25 Μαΐου 2021

Παύλος Παυλίδης - συνέντευξη 2 (2019)


Στο Ηρώδειο αυτό το καλοκαίρι δεν αναμένεται μόνο ο Brian Eno με τον αδερφό του, αλλά και κάποιες εγχώριες συμπράξεις παλαιότερων και νεότερων, που σε πρώτο επίπεδο δημιουργούν μια κάποια ίντριγκα: Λένα Πλάτωνος & Nalyssa Green, ας πούμε (Τετάρτη 14 Ιουλίου)· ή Παύλος Παυλίδης & The Boy (Δευτέρα 12 Ιουλίου).

Κοιτώντας βέβαια πιο διεξοδικά τι ακριβώς εννοείται υπό αυτούς τους τίτλους, η όποια ίντριγκα μάλλον εξανεμίζεται: ουσιαστικά, τα ονόματα που προέρχονται από την ας την πούμε indie έκφραση καλούνται να λειτουργήσουν με τη λογική του «support». Αναλαμβάνουν δηλαδή το «μέρος Α΄» των εν λόγω συναυλιών, με το πρόγραμμα να μην προβλέπει κάποια επί σκηνής συγκατοίκησή τους –αν το κάνουν, θα είναι ως έκπληξη. Πρόκειται για στόχευση που αφορά κυρίως την προπώληση, νομίζω. Για μένα τουλάχιστον, θα είχε περισσότερο νόημα αν οι καλλιτέχνες αυτοί προσπαθούσαν να συμπράξουν.

Nalyssa Green και The Boy θα πορευτούν με τα περσινά τους κεκτημένα, αλλά η Λένα Πλάτωνος έχει φρέσκο δίσκο, ενώ και ο Παύλος Παυλίδης δημοσιοποίησε δύο καινούρια τραγούδια ("Άνοιξη", "Στο Μάτι Του Κυκλώνα"), τα οποία οπτικοποίηθηκαν από τον Βασίλη Κεκάτο σε μια μικρού μήκους ταινία διάρκειας 9 λεπτών: μπορείτε να τη δείτε στον σύνδεσμο στο τέλος της ανάρτησης. Και τα δύο κομμάτια είναι προάγγελος ενός νέου άλμπουμ, που αναμένεται να βγει από τη United We Fly.

Η κινητικότητα αυτή μου έφερε κατά νου τα όσα συνέβησαν όταν ο Παυλίδης έβγαλε το "Ένα Αλλιώτικο Παιδάκι" (2018), με τις παραπομπές στον Ζακ Κωστόπουλο και μία ακόμα ιδιαίτερη οπτικοποίηση (με drag αισθητική), δια χειρός Μαρίνας Δανέζη. Λίγο αργότερα, μάλιστα, δόθηκε και η αφορμή για μια εκ νέου συζήτηση με τον τραγουδοποιό, 11 χρόνια μετά την πρώτη μας κουβέντα (δείτε εδώ). 

Σε αυτή (μεταξύ άλλων) είχαμε την ευκαιρία να θίξουμε και τις αντιδράσεις για την performance κάποιων κοριτσιών από τη Νέα Φιλαδέλφεια στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 2019, αλλά και τον ντόρο που προξένησε η ταινία Joker του Τοντ Φίλιπς. Το αποτέλεσμα της συνομιλίας μας δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.

* από τις χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες, η κεντρική προέρχεται από το προαναφερθέν ταινιάκι του Κεκάτου, ενώ η κάτωθι ανήκει στον Θάνο Λαΐνα


Υπάρχει ένα ωραίο, ιντριγκαδόρικο εικαστικό. Το οποίο σε μπλε φόντο αποτελεί εξώφυλλο για το single Η Νέα Βαρβαρότητα/Δεσποινίς (2018) και σε κόκκινο γίνεται αφίσα για τις επικείμενες συναυλίες στο Gagarin. Τι ακριβώς βλέπουμε; 

Η κόκκινη εικόνα που έγινε αφίσα για τη συναυλία στο Gagarin είναι στην ουσία το εξώφυλλο για άλλο ένα single, με δύο καινούρια κομμάτια μας. Θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από την Inner Ear.

Το "Δεσποινίς" ορίστηκε ως προάγγελος ενός νέου δίσκου με τους B-Movies, αλλά μπαίνουμε σιγά-σιγά στο 2020 και δεν έχουμε ακούσει νεότερα. Ανέτρεψε κάτι τα αρχικά σχέδια; Θα είναι το single στο οποίο αναφέρεσαι μια επιπλέον «γεύση» από αυτόν;

Δεν είναι προάγγελος καινούριου δίσκου το single, ούτε θα συμπεριλαμβάνεται στο επόμενο άλμπουμ· το οποίο επρόκειτο όντως να κυκλοφορήσει φέτος, αλλά η κυκλοφορία του αναβάλλεται για το 2021. 

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι ότι θα βγάλουμε την άνοιξη έναν δίσκο με διασκευές από το έργο του Γιάννη Μαρκόπουλου. Η ιδέα ήταν της κόρης του Λέγκας Μαρκοπούλου, λόγω και του ότι ο συνθέτης έγινε φέτος 80 ετών –οπότε έχει και έναν κάπως επετειακό χαρακτήρα. Είμαι πολύ χαρούμενος για όλο αυτό, καθώς είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα με τα οποία έχω ασχοληθεί ποτέ.

Η συνεργασία με τον Γιάννη Αγγελάκα για τη "Νέα Βαρβαρότητα", αλλά και η φετινή με τον ΓΙΑΝ ΒΑΝ για το ΕΡ Κακό Ποίημα, πόσο κρίνεις ότι ενημέρωσαν την οπτική σου πάνω στην τραγουδοποιία; 

Στη "Νέα Βαρβαρότητα" ο Γιάννης δεν είχε κάποια συμμετοχή στη σύνθεση της μουσικής και των στίχων. Του πρότεινα να το πει επειδή αισθάνθηκα ότι ταιριάζει. Περιοδεύαμε εκείνη την εποχή και μαζί, οπότε μας φάνηκε καλή ιδέα. Αντιστοίχως, στον δίσκο του ΓΙΑΝ ΒΑΝ, όταν πήγα να τραγουδήσω, ήταν όλα έτοιμα· οπότε ούτε εγώ συμμετείχα στην κατασκευή των κομματιών. 

Όταν γράφεις τραγούδια, η οπτική σου για την τραγουδοποιία μπορεί να ενημερώνεται από το κάθε άκουσμα. Όπως και η στιχουργική μπορεί να επηρεαστεί από τα πιο παράξενα και άσχετα βιώματα. Τα τραγούδια είναι διάφανοι μηχανισμοί. Ο καθένας μπορεί να κοιτάξει μέσα τους. Τα ωραία τραγούδια είναι συνήθως απλά. Σου δείχνουν ταυτόχρονα και το αίνιγμα και τη λύση.

Την ίδια περίοδο που έγινε το μπαμ με τα Ξύλινα Σπαθιά, στη δεκαετία του 1990, έγινε κι ένα μπαμ με το ελληνικό χιπ χοπ. Και τώρα ζούμε πάλι σε μια περίοδο που το τελευταίο συζητιέται και ακούγεται πολύ, ιδίως από το νεότερο ακροατήριο. Σε ενδιαφέρουν καθόλου αυτές οι ζυμώσεις; Έχεις σκεφτεί να αναζητήσεις κάποια συνεργασία προς τα εκεί; 

Η φόρμα του χιπ χοπ μου είναι οικεία, από την εκκίνηση κιόλας των Ξύλινων Σπαθιών. Έχω λειτουργήσει σαν τραγουδιστής σε αρκετά τραγούδια έτσι, με βάση αυτή τη φόρμα, σε όλους τους δίσκους.

Οι μουσικές ζυμώσεις είναι πάντα ενδιαφέρουσες, όταν γεννούν μια νέα διάσταση· και σίγουρα μπορούν να ανοίγουν καινούριους δρόμους. Χαίρομαι που το χιπ χοπ στην Ελλάδα μεγαλώνει το κοινό του. Κάποια παιδιά λένε την αλήθεια τους μ' έναν αυθεντικό τρόπο και τους επιστρέφεται αγάπη κι εμπιστοσύνη.

Σκουπιδότοποι υπάρχουν σε όλα τα είδη της μουσικής και κυρίως στις λαϊκές φόρμες, όπως είναι το χιπ χοπ –ακριβώς επειδή είναι απλή η φόρμα τους. Όμως η αυθεντική έκφραση πάντα ξεχωρίζει. Και, αργά ή γρήγορα, φαίνεται ποιοι πιάνουν το μικρόφωνο απλά για να πουλήσουν μαγκιά και ποιοι θέλουν να κάνουν τον κόσμο γύρω τους καλύτερο. Ποιοι μας ταξιδεύουν στο βάθος της πραγματικότητας και ποιοι χαλάνε τον κόσμο πλατσουρίζοντας και σκούζοντας στα ρηχά.

Τόσο το "Δεσποινίς", όσο και το "Ένα Αλλιώτικο Παιδάκι", είναι τραγούδια που μπορούμε να τα πούμε «πολιτικά». Όχι όμως με την έννοια που υπήρχε στη Μεταπολίτευση, καθώς νομίζω ότι αφετηρία τους είναι το πώς βιώνεις εσύ προσωπικά διάφορα πράγματα που συμβαίνουν στους δρόμους της σύγχρονής μας Αθήνας. Είναι έτσι; 

Δεν υπάρχει τραγούδι που να μην είναι πολιτικό. Ο τρόπος με τον οποίον κάνουμε ένα κομμάτι, το ύφος μας, η στάση μας απέναντι στον εαυτό μας και τους γύρω μας –ακόμη κι όταν τραγουδάμε τον έρωτά μας ή οποιοδήποτε ταξίδι και πάθος της ψυχής μας– είναι πολιτική πράξη. Αλίμονο αν πρέπει κάποιος να γράψει ένα τραγούδι που να θίγει τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, για να μη θεωρηθεί απολιτίκ ή αδιάφορος. 

Όποτε πληγώνομαι από κάτι που συμβαίνει γύρω μου ή μέσα μου, αντί να μουγκρίσω, προσπαθώ να γράψω ένα τραγούδι. Δεν υποτιμώ τα μουγκρητά. Απλά έτσι λειτουργώ από παιδί, έτσι μου βγαίνει. Ακόμη και η σιωπή πρέπει να είναι σεβαστή ως πολιτική πράξη. Απλά η σιωπή δεν είναι ο τρόπος που επιλέγω. 

Η Μεταπολίτευση ήταν γεμάτη από πολιτικά εμβατήρια, που τα πήρε ο αέρας. Δεν 'κάναν καλύτερο τον κόσμο. Όσα τραγούδια όμως εκείνης της εποχής –είτε «πολιτικά», είτε «ερωτικά»– είχαν μέσα τους αληθινή ποίηση, ταξιδεύουν ακόμη, προστατευμένα από το ίδιο τους το βάρος.

Καθώς γράφω αυτές τις ερωτήσεις, τα social media συζητούν όσα έγιναν στην πρόσφατη παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στη Νέα Φιλαδέλφεια –με τα κορίτσια που διάλεξαν μια διαφορετική κινησιολογία, το κείμενο που δημοσίευσαν και τον βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Μπογδάνο που θέλει να τους κάνει μήνυση, γιατί «υπάρχουν και νόμοι σε αυτήν τη χώρα». Έρχεται λοιπόν στο μυαλό μου μια δήλωσή σου από πρόσφατη συνέντευξη (στη Μαρίτα Αλημίση, για το Luben): «Χρειαζόμαστε μία νεολαία απείθαρχη και ανήσυχη»... 

Αυτά τα κορίτσια τους τρομάζουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο «εχθρό». Έχω γελάσει με την ψυχή μου, κυρίως με τις αναλύσεις περί της «διακηρύξεώς» τους. Αυτόκλητοι δικαστές, που πιστεύουν ότι το υψηλό IQ είναι η ανώτατη αρετή του ανθρώπου, τις κοιτάζουν έντρομοι ακριβώς επειδή η κίνησή τους ήταν απίστευτα έξυπνη. 

Αυτά τα κορίτσια έρχονται από τον ορίζοντα τρεκλίζοντας και σαρκάζουν έναν κόσμο που τρίζει σάπιος. Δεν το έκαναν για να χειροκροτηθούν, ούτε για να ανταμειφθούν. Μου θύμισαν τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη που λέει «ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα. Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία. Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή. Ήταν ένα δικαίωμα».

Δικαίωμά τους λοιπόν να παρελάσουν τρεκλίζοντας και χορεύοντας, να σπάσουν την αφύσικη τετραγωνίλα μιας παρέλασης που θυμίζει χούντες και μυρίζει αίμα.

Τι έθνος είναι αυτό, του οποίου τα ιερά και τα όσια κινδυνεύουν από δέκα κορίτσια που χορεύουν; Δεν ξέρω ποια νεολαία έχω κατά νου, όπως λες, αλλά σίγουρα αυτά τα κορίτσια μ' έκαναν λίγο πιο αισιόδοξο και χαρούμενο.

Έχεις πει κατά καιρούς, σε διάφορες συνεντεύξεις, για το πόσο σου αρέσει ο κινηματογράφος. Είδες αλήθεια το Joker του Τοντ Φίλιπς; Έχεις άποψη για τους μύδρους που εξαπέλυσαν ονόματα σαν τον Μάρτιν Σκορσέζε και τον Φράνσις Φορντ Κόπολα; 

Τον είδα τον Joker. Δεν ανήκει στο σινεμά που με συναρπάζει, ούτε και ο ντόρος που προκλήθηκε μου φαίνεται και τόσο ουσιαστικός –αν και είναι σίγουρα εύλογος και αναπόφευκτος για την εποχή στην οποία ζούμε. Συγκλονιστικός βέβαια, όπως πάντα, ο Joaquin Phoenix. Όσο για τις κατηγορίες των συγκεκριμένων σκηνοθετών, αφορούσαν νομίζω τις ταινίες με υπερήρωες γενικότερα, αν δεν κάνω λάθος.

Τέλος, υπάρχει κι ένα βιβλίο στα σκαριά, έτσι δεν είναι; Θα το δούμε να κυκλοφορεί σύντομα ή είναι κάτι σαν εκείνο το Πλοίο Που Όλο Φτάνει;

Ναι, έχεις δίκιο. Είναι σαν «το πλοίο που όλο φτάνει», αλλά τώρα πια είναι πολύ κοντά.



24 Μαΐου 2021

Fide Köksal - συνέντευξη (2012)


Κατά καιρούς στην Ελλάδα ήρθαν, εγκαταστάθηκαν και δισκογράφησαν διάφοροι διεθνείς τραγουδιστές, τους οποίους με έναν τρόπο «υιοθετήσαμε». Έτσι με έναν πρόχειρο αναστοχασμό, λ.χ., θυμάμαι τον Ιταλό Φεφέ Αλιμπέρτι –ο οποίος απαθανατίστηκε στο soundtrack της ταινίας Κορίτσια Στον Ήλιο (1968)– τον Αϊτινό Ζαν Ρομπέρ, τη Ζανέτ Καπούγια από την Ουρουγουάη (ο άντρας της έχει μαγαζί στη γειτονιά μου, μάλιστα) ή τον Daniel Armando Jusid από την Αργεντινή, που ανήκει στους συνιδρυτές του συγκροτήματος Apurimac.

Τέτοια περίπτωση είναι και η Fide Köksal από την Τουρκία, η οποία βρέθηκε στη χώρα μας το 2006 για το Fame Story 4 του ANT1. Ως γνωστόν, βέβαια, το talent show το κέρδισε τότε ο Λεωνίδας Μπαλάφας, εντούτοις μέσω αυτού η Σμυρνιά τραγουδίστρια απόκτησε αρκετή δημοσιότητα. Κι έμεινε έκτοτε στην Αθήνα, βγάζοντας μέχρι και δίσκο με τον Μίμη Πλέσσα (Bridges, 2010).

Τα ίχνη της τα είχα χάσει τα τελευταία χρόνια, όμως τώρα, λόγω μιας ιντερνετικής «καραμπόλας» –ήτοι, κάτι άλλο έψαχνα, κάπου αλλού κατέληξα– ανακάλυψα ότι επέστρεψε πρόσφατα με το τραγούδι "Umut" (που προσφέρεται και σε ελληνική εκδοχή, ως "Ελπίδα"), σε μουσική Νάσου Σωπύλη και στίχους δικούς της. Παρεμπιπτόντως, οι δυο τους είναι αντρόγυνο και, αν δεν κάνω λάθος, έχουν κι ένα κοριτσάκι.

Έχει ωραία φωνή η Fide Köksal και είναι επίσης ένας ευγενέστατος, συμπαθής άνθρωπος. Το "Umut" με έκανε δηλαδή να θυμηθώ ότι είχαμε συναντηθεί στον Κεραμεικό για μια συνέντευξη τον Μάρτιο του 2012, με αφορμή κάποια συναυλία της στο (τότε) PassPort. Σκαλίζοντας λίγο στα αρχεία μου, την εντόπισα: είχε δημοσιευτεί τότε για λογαριασμό του Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.


Πώς έμαθες να μιλάς τόσο καλά ελληνικά; 

Δεν ήξερα καθόλου ελληνικά το 2006 που ήρθα. Αλλά, από τη στιγμή που πάτησα εδώ, ρωτάω τα πάντα! Μαθαίνω εύκολα τις ξένες γλώσσες και μου αρέσουν. Θεωρώ επίσης ένδειξη σεβασμού το να μπορείς να μιλήσεις τη γλώσσα του τόπου όπου αποφασίζεις να ζήσεις και να δουλέψεις. Θα ντρεπόμουν να μη μπορώ να συνεννοηθώ στα βασικά της καθημερινότητάς μου. 

Τι άλλες γλώσσες μιλάς; 

Αγγλικά, από πολύ μικρή. Έκανα επίσης γαλλικά και γερμανικά. Τα γαλλικά μου αρέσουν περισσότερο από τα γερμανικά, αλλά η αλήθεια είναι ότι όσες γλώσσες δεν χρησιμοποιείς τις ξεχνάς σιγά-σιγά. Όμως η ελληνική γλώσσα, είναι κάτι άλλο: τη βρίσκω ενδιαφέρουσα και πολύ πλούσια. Βοηθάει βέβαια και η καλή μνήμη, γιατί έμαθα τα ελληνικά μόνη μου, δεν έκανα μαθήματα. 

Βρέθηκες από τη Σμύρνη στην Κωνσταντινούπολη κι από εκεί στην Αθήνα...

Στη Σμύρνη γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είναι ο τόπος που σχετίζω με φιλίες, βόλτες, πρώτους έρωτες, αλλά και με τα φαγητά της μαμάς και της γιαγιάς! Μοιάζει πολύ με τη Θεσσαλονίκη, πάρα πολύ. Προσπαθώ να πηγαίνω μια εβδομάδα ή δέκα μέρες κάθε καλοκαίρι. 

Έζησα μέχρι τα 18 εκεί και μετά πήγα στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές: σπούδασα Διεθνείς Σχέσεις & Πολιτικές Επιστήμες (στην αγγλική γλώσσα) και παράλληλα Musical Theatre στο Istanbul Conservatory. Εκεί με βρήκε ο ΑΝΤ1, όταν ήρθαν οι άνθρωποί του για να κάνουν οντισιόν για το Fame Story και είπα γιατί να μην το δοκιμάσω; Ήθελα να ζήσω την εμπειρία και ήταν και μια ευκαιρία να μάθω καλύτερα τους Έλληνες. Στη χώρα μου, άλλωστε, μάλλον δεν θα συμμετείχα σε κάποιο ανάλογο σόου. 

Αφού ήρθα, γνώρισα πολλούς καλούς μουσικούς και είχα διάφορες ευκαιρίες να δουλέψω, οπότε αποφάσισα να μείνω στην Αθήνα. 

Γιατί δεν θα συμμετείχες σε κάποιο ανάλογο σόου στην Τουρκία;

Ίσως γιατί εκεί θα βρισκόταν πολύ κοντά στην προσωπική μου ζωή. Και δεν θα μου άρεσε να βλέπουν τι κάνω επί 24 ώρες. Χρειαζόμουν επίσης μια αλλαγή τότε, ήμουν και 23 χρονών. Στην Αθήνα βρήκα σιγά-σιγά τον δρόμο μου και κατάλαβα τι θέλω να κάνω. Και κυρίως τι δεν θέλω να κάνω, που είναι και πιο σημαντικό. 

Τι έμαθες λοιπόν ότι δεν θέλεις να κάνεις;

Πράγματα που δεν σχετίζονται με την ποιότητα και με τις ανθρώπινες σχέσεις. Μου αρέσει να κάνω συναυλίες, ας πούμε, αλλά όχι να δουλεύω σε κάποιο πρόγραμμα και να πρέπει να τραγουδάω κάθε Παρασκευοσάββατο. Να μην είναι συνήθεια η δουλειά μου, μα να μου λείπει και λίγο. 

Και ως προς τη μουσική μου, επίσης: ήθελα να χρησιμοποιούμε πολλά όργανα, γι' αυτό κι έχουμε π.χ. και κανονάκι και βιόλα και ακορντεόν, πιάνο, κρουστά στην ενορχήστρωση. Ο στόχος ήταν να μην βρισκόμαστε ματιά από τον σύγχρονο ήχο, αλλά ταυτόχρονα να υπάρχει μια γερή βάση στην παραδοσιακή ελληνική και τούρκικη μουσική.    

Από το Fame Story 4, τι αναμνήσεις έχεις; Ξέρεις, αρκετοί βλέπουν με καχυποψία τους τραγουδιστές που βγαίνουν από τα talent shows...

Έμεινα περίπου δύο μήνες στο σόου, ωραία ήταν, τη θυμάμαι με χαμόγελο την εμπειρία. Είναι κάτι που έχει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα για κάποιον που θέλει να ξεκινήσει την καριέρα του έτσι. Εξαρτάται από τον άνθρωπο και από το πώς θα παρουσιάσει τον εαυτό του. 

Ένα τέτοιο σόου, κατά την προσωπική μου γνώμη, δεν σου δίνει μεγάλες ευκαιρίες να εκφραστείς όπως είσαι, γιατί η κατεύθυνσή του είναι πιο εμπορική. Χρειάζεται να βρεις λοιπόν έναν τρόπο πιο δικό σου. Εμένα πάντως βοήθησε να με μάθει ο κόσμος. Γνώρισα έτσι τον Κώστα τον Κουτσομύτη, που έκανε μετά το σίριαλ Ματωμένα Χώματα (2008), στο οποίο έπαιξα και συμμετείχα και στο soundtrack. 

Κι αν δεν είχε τύχει αυτό, τι θα είχες κάνει; Θα γινόσουν ας πούμε διπλωμάτης;

Διπλωμάτης όχι, δεν θα γινόμουν κάτι τέτοιο. Ίσως όμως έκανα κάτι σχετικό με τον πολιτισμό. 

Και θα γύριζες στη Σμύρνη ή θα προτιμούσες να μείνεις στην Κωνσταντινούπολη; 

Θα έμενα στην Κωνσταντινούπολη, είναι μεγάλος έρωτας... Λένε ότι η Σμύρνη είναι η γυναίκα σου και η Πόλη η ερωμένη. Και είναι έτσι, σαν μια γυναίκα από την οποία δεν μπορείς να ξεκολλήσεις: όπου και να πας, κάτι θα σου τη θυμίζει. 

Δεν έχω πάει ποτέ...

Α, θα πάθεις πλάκα! Ειδικά αν σου αρέσει το περπάτημα, η θάλασσα, το καλό φαγητό και τα γλυκά. Έλληνες και Τούρκοι είμαστε πολύ του τραπεζιού. Μας αρέσει να κάνουμε μεγάλα τραπέζια, με πολύ κόσμο και πολύ φαγητό. Δεν αγαπάμε τις μικρές ποσότητες, τα θέλουμε όλα μπόλικα! (γέλια εκατέρωθεν)

Αλήθεια, πώς έμαθες να χορεύεις τόσο ωραία; 

Δεν είναι κάτι που το σπούδασα... Στην Τουρκία οι κοπέλες χορεύουν, ήταν φυσικό να μάθω τσιφτετέλι. Άλλωστε την κίνηση μου λέγανε από μικρή ότι την έχω! Αυτό που σπούδασα είναι το τάνγκο, για πέντε χρόνια. Ήμουνα μάλιστα και δασκάλα, αλλά το παράτησα γιατί με ενδιέφερε περισσότερο το τραγούδι.  

Σε ενοχλεί που σε ρωτούν συνέχεια στις συνεντεύξεις για τις πολιτικές σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία;

Όχι, δεν με ενοχλεί. Φυσικά και θα με ρωτήσουν, νομίζω άλλωστε ότι ο καθένας θα πρέπει να έχει θέση για τέτοια πράγματα, τι πιστεύει ή δεν πιστεύει, τι υποστηρίζει και τι όχι. Δεν είναι κακό. Όποιος έχει επίσης κακές αναμνήσεις, είναι λογικό να έχει μείνει στο παρελθόν. Αν βάλουμε τους εαυτούς μας στη θέση όσων έχουν πολεμήσει κι έχουν χάσει ανθρώπους ή και τα σπίτια τους, τον τόπο τους, θα το καταλάβουμε. Αυτό το έχουμε ζήσει και οι δύο λαοί, όχι μόνο εσείς, όχι μόνο εμείς. 

Όμως το παρελθόν δεν μπορούμε να το αλλάξουμε. Και για μένα έχει σημασία να ζήσουμε το τώρα. Το παρελθόν πέρασε, το μέλλον δεν ξέρουμε αν θα έρθει. Στο τώρα, λοιπόν, βλέπω ότι οι περισσότεροι –και εδώ και στην Τουρκία– έχουν αρχίσει να αφήνουν πίσω αυτή την πικρία. Άλλωστε, υπάρχουν πλέον και περισσότερα πηγαινέλα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Το καταλαβαίνεις επίσης από το πόσο αγαπητές έχουν γίνει εδώ κάποιες τούρκικες τηλεοπτικές σειρές.   

Δεν συνάντησες δηλαδή ποτέ δυσκολίες στην Ελλάδα, λόγω του ότι προερχόσουν από την Τουρκία;

Όχι, δεν συνάντησα δυσκολίες. Μόνο με τη γραφειοκρατία των δημοσίων υπηρεσιών, αλλά αυτό ξέρω ότι δυσκολεύει ακόμα και τους Έλληνες! (γέλια) 

Ίσως μάλιστα το γεγονός ότι ήμουν από την Τουρκία δημιούργησε και μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί ο κόσμος ήθελε να μάθει περισσότερα πράγματα για μένα ή να ακούσει τούρκικα τραγούδια. Έτσι χτίστηκε μια βάση και τώρα προσπαθώ να τη μεγαλώσω –και στην Ελλάδα, μα και στο εξωτερικό. 

Και έκανες κι ένα σημαντικό πρώτο δισκογραφικό βήμα, με τον Μίμη Πλέσσα...

Είχα ακούσει πολλά τραγούδια από τον Μίμη Πλέσσα, μερικά μάλιστα τα ήξερα χωρίς να γνωρίζω ότι ήταν δικά του. Πήγα λοιπόν σε μια συναυλία του και μετά το τέλος της αποφάσισα να του κάνω μια πρόταση, να κάναμε μερικά τραγούδια μαζί. Χτύπησα στο καμαρίνι του, συστήθηκα, του είπα ότι ζω εδώ, τραγουδάω και γράφω μουσική και στίχους. Και μου απάντησε «Πολύ ωραία! Γιατί δεν έρχεσαι στο στούντιο να σε ακούσω;». 

Εκεί μου έκανε ο ίδιος μια πρόταση, να κάναμε έναν ολόκληρο δίσκο. Χάρηκα πάρα πολύ, ήταν μεγάλη τιμή για μένα, παρότι υπήρχε κι ένα ρίσκο να βάλω τούρκικους στίχους σε τραγούδια που κάποιος έχει συνηθίσει να ακούει στα ελληνικά. Όμως άρεσαν στον κόσμο, όπως διαπίστωσα στις συναυλίες. Ό,τι κάνεις με την καρδιά σου, το αισθάνονται κι οι άλλοι ως αληθινό. 

Και τώρα έφτασε η ώρα για έναν νέο δίσκο. Άκουσα ήδη ένα τραγούδι, το "Basit". Τι θα πει αλήθεια basit;

Basit θα πει «απλά». Έχω γράψει και ελληνικούς στίχους γι' αυτή τη μελωδία του Νάσου Σωπύλη, οπότε θα το τραγουδήσουμε και στα ελληνικά στη συναυλία στο PassPort. Υπάρχουν επίσης τραγούδια του Μίμη Πλέσσα, του Γιώτη Κιουρτσόγλου, του Νίκου Κυπουργού και της Ζωής Τηγανούρια, συν άλλα δύο κομμάτια τα οποία έγραψα με τον Νάσο Σωπύλη. Όλα τα λόγια θα είναι δικά μου. Ο δίσκος αναμένεται να βγει περίπου σε έναν μήνα.    

Τι έχεις κλείσει για συναυλίες, για μετά το PassPort; Φαντάζομαι ήδη κάνεις τα πλάνα του καλοκαιριού... 

Ναι, έχουμε ήδη πει π.χ. με τον Παντελή Θαλασσινό να κάνουμε μια συναυλία το καλοκαίρι στη Χίο. Θέλω να κάνω κι ένα promo tour για το άλμπουμ κι έτσι έχουμε κλείσει αρκετές ακόμα εμφανίσεις και σε Ελλάδα, Τουρκία (Σμύρνη, Ίμβρος, Πόλη, Αϊβαλί), αλλά και στο εξωτερικό –Λονδίνο, Ισπανία, Πορτογαλία. Θα προσπαθήσουμε να τραγουδήσουμε παντού! 



20 Μαΐου 2021

Συχνοτική Συμπεριφορά, Σάββατο 15 Μαΐου 2021


Μασκοφόρος μα οπωσδήποτε κεφάτος προσήλθε στη Συχνοτική Συμπεριφορά της 15ης Μάη ο Στυλιανός Τζιρίτας, καθώς έκανε την πρώτη δόση Astra Zeneca, ξεπερνώντας τις όποιες Άστρα + Όραμα παρενέργειες. 

Κατά έναν τρόπο, μάλιστα, είχε και την τιμητική του στη συγκεκριμένη εκπομπή, καθώς –όπως είχαμε υποσχεθεί στο ακροατήριο– παίξαμε κομμάτια και από τις δύο νέες κυκλοφορίες του, ήτοι το δεύτερο άλμπουμ των ΜΑΣ Θύρα και το προσωπικό του σόλο πόνημα Πτώση Βελόνας (Σε Ταραγμένη Λίμνη).

Στα υπόλοιπα, τώρα, είχαμε Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, είχαμε Brion Eno (φυσικά), είχαμε μνήμες από τις συναυλίες των Wipers στην Αθήνα της δεκαετίας του 1980, αλλά και Μηχανολόγους και διπλό χτύπημα Styx. 

Συζητήσαμε επίσης για τα φρούτα της εποχής λόγω φρέσκων Bicep –λαμβάνοντας σαφείς θέσεις στο δίλημμα βερίκοκα ή ροδάκινα– ενώ δεν παραλείψαμε να δηλώσουμε και προτιμήσεις για τη Γιουροβίζιον, μιας και μετράμε πλέον αντίστροφα για τον φετινό διαγωνισμό. 

Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο το σόου (χωρίς διαφημιστικά μηνύματα) πατώντας στον σύνδεσμο εδώ.

Συμπεριφέρθηκαν συχνοτικώς τα εξής κομμάτια:

1. PHILHARMONIA ORCHESTRA (σε διευθ. OTTO CLEMPERER), WILHELM PITZ & BOYS OF HAMPSTEAD PARISH CHURCH CHOIR (σε διευθ. MARTINDALE SIDWELL): Johann Sebastian Bach's Kommt, Ihr Töchter, Helft Mir Klagen
2. BRIAN ENO & THE COCKPIT ENSEMBLE (σε διευθ. GAVIN BRYARS): Johann Pachelbel's Canon in D Major - Fullness Of Wind
3. ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΟΙ: Έτσι Ι
4. SCOTT WALKER: Track Three (Delayed)
5. BICEP: Apricots
6. ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ & ΧΑΡΟΥΛΑ ΛΑΜΠΡΑΚΗ: Απόψε Στις Ακρογιαλιές
7. DUB INC: Chaque Nouvelle Page
8. STYX: A.D. 1928 + Rockin' The Paradise
9. HERZEL: L' Ultime Combat
10. WIPERS: Return Of The Rat
11. DOTTIE WEST: Route 65 To Nashille
12. ΜΑΣ: Τάρκους Ελιζέ
13. ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΤΖΙΡΙΤΑΣ: Λεύκανση Οπής
14. ΕΛΕΝΑ ΤΣΑΓΚΡΙΝΟΥ: El Diablo
15. THE ROLLING STONES: Street Fighting Man
16. ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ: Νεοέλληνας



19 Μαΐου 2021

Λίνα Νικολακοπούλου - συνέντευξη (2018)


Εσύ με βρώμικο μαντήλι
να καθαρίζεις το γυαλί
κι εγώ με σκουριασμένα χείλη
να σου λερώνω το φιλί

Όπως μου θύμισε πριν λίγο καιρό μια ραδιοφωνική εκπομπή του Γιώργου Τσάμπρα, συμπληρώθηκαν φέτος στρογγυλά 40 χρόνια από τότε που μπήκε στη δισκογραφία η Λίνα Νικολακοπούλου. Πράγματι, ήταν 1981 που ακούστηκε το πρώτο δείγμα της στιχουργικής της, στο τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη "Να Σου Λερώνω Το Φιλί", το οποίο ερμήνευσε η Βίκυ Μοσχολιού στον δίσκο Σκουριασμένα Χείλια. Έναν από τους ωραίους δίσκους εκείνης της δεκαετίας.

Η συνέχεια υπήρξε όχι μόνο καταιγιστική, αλλά και λιγότερο, περισσότερο ή πολύ περισσότερο γνωστή. Η Χριστιάνα του Σαριμπιντάμ (1982), ο Γιώργος Μαρίνος του Μόνον Άντρες (1983), η Άλκηστις Πρωτοψάλτη του Κυκλοφορώ Κι Οπλοφορώ (1985), η Δήμητρα Γαλάνη του Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω (1985), η Τάνια Τσανακλίδου του Μαμά Γερνάω (1988), η Ελένη Δήμου του Προσωπικά (1988) και η Χάρις Αλεξίου του Κρατάει Χρόνια Αυτή Η Κολώνια (1990), ανέδειξαν τη Λίνα Νικολακοπούλου σε μεγάλη δημιουργική δύναμη, αλλά και σε παράγοντα ανανέωσης του ελληνικού τραγουδιού: εσκεμμένα ελλειπτικός ή και υπαινικτικός, ο λόγος της άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην εγχώρια στιχουργική. Και η ιδιαιτερότητά του φάνηκε αργότερα, όταν διάφοροι προσπάθησαν να τον μεταχειριστούν ως πρότυπο για ίδρυση «σχολής», αποτυγχάνοντας βεβαίως παταγωδώς όσο βασάνιζαν τα αυτιά μας με τα τάχα μου «ποιοτικά» τους.

Ασφαλώς, υπήρξε συνέχεια και μετά το πέρας της δεκαετίας του 1980. Το 1995, για παράδειγμα, σπούδαζα στα Γιάννενα. Κι ένας από τους δίσκους που αγόρασα εκεί ήταν και το Όταν Έρχονται Οι Φίλοι Μου του Σταμάτη Κραουνάκη. Μια δουλειά που έλιωσα (σχεδόν κυριολεκτικά) στο παίξιμο, συνήθως βέβαια σε στιγμές που δεν έρχονταν οι φίλοι μου να με δουν στο 28 της Εκτελεσθέντων Τσιάρα Φίλιου Τάτση, στη (μακρινή για εκείνους, τότε) Λεμονιά. 

Η φωνή της Λίνας Νικολακοπούλου βρισκόταν λοιπόν ανέλπιστα σε μία από τις καινούριες στιγμές του υλικού: στα "Καντήλια", για τα οποία ήδη από τότε είχα αντίληψη ότι πρόκειται για πολύ ωραίο τραγούδι, από εκείνα που επρόκειτο να μείνουν. Αλλά ο Ανδρέας Ιωαννίδης –καθηγητής μας στην Ιστορία της Τέχνης και ένας από τους σπουδαιότερους ανθρώπους στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων– με προειδοποίησε ότι ήμουν ακόμα μικρός: θα ένιωθα το μήνυμά του καλύτερα, μετά τα 40. Πόσο δίκιο είχε. 

Με την αφορμή λοιπόν αυτής της «επετείου» 40 δισκογραφικών ετών, το blog επιστρέφει στον Δεκέμβριο του 2018, όταν ήπιαμε πρωϊνό καφέ με τη Λίνα Νικολακοπούλου στην αυλή ενός ήσυχου χώρου στον Κεραμεικό και κάναμε μια συζήτηση από εκείνες που οι δημοσιογράφοι αποκαλούν «εφ' όλης της ύλης». Το κείμενο δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. Τις συμβουλές της για λίγο κάρδαμο στον χειμερινό, ζεστό καφέ για εξτρά τόνωση δεν τις έχω βάλει, αλλά πάντοτε τις θυμάμαι.

* η κεντρική φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο της Λίνας Νικολακοπούλου και παραχωρήθηκε γι' αυτή τη συνέντευξη. 


Τα «Πιο Ωραία Λαϊκά», λοιπόν, κάθε Παρασκευή στο Άλσος. Τίτλος αγαπημένου τραγουδιού, που έγινε τώρα τίτλος παράστασης...

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο. Aπό ένα τραγούδι που έγραψα βέβαια πολλά χρόνια πριν, ως ένα όμως κομμάτι της αλήθειας μου. Δεν είναι λοιπόν ένας σκέτος τίτλος. Γιατί και το 1993, όταν βγήκαν τα "Λαϊκά", είχαν ενωθεί διαφορετικές γενιές με εκείνα που περιέγραφα. Νεότερα παιδιά ρωτούσαν τότε στα ραδιόφωνα, θέλοντας να μάθουν για όσα δεν είχαν ζήσει. Δημιούργησε έτσι μια μυθολογία για το πώς βιώναμε το λαϊκό τραγούδι στα σπίτια. Τα μωσαϊκά, οι σπιτικές λεμονάδες, το να τραβάς τα χαλιά για να χορέψεις... Ήταν ίσως χαριτωμένο ότι μια γυναίκα έγραψε για αυτές τις κυριακάτικες χαρές, βάζοντας μέσα και τους ποδοσφαιρικούς ήρωες εκείνων των χρόνων –τον Δομάζο, τον Σιδέρη. 

Το έζησα και την πρώτη Παρασκευή στο Άλσος: υπήρξε μια συγκίνηση από τους θαμώνες, διαφόρων μάλιστα ηλικιών· έκαναν επίσκεψη σε κάτι αγαπημένο, το οποίο δεν έχουν πολλές ευκαιρίες να συναντήσουν. Όχι φυσικά γιατί είναι σπάνια αυτά τα τραγούδια –μπορείς να τα ακούσεις παντού. Η αξία βρίσκεται στο να έχεις μια καλοδουλεμένη ορχήστρα και στο να βλέπεις νέα παιδιά να στα τραγουδάνε, με τρόπο πειστικό. Σαν να μην έχει χαθεί τίποτα, δηλαδή. 

Με εντυπωσίασε μάλιστα κι εμένα πόσο αστέρια είναι ορισμένοι σολίστες σε όργανα παραδοσιακά, κάτι μη κατευθυνόμενο, το οποίο οφείλεται σε καθαρό μεράκι. Στο μεράκι δηλαδή κάποιων δασκάλων που διάλεξαν να παραμείνουν στις επαρχίες, ίσως ματαιώνοντας δικά τους όνειρα, και είχαν την όρεξη να διδάξουν. Φέρνοντας έτσι κοντά τους όσα παιδιά είχαν καλλιτεχνικές ανησυχίες. Τέτοιοι άνθρωποι, τέτοιες μονάδες, έσπειραν έναν σπόρο. 

Πώς ακριβώς έχετε λειτουργήσει εσείς, πίσω από αυτό που εισπράττουν όσοι έρχονται στο Άλσος για να ακούσουν τη Ρία Ελληνίδου, τον Θάνο Ματζίλη και τη Νεκταρήλια Τσομπάνογλου;

Είναι πολύ σημαντικό να πούμε ότι πολλοί αγαπημένοι τραγουδιστές του σήμερα, μαθήτευσαν κοντά σε συνθέτες. Είναι αλλιώτικο να σε έχει εκπαιδεύσει ένας συνθέτης· είναι μια μύηση. Γιατί το να αποδώσεις το πνεύμα ενός τραγουδιού, είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο από το να μην κάνεις λάθος στις νότες. Προσπάθησα λοιπόν κι εγώ, με τον τρόπο μου, να βάλω τα παιδιά του Άλσους σε μια πιο υπεύθυνη θέση: όχι μόνο να μη μου τα λένε λάθος, αλλά να με πείθουν κιόλας την ώρα που τα τραγουδούν. Να σκεφτούν τι ψάχνουν μέσα σε αυτά τα τραγούδια και πώς το ψάχνουν. Μόνο έτσι θα μπορέσεις να οδηγήσεις το κοινό αίσθημα, να το λυτρώσεις επίσης, να προσφέρεις μαγεία. 

Το στοίχημα ήταν αρκετά δύσκολο και το σκεφτήκαμε αρκετά το ερώτημα: με τι θα γοήτευε η συγκεκριμένη ομάδα; Από τη μία υπήρχαν βέβαια τα σπουδαία τραγούδια, τα οποία άντεξαν στον χρόνο και ως ωραίες μελωδίες και ως στίχοι που ακόμα μπορούν και ακουμπάνε και τους νεότερους. Αλλά χρειαζόταν κάτι παραπάνω για να δείξει κανείς εμπιστοσύνη και να έρθει στο Άλσος, θεωρώντας ότι υπάρχει λόγος να δει ένα τέτοιο πρόγραμμα. Αυτό το κάτι παραπάνω, αυτήν την επί σκηνής πειθώ, πιστεύω ότι την καταφέραμε. Και με έναν ωφέλιμο τρόπο, γιατί πάντα είναι ωφέλιμο να δίνεις βήμα και σε καινούρια πρόσωπα. 

Η ορχήστρα, από την άλλη, είναι έμπειρη κι αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό, γιατί εγώ έχω την εξής τρέλα: θέλω ο κάθε συνθέτης να γίνεται έκδηλος στο πώς παίζεται. Ο Γιάννης Σπανός, να είναι Σπανός· ο Σταύρος Κουγιουμτζής, Κουγιουμτζής και ο Γιώργος Ζαμπέτας, Ζαμπέτας. Αγαπώ τις ορχήστρες που μπορούν να υπηρετούν το χρώμα των συνθετών, γιατί είναι κάτι πολύ συγκεκριμένο –σαν ας πούμε το δακτυλικό μας αποτύπωμα. Από την εισαγωγή δηλαδή, αναγνωρίζεις συνήθως τι ακούς. 

Θέλω έτσι να γίνεται φανερό και στον ρυθμό και στην ενορχήστρωση. Μπορεί βέβαια να έχεις μια φανταστική ιδέα, για μια διασκευή. Είναι κι αυτό πολύτιμο. Αλλά απαιτείται κι εδώ γνώση, πέρα από την εμπνευσμένη προσέγγιση. Τώρα πια, για να γίνει πιο σύγχρονος ο τρόπος, τα αλλοιώνουν όλα. Επειδή τα νέα παιδιά έχουν πλέον και σπουδές μουσικής, νομίζουν αρκετές φορές ότι βάζοντας μια δύσκολη αρμονία πορεύονται σωστά. Όμως δεν είναι έτσι. Χρειάζεται το θάρρος, μα χρειάζεται και το μέτρο, μέχρι πού θα αλλοιωθεί κάτι. Είναι μια παρατήρηση που μπορεί να γίνει με αγάπη, ώστε να προτρέψεις έναν νέο καλλιτέχνη να δει πέρα από τις όποιες ευκολίες του. 

Στο Άλσος τις Παρασκευές είναι ο Κώστας Νικολόπουλος στις κιθάρες και στις ενορχηστρώσεις, ο Μανώλης Πάππος στο μπουζούκι, η Αυγερινή Γάτση σε ακορντεόν και νέι, ο Ηλίας Μαντικός στο κανονάκι, ο Στράτος Σαμιώτης στα κρουστά και ο Μιχάλης Δάρμας στο μπάσο.

Πόσο το έχετε εξασκήσει το αυτί σας ως ακροάτρια, για να είστε σε θέση να πιάνετε τέτοιες πολύτιμες λεπτομέρειες;

Πολύ. Και θα σας δώσω μάλιστα και ένα μέτρο γι' αυτό που με ρωτάτε. Πριν πάω στην πρόβα, κάθομαι και μελετάω, ακούω όλα τα τραγούδια. Ώστε να μπορώ να είμαι χρήσιμη στους μουσικούς. Φρεσκάρω δηλαδή στη μνήμη μου τον τρόπο, τα χρώματα, την ορχήστρα. 

Το είχα από φυσικού, να προσέχω τα πάντα όταν άκουγα ένα τραγούδι. Αλλά, όσο μεγαλώνεις, διακρίνεις ακόμα περισσότερα πράγματα –τι παίζει ας πούμε η κιθάρα και τι το κρουστό, πότε ακριβώς βάζει ο Τσιτσάνης τον μπαγλαμά. Μοιάζει με το πώς μαγειρεύει μια νοικοκυρά. Ίσως να μη σου πει το μυστικό της συνταγής της, όμως, όσο εκπαιδεύεσαι κι εσύ, μπορείς να εντοπίσεις ότι υπάρχει π.χ. λίγο κύμινο ή ότι έχει βάλει κουρκουμά. 

Ακούω πράγματι πολλές ωραίες φωνές στη δισκογραφία, μιας και αναφερθήκατε στην αξία της μαθητείας. Αλλά και κάμποση ερμηνευτική ανωριμότητα...

Ισχύει. Το χάρισμα το έχεις, επειδή γεννήθηκες μαζί του. Αλλά αν δεν διδαχθεί κανείς, δεν θα πάει πέρα από ό,τι μπορεί να κάνει από μόνος του. Χρειάζεται λοιπόν μαθητεία. Και γι' αυτό λέμε ότι έμεινε γκρεμισμένη η κατοπινή υποδομή, η οποία μπορούσε να οδηγήσει κάπου. Ακούς ένα παιδί που τραγουδάει ωραία, που έχει να δώσει. Πώς θα έρθεις σε επαφή μαζί του; Και ποιος θα κάτσει να ασχοληθεί μαζί του; 

Κι αν ας πούμε προχωρήσει κάπως ο τραγουδιστής, ο συνθέτης ζητάει πλέον να του διαλέξει το τραγούδι, ώστε να γίνει κι εκείνος γνωστός. Πορεύονται έτσι δύο άγουρα παρέα κι αν τύχει και είναι κάτι ζωντανό, θα περάσει στον κόσμο. Όμως, από εκεί και πέρα, τι διαδρομή θα κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Πώς ακριβώς θα προπονηθούν; Πολλοί, για παράδειγμα, έχοντας την ευκολία της φωνής, δεν πάνε καν σε μια δασκάλα ή έναν δάσκαλο φωνητικής, ώστε να εξασκήσουν ό,τι έχουν. Η επωνυμία πρώτα και μετά η γρήγορη εκταμίευση της επωνυμίας, δεν αφήνουν περιθώρια για προπόνηση. Κι έτσι γίνεται καταπόνηση. Φτάνουν τελικά σε επιλογές άσχετες με τον εαυτό τους κι ακούμε πραγματικά υπέροχες φωνές να χάνονται στο μισό της διαδρομής.

Εδώ και 20 χρόνια, δεν με φώναξε κανείς. Να μου πει, έχουμε αυτές τις νέες φωνές, επικρατούν αυτές οι τάσεις, τι μπορούμε να κάνουμε; Έπρεπε μόνη μου να κάνω τις επαφές και μόνη μου να βρω τρόπο να μπω ξανά στον αγωνιστικό χώρο. Και δεν μιλάω μόνο για τις εταιρείες, μα και για τους συνθέτες. Δεν παραπονιέμαι, βέβαια, γιατί έζησα και την εποχή των παχιών αγελάδων και ευτύχησα να δω μεγάλες χαρές, συλλογικά με τους συνεργάτες μου. Ήρθαν όμως και καιροί που δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Και νιώθω ότι πρέπει να το καταθέσω, για όποιον τον απασχολεί το ερώτημα «πώς φτάσαμε εδώ». Διαλύθηκε ευρύτερα η υπόθεση τραγούδι. Από προσωπικές αγωνίες; Επειδή πήγε τελικά ο καθένας με τους δικούς του; Πάντως χάθηκε η ροή που για δεκαετίες ήταν η φυσιολογική.

Πιστεύετε στις παρέες, όσον αφορά το τραγούδι;

Εάν είναι αληθινά ελεύθεροι άνθρωποι και αγαπούν ειλικρινά ο ένας τον άλλον, καμαρώνοντας για τις επιτυχίες του, ναι, πιστεύω. Δεν υπάρχει πιο ισχυρό πράγμα από την ομάδα. Πρέπει όμως να είναι ζωντανή η γοητεία που ασκεί ο ένας στον άλλον. Να μη γίνει κάτι συντηρητικό και να μην υφίσταται η παρέα επειδή πέτυχε κάτι και πρέπει να το διατηρήσει. Αυτό δεν πάει πουθενά. 

Επιστρέφοντας στο Άλσος, δεν θεωρείτε ότι η συνολικότερη παρουσία που φιλοδοξεί να έχει, είναι ένα ρίσκο; 

Όχι. Είναι ένα μέρος όμορφο, μέρα και νύχτα. Το βράδυ δηλαδή, όποιος μπει σε αυτήν τη συναυλιακή αίθουσα, δεν θα πιστεύει στα μάτια του. Νιώθεις οικειότητα πρώτα-πρώτα, χάρη στα παράθυρα γύρω και τη στρογγυλάδα της αρχιτεκτονικής, δεν αισθάνεσαι ότι είσαι σε τυπική μουσική σκηνή. Και βλέπεις και μια άπλα μπροστά σου. Για την Αθήνα, κάτι τέτοιο είναι φοβερό. Δεν υπάρχει αλλού να πάω να ψυχαγωγηθώ και να έχω δίπλα μου ένα πάρκο, ένα τέτοιο άνοιγμα μέσα στην καρδιά της πόλης. Με διευκολύνει επίσης ως καλλιτέχνη, γιατί δεν με αναγκάζει να μπω σε λογικές στις οποίες μπαίνουν άλλες μουσικές σκηνές, με συγκεκριμένη ρότα, στην οποία θα πρέπει να ταιριάξεις. Κι αυτό είναι απλά το πρώτο ατού.

Το δεύτερο είναι ότι προσφέρεται να κάνεις πολλά πράγματα τα καλοκαίρια. Δεν είναι τυχαίο ότι στη δική μου γενιά πηγαίναμε εκεί για δροσιά, για γρανίτες και για οικογενειακή ψυχαγωγία. Για μένα είναι ένα δώρο το ότι άνοιξε ξανά το Άλσος. Καλλιτεχνικά, λοιπόν, μπορεί να στηρίξει τάσεις που σε άλλους χώρους είναι επί του παρόντος μπλοκαρισμένες. Αν δηλαδή πάει καλά η πρώτη χρονιά και «τρέξει» ο χώρος, τα ενδεχόμενα που ανοίγονται είναι πραγματικά πάρα πολλά. Εγώ μόνο, έχω πολλές ιδέες: το Άλσος μου επιτρέπει να ονειρεύομαι –με συγκίνησε μάλιστα πολύ το τηλεφώνημα του Διονύση Σαββόπουλου, που θυμόταν τι είχα κάνει π.χ. στο Χάραμα ή στο Γκάζι. Επομένως, το όλο θέμα βρίσκεται νομίζω στην οικονομική κατάσταση των πολιτών και στο τι τους προσφέρεις, το οποίο να κάνει τη διαφορά.

Αλλά να το δούμε και με βάση την πραγματικότητα της πόλης; Η είσοδος, βρίσκεται δίπλα σε έναν κεντρικό δρόμο. Δεν χρειάζεται να διασχίσεις το πάρκο για να μπεις, ενώ τυχαίνει ακριβώς στη γωνία να βρίσκεται η Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού. Κάτι που σημαίνει και φώτα πολλά, αλλά και άνθρωποι οι οποίοι προσέχουν το σημείο. Δεν υπάρχει έτσι κανένας φόβος, είναι εύκολο να πάρεις ένα ταξί βγαίνοντας, ενώ για όσους θέλουν το αμάξι τους, σε 100 μέτρα υπάρχει πάρκινγκ με τεράστιο υπόγειο χώρο. 

Την οικονομική κατάσταση των πολιτών, μιας και τη θίξατε, πώς τη βρίσκετε; 

Νομίζω ότι οι άνθρωποι έχουν ακόμα την όρεξη να διαλέξουν πού θα πάνε. Παραμένει δύσκολη η κατάσταση, όμως βλέπω ότι δεν έχει πάψει η όρεξη να βγαίνουμε. Και, προσωπικά μιλώντας, δεν άφησα να με πτοήσουν όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Γιατί ξέρω ότι αν κολλήσω, αν αφεθώ να «μαυρίσω», τότε θα ακινητοποιηθώ. 

Έχουν γίνει βέβαια ιεραρχήσεις. Για άλλους είναι το σινεμά προτεραιότητα, για άλλους το φαγητό, για άλλους μια βόλτα με φίλους. Θέατρο πολύ, επίσης –το βλέπω αυτό, ακόμα και σε μικρές σκηνές. Ακόμα λοιπόν ο κόσμος κινείται. Πάντα επίσης υπάρχει ένα ποσοστό που βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση. Οι περισσότεροι, πάντως, δεν είναι. Πρέπει επομένως να κάνεις συγκερασμούς, γιατί δεν παύει ένα πρόγραμμα να αποτελεί επιχείρηση, με έξοδα π.χ. για τα γκαρσόνια ή για τους παρκαδόρους και για τα Φ.Π.Α. 

Πάνω σε ό,τι λέμε «πρόγραμμα», είναι λοιπόν φορτωμένα πολλά πράγματα. Κι έτσι μπαίνουν διλήμματα. Όταν π.χ. έρχεται κάτι το καινούριο, τι ισορροπίες πρέπει να κρατηθούν ώστε να είναι κερδοφόρο για τον επιχειρηματία, αλλά να μην φαντάζει ληστρικό στον επισκέπτη; Πάντως μία φορά τον μήνα, πιστεύω, πρέπει να δίνεις την ευκαιρία να έρχονται να δουν κάτι με μικρότερο τίμημα· κάτι σαν τη λαϊκή απογευματινή που λέγαμε παλιότερα.

Ωστόσο δεν γεμίσαμε ξαφνικά με υπερ-πληθώρα προτάσεων; Ειδικά όσον αφορά τις συναυλίες, μιας και η καθίζηση της δισκογραφίας δεν άφησε προφανώς άλλη επιλογή στους καλλιτέχνες; 

Το βρίσκω φυσικό. Και θα πω κάτι από την καρδιά μου: πρέπει μέσα σε όλο αυτό, να κάνει ο καθένας το καλύτερό του. Ώστε όποιοι, όσοι βρεθούν ένα βράδυ κάπου, κάτι να ζήσουν, κάτι να πάρουν μαζί τους φεύγοντας. Με ενδιαφέρει πολύ να μην είναι αδιάφοροι οι καλλιτέχνες, υιοθετώντας ας πούμε ένα στυλ «θα τα πω και θα φύγω». Δεν μου αρέσει. Και μπορώ να το διακρίνω, όταν το βλέπω. Οι παλιοί, άλλωστε, δεν είχαν πιο εύκολη ζωή από τη δική μας. Όταν όμως βρίσκονταν στο πάλκο, είχαν τη συνείδηση ότι έπρεπε να παίξουν και να τραγουδήσουν τέλεια, για να μη χάσει σε κάτι η φήμη τους. Η αίγλη του τραγουδιού, κινδυνεύει μόνο από την προχειρότητα. Ό,τι κάνουμε δεν είναι απλά για να ζήσουμε εμείς, αλλά για να ζήσει το τραγούδι, με το αλισβερίσι αυτό μεταξύ κόσμου και σκηνής. 

Γιατί όμως πάσχει τόσο πολύ το ελληνικό τραγούδι τα τελευταία χρόνια;

Πάσχει γιατί δεν υπάρχουν τα αυτιά και τα μάτια που θα έπρεπε να παρακολουθούν. Στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τις δυο-τρεις φορές που ήμουν στην επιτροπή επιλογής, έρχονταν θυμάμαι κούτες με τραγούδια, με μουσικές, με στίχους. Έβλεπες δηλαδή μια πληθώρα παιδιών, που ήθελαν να δείξουν κάπου τι μπορούσαν να κάνουν. Όταν λοιπόν τον ρόλο αυτόν δεν μπορούν πια να τον παίξουν οι εταιρείες, τέτοια παιδιά πρέπει να προσπαθήσουν μόνα ή να ψάξουν για τον φίλο του φίλου μέσω του οποίου μπορεί να φτάσει το τραγούδι τους σε κάποιον παραγωγό. Χωρίς υποδομή, όλα τούτα λιμνάζουν. 

Ήρθε επίσης η επιθυμία στους ραδιοφωνικούς σταθμούς να αποκτήσουν μια δυναμική για συγκεκριμένο κοινό και για συγκεκριμένους διαφημιστές. Και έπρεπε να δημιουργηθεί ένα «μενού», ικανό για βιωσιμότητα στις μετρήσεις. Μαζί και η αγωνία, μη γυρίσει ο ακροατής το κουμπί. Πλέον, αν δεν άρεσες στον ιθύνοντα νου δεν θα πέρναγες, ακόμα και τον Θεό μπάρμπα να είχες. Και αν δεν σε παίζει ο τάδε σταθμός, δεν θα σε παίξει ούτε ο δείνα. Δικαίωμα γούστου έχει βέβαια ο κάθε ένας. Όμως είναι μια πολύ διαφορετική ιστορία το ότι δεν παίζω κάτι επειδή δεν μου αρέσει, από το «δεν μπορώ να σε παίξω». Έτσι, πάμε αλλού. Σε μια ελεγχόμενη κοινή ζωή. Με αποτέλεσμα ό,τι βγαίνει στον αέρα μας, να διαθέτει μια ρουτίνα: στο ταξί, στο σούπερ μάρκετ, ακούς τα ίδια. Πιστεύω πάντως ότι αυτά τα πράγματα ανατρέπονται τελικά, από το ίδιο τους το αφύσικο.

Έπαψε λοιπόν να υπάρχει το δίκτυο μέσα στο οποίο θα έτρεχε φυσιολογικά η υπόθεση τραγούδι. Και καταλήξαμε σε έναν πρωταθλητισμό: να πρέπει να γίνει κάτι σουξέ –με την καλή έννοια– ώστε να το ακούσεις κι εσύ δύο, τρεις φορές, να το προσέξεις και να το αγαπήσεις. 

Καταστρέφει κάτι τέτοιο την έννοια του δίσκου; Βλέπετε να ξαναγυρνάμε στις εποχές των singles;

Σημασία για μένα έχει τι συμβαίνει στη διαδρομή, ώστε να καταλήξεις ξανά εκεί. Γιατί και στο παρελθόν έβγαιναν ανούσια CD και έλεγε ο εταιρειάρχης στον καλλιτέχνη, αν δεν πουλήσεις χίλια για παράδειγμα κομμάτια, δεν σου δίνω τίποτα και σταματάμε εδώ. Σε αναγκάζει η αγορά να βγάλεις κάτι ανταγωνιστικό, γιατί, αν επαναπαυτείς, θα φτάσεις σε πληθωριστικό αποτέλεσμα. Και πράγματι, είχαμε φτάσει σε κάτι τέτοιο. Έβγαιναν κι έβγαιναν δίσκοι, τους οποίους δεν υπήρχε λόγος να έχεις ολόκληρους. 

Γι' αυτό παλιότερα ήταν σωτήριο το έργο που ονομαζόταν «κύκλος τραγουδιών», με έναν συνθέτη κι έναν στιχουργό να προσπαθούν να πουν κάτι με συγκεκριμένο επίκεντρο. Μετά, οι αγαπημένοι τραγουδιστές δεν είχαν τέτοια ζητήματα, γιατί ο κόσμος τους ακολουθούσε κυρίως για τη φωνή τους. Και περίπου το ίδιο πράγμα να έλεγαν, επομένως, το κοινό το έπαιρνε. Δεν ήταν εκεί το πρόβλημα, αλλά στη δημιουργία του τραγουδιού, σε εκείνο που μπορούσε να μας ενώσει όλους. Θα συνεχίσουν πάντως να γράφονται ωραία τραγούδια, το πιστεύω αυτό. Απλά τώρα έχουν όλα γίνει δύσκολα. Xρειάζεται να επανέλθει μια αίγλη στο τραγούδι, κάπως ξανά να μαγέψει. Ακόμα και στη ζωντανή επαφή. 

Όσον αφορά τον στίχο, ειδικότερα; Θα σας πω δύο δικές μου ενστάσεις, με τις οποίες μπορεί εσείς να διαφωνείτε: ακούω πολλά μεγαλίστικα πράγματα, που δεν συνάδουν με τις ηλικίες όσων τα γράφουν, αλλά και καταστάσεις οικείες να περιγράφονται με λόγια τα οποία κανείς μας δεν θα έλεγε στην καθημερινότητά του...

Τα σημερινά παιδιά, ξεκινώντας, έχουν πολλά ζητήματα να αντιμετωπίσουν. Τα λόγια τους, σε ποιον θα αρέσουν; Και τι είδους τραγούδι θα βγει, αν μελοποιηθούν; Μπορεί λ.χ. ο συνθέτης που θα βρεις να στα κάνει λαϊκό, ενώ δεν ταίριαζαν για κάτι τέτοιο. Ο αγώνας τους, σήμερα, βρίσκεται στο να γράψουν κάτι που κάποιος θα τους το πάρει. Αν τύχει να βγει κάτι ωραίο, δημιουργείται ένας καθρέφτης· όπως και μια εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους, ώστε να πάνε πιο βαθιά. Αλλά, στην αρχή, μένουν σε φόρμες και σε στερεότυπα αναφορικά με το τι αρέσει τώρα. 

Για να φτάσεις ωστόσο μέσα σου και να ρισκάρεις να βγάλεις τον εαυτό σου, χρειάζεται ένα περιβάλλον με ασφάλεια. Να σου πει ο συνθέτης «δωσ' μου κι άλλα», ώστε να του δώσεις κι εκείνο που ίσως έχεις μισοέτοιμο, μα εμπεριέχει σε μεγαλύτερο βαθμό την αλήθεια σου. Κάτι τέτοιο, όμως, συνιστά πολυτέλεια· και προϋποθέτει ένα δούναι και λαβείν με τον συνεργάτη σου. Χωρίς μια συνέχεια, δεν θα μπορέσεις να γράψεις είκοσι, για να πετάξεις τα δέκα και να ξεκαθαρίσει το δικό σου αποτύπωμα. 

Κι εγώ στο ξεκίνημα, αν δεν είχα τον Γιάννη Σπανό και τον Σταμάτη Κραουνάκη να κατανοήσουν τη γλώσσα μου και να τη στηρίξουν, πώς θα έβγαινα ως ένα καινούριο ύφος; Χρειάζονται λοιπόν οι άνθρωποι που θα έχουν τη διάθεση να πάρουν ρίσκα. Όταν έγραψα λ.χ. για τη Χριστιάνα το τραγούδι "Το Καλοκαίρι Θα ΄Ρθει" (1982), μου ζήτησε να την πάω σε όλους αυτούς τους κινηματογράφους για τους οποίους έγραφα –το Βοξ, το Εκράν– ώστε να ξέρει για τι ακριβώς τραγουδάει. Ήταν υπέροχο. 

Ας τελειώσουμε όμως με το Άλσος, μιας και στάθηκε αφορμή της συνάντησής μας. Ξέρω ότι η Μαίρη Λίντα, που ήταν να έρθει ως καλεσμένη, έσπασε το πόδι της. Τι άλλες εκπλήξεις θα έχουν οι Παρασκευές; 

Είναι χαρά να έχουμε εκεί τον Ορφέα Περίδη. Για τα κατοπινά, έχω ήδη κάνει επαφή με τη Νατάσσα Θεοδωρίδου, την οποία θεωρώ πολύ καλή τραγουδίστρια. Και μου είπε ότι θα έρθει. Με τούτα και με τ' άλλα, λοιπόν, θα βγούμε στην άνοιξη. 


 

18 Μαΐου 2021

Η Νένα Βενετσάνου στα Εξωτικά - ανταπόκριση (2014)


Δεν ξέρω γιατί η Νένα Βενετσάνου δεν έχει «συναντηθεί» με ένα μαζικότερο κοινό, έστω αυτό που δίνει το παρών σε διάφορες έντεχνες συναυλίες, κατά τη διάρκεια μιας πολύχρονης και πάντοτε προσεγμένης καριέρας. Η οποία ξεκίνησε το 1977, με την επιστροφή της στην Αθήνα από τη Γαλλία και τα τραγούδια που παρουσίασε εντασσόμενη στο Φεμινιστικό Αυτόνομο Κίνημα. Η ίδια φαίνεται πάντως να αρκείται σε όσα έχει καταφέρει και ουδέποτε μέσα στα χρόνια δεν άκουσα να «γκρινιάζει» –κάτι σπάνιο με τους καλλιτέχνες, το ξέρουμε νομίζω όλοι. 

Τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για τη φωνή και τους δίσκους της Νένας Βενετσάνου και τη θεωρώ δύναμη για το τραγούδι που λέμε «έντεχνο», καθώς το εκπροσωπεί στην ουσιώδη του και όχι στην τάχα μου/δήθεν μου διάστασή του. Και τώρα διαβάζω ότι εκμεταλλεύεται κι αυτή το άνοιγμα μετά τη βαριά δεύτερη καραντίνα του κορωνοϊού για να βγει ξανά να τραγουδήσει: το Σάββατο 29 Μαΐου θα βρεθεί στον κήπο του πολυχώρου τέχνης Αλεξάνδρεια (πλατεία Αμερικής), μαζί με τη Λήδα Χαλκιαδάκη –την κόρη της θρυλικής Δανάης– για μια παράσταση αφιερωμένη στα πολλά πρόσωπα της Αγάπης.

Η ανακοίνωση μου θύμισε μια εξαιρετική βραδιά στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» τον Φεβρουάριο του 2014, η οποία έλαβε χώρα στην τότε σειρά συναυλιών Χειμώνας στον Παρνασσό. Η Βενετσάνου πήρε μέρος στήνοντας την παράσταση Τα Εξωτικά, στην οποία συμμετείχε και η Γιοβάννα, κάτι που δεν είχε γνωστοποιηθεί από πριν στο κοινό. Η συναυλία, δυστυχώς, δεν είχε καθόλου νέο κόσμο. Ήταν όμως εξαιρετική, σε όλα της. Φεύγοντας μάλιστα από τον Παρνασσό, συνάντησα στις σκάλες και τον Κ.ΒΗΤΑ και μοιραστήκαμε τη συγκίνησή μας για τα όσα είχαμε παρακολουθήσει.

Μια ανταπόκριση γράφτηκε τότε για λογαριασμό του Avopolis. Το κείμενο αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. 

* οι χρησιμοποιούμενες φωτογραφίες προέρχονται από τη βραδιά και ανήκουν στην Joe Pateraki


Η Νένα Βενετσάνου δεν εμφανίζεται συχνά. Όπως και με τη δισκογραφία, έτσι και με τις συναυλίες: προτιμά να κινείται με τους δικούς της χρόνους, αδιαφορώντας για το τι έχει επιβάλλει η μουσική βιομηχανία ως «επικαιρότητα». Έχει τους λόγους της, ωστόσο –και είναι νομίζω καλοί. Γιατί χάρη σε τέτοιους ρυθμούς έχει κάνει την κάθε της παρουσία να μετράει, εδώ και 34 χρόνια. Γι' αυτό και στην ατζέντα μου κύκλωσα εμφατικά την 24η του φετινού Φλεβάρη. Ανεξαρτήτως υποχρεώσεων, η συναυλία της στον Παρνασσό ήταν εκείνη που δεν θα έχανα παρά με ανωτέρα βία. 

«Καλησπέρα... και μπον σουάρ!», μας είπε βγαίνοντας, θέλοντας έτσι να τονίσει τον χαρακτήρα του λάιβ, αφού στο πρώτο μέρος θα ακούγαμε δικές της μελοποιήσεις σε έργα Michel Deguy, Paul Eluard, Alberto Savinio και Γιώργου Σαραντάρη. Κοινός παρονομαστής τους, η Γαλλία –που αφορά βέβαια και την ίδια τη Βενετσάνου. Γιατί είναι βαθιά η σχέση της μαζί της. Όχι επειδή είναι ακόμα μία ξενομανής, αλλά γιατί είναι καλλιτέχνιδα που βούτηξε πραγματικά στα βαθιά της αλλότριας αυτής κουλτούρας, επιδιώκοντας να της αφαιρέσει το «εξωτικό» στοιχείο και να την καταστήσει δική της. Τα έχει καταφέρει περίφημα. 

Θα τονίσω ξανά ότι οι μελοποιήσεις που ακούσαμε στον Παρνασσό ανήκουν στη Βενετσάνου, γιατί έχει σημασία να θυμόμαστε ότι δεν είναι απλά μια ερμηνεύτρια, μα μια ολοκληρωμένη δημιουργός. Το απέδειξε βέβαια και όταν έκατσε στη σκηνή παρέα με την κιθάρα της, παίζοντας και τραγουδώντας (σε άπταιστα γαλλικά, σημειωτέον) πράγματα που σε κάποιους φαντάζουν «δύσκολα», με μια αμεσότητα που μόνο η Αρλέτα κατέχει ανάμεσα στους συναδέλφους της στην ημεδαπή. Το "Où La Loire" του Ντεγκύ, τα "En Vertu De L' Amour" και "Je Ne Suis Pas Seul" του Ελυάρ και το "Dans Tes Yeux" του Σαραντάρη θα καταγράφονταν ως αδιαφιλονίκητες κορυφές του πρώτου μέρους της συναυλίας, αν το πρόγραμμα δεν περιλάμβανε εκείνη την απίστευτη ενότητα Savinio ("La Rencontre", "Tête Antichambre Du Ministre" & "Scène DeLa Tour").

Η ενότητα αυτή απαιτούσε συνολικότερη performance, καθώς η Βενετσάνου μελοποίησε με βάση τις περγαμηνές του μουσικού θεάτρου του 20ου αιώνα, μη διστάζοντας κατά σημεία να δώσει έντονο πειραματικό χαρακτήρα –στο πνεύμα λ.χ. των έργων του Mauricio Kagel. Δεν τραγούδησε απλά έξοχα, μα μεταμορφώθηκε μπροστά μας σε όσους ρόλους της υπέβαλλε ο Savinio, λαμβάνοντας πολύτιμη βοήθεια από τα κάθε λογής κρουστά του φοβερού Σόλη Μπαρκί, μα και από την ορχήστρα που τη συνόδευσε άψογα: τη Βιβή Γκέκα στο μαντολίνο, τον Σταύρο Αγιαννιώτη στην κλασική κιθάρα και τον Χάρη Μέρμηγκα στο κοντραμπάσο.


Στο δεύτερο μέρος παραμείναμε μεν στη Γαλλία, ακολουθήσαμε όμως διάφορες συμπλεύσεις της με την Ελλάδα, ενώ μας δόθηκε η σπάνια ευκαιρία να δούμε ζωντανά τη Γιοβάννα. Αυτή η συναρπαστική τραγουδίστρια δείχνει να έχει αποσυρθεί, έπραξε όμως πολύ σωστά η Βενετσάνου που την έπεισε να κάνει μια έκτακτη εμφάνιση: μπορεί ο χρόνος να έχει φθείρει το μέταλλο της φωνής της, αλλά τα χρώματά της και η εκφραστική της δεινότητα παραμένουν ζωηρά. Έτσι, δεν υπήρξε άνθρωπος στον Παρνασσό να μην νιώσει ένα ταρακούνημα στα σώψυχα ακούγοντάς τη στα "Les Coiffes Noires" και "Le Ciel Est Une Plage" (αμφότερα συνθέσεις του Γιάννη Σπανού), τα οποία μας είπε με μόνη συνοδεία το πιάνο του Χρήστου Κουμούση. Αισθάνθηκα αληθινά τυχερός που μπόρεσα να δω τη Γιοβάννα στη σκηνή, καθώς είχα χάσει την αποχαιρετιστήρια συναυλία που έδωσε πριν κάποια χρόνια.

Πολύ σωστά η Βενετσάνου διάλεξε να αφήσει τη Γιοβάννα να λάμψει μόνη της, αρκούμενη σε ένα διακριτικό ντουέτο στο "Chez Linardo". Όταν ωστόσο επέστρεψε με τους μουσικούς της (παρέμεινε κι ο Κουμούσης) οδήγησε τη βραδιά σε νέες κορυφώσεις, φανερώνοντας κι άλλες πτυχές της ερμηνευτικής της περσόνας καθώς μας τραγουδούσε το "Dans Mon Pays, Dans Mon Village", τον "Μέτοικο" του Georges Moustaki, το "L' Auvergnat" του Georges Brassens και το "Les Amants De Teruel". Έκλεισε υποδειγματικά, με μια φλογισμένη ερμηνεία στο "Non Je Ne Regrette Rien", πριν μας καληνυχτίσει μ' ένα όμορφο encore-ντουέτο με τη Γιοβάννα. 

Φεύγοντας, συνάντησα τον Κ.ΒΗΤΑ στη σκάλα και μοιραστήκαμε τη συγκίνησή μας για τα όσα καταπληκτικά είχαμε μόλις παρακολουθήσει. Είναι κρίμα που δεν βρέθηκαν παρά ελάχιστοι νέοι άνθρωποι στον (κατάμεστο, κατά τα λοιπά) Παρνασσό, για να διαπιστώσουν και μόνοι τους γιατί η Νένα Βενετσάνου είναι από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες που έχουμε στη χώρα.