλαπα μιας γοργής Παγκοσμιοποίησης. Δεν χρειάζεται να αξιολογηθεί ως σημαντικό αυτό το κεφάλαιο για να του αναγνωριστεί  υπόσταση. Τέτοιος λαός γίναμε, άτσαλα μπερδεμένος μεταξύ μπουζουκιού και beat/ποπ/ηλεκτρικής κιθάρας, μόνο ένα τέτοιο λαϊκό τραγούδι μπορούσαμε να έχουμε μετά τη δεκαετία του 1990. 


Το τραγούδι αυτό, ωστόσο, είχε –όχι πάντα, αλλά συχνά– κάτι περισσότερο να πει για τις ζωές μας από πολλά «ποιοτικά», τα οποία απλά μπουρδολογούσαν. Κι αν ξεπατικώθηκε και κάτι από Coldplay, 50 Cent, Him και Faithless στην πορεία, δεν λέμε να μην επισημανθεί. Αρκεί να θυμόμαστε να διαμαρτυρηθούμε το ίδιο έντονα και όταν ξεπατικώνονται οι Αγγλοσάξονες από ατάλαντους αγγλόφωνους, όταν θυμόμαστε τον Απόστολο Καλδάρα και το Μπόλιγουντ ή τους πρώτους λαϊκούς δημιουργούς με την πρότερή τους δημοτική παράδοση. 

Όποιοι λοιπόν φρίττουν με τη θέση του Φοίβου στο εγχώριο τραγούδι, καλό θα ήταν αν πρώτα είχαν το σθένος να τα βάλουν με ό,τι πετάει ένα «Χατζιδάκις» και καθαρίζει, με ό,τι καβαλάει κίτρινα ροκ ποδήλατα στις παρυφές της Αριστερής διαμαρτυρίας, με ό,τι υποκλίνεται όψιμα και πονηρά στο θέρεμιν και βαφτίζεται ιμάμ, ιλεγκάλ ή δεν ξέρω τι άλλο. Ας καθαρίσει πρώτα αυτή η κόπρος του Αυγεία κι ας πάψει να λαμβάνει στήριξη από εναλλακτικά μεν, ημιμαθή δε ραδιόφωνα/έντυπα/sites και μετά να πιάσουμε αν θέλετε και τον Φοίβο. Γιατί είναι ορισμένα άλλα πράγματα που υπονομεύουν τη σύγχρονη ελληνική μουσική, περισσότερο από όλα τα σουξεδάκια του μαζί.