09 Μαρτίου 2021

Forbidden Seed: From Sand To Eternity [δισκοκριτική, 2015]


Το ντεμπούτο των Θεσσαλονικιών Forbidden Seed το έφερνα πού και πού κατά νου, αλλά δεν μπορούσα να το εντοπίσω στη δισκοθήκη. Μέχρι που ξεπετάχτηκε εν τέλει μπροστά μου τις προάλλες στα ράφια με τα εγχώρια, καθώς έψαχνα τραγούδια για τις ηχογραφήσεις της Συχνοτικής Συμπεριφοράς, εποχής Εν Πλω 89.2: καλά θα ήταν να μπορούσαμε να εκπέμψουμε από την Ηγουμενίτσα με τον Στυλιανό Τζιρίτα, αλλά ζούμε αμφότεροι στην Αθήνα, σε εποχή απαγορευτική για τέτοιες μετακινήσεις.

Ιδρυμένοι το 2013, οι Forbidden Seed ανήκουν στις μπάντες που ξεπήδησαν κατά τη δεκαετία των 2010s φιλοδοξώντας να παίξουν ήχους του heavy και power metal παρελθόντος που (προφανέστατα) αγαπούν. «Εγκέφαλος» του γκρουπ είναι ο τραγουδιστής και κιθαρίστας Κωνσταντίνος Μάρης –γνώριμος και από τους Starve The Hydra– ο οποίος στο ντεμπούτο From Sand To Eternity (Rock of Angels, 2015) πλαισιώθηκε από τον Γιώργο Ματίκα των Shock Absorber (κιθάρα), τον Νίκο Δανιέλο των Incest In Heaven (μπάσο) και τον Αργύρη Νάνο (ντραμς). Με ελαφρώς διαφοροποιημένη σύνθεση, οι Θεσσαλονικείς επέστρεψαν και το 2018 για ένα ακόμα άλμπουμ (The Grand Masquerade) και, καθώς φαίνεται, έπεται και συνέχεια. 

Το From Sand To Eternity είχε μάλλον μικρό δημιουργικό ορίζοντα, καθώς αποτύπωσε τους Forbidden Seed ως αναβιωτές που δεν είχαν επεξεργαστεί κάποια δική τους πρόταση. Εντός αυτού, όμως, αποδείχθηκαν μια σοβαρή μπάντα, που αν μη τι άλλο την είχε ιδρώσει τη metal φανέλα. Η κριτική μου δημοσιεύτηκε τότε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.


Αν και διατηρώ διάφορους προβληματισμούς για το «ταξίδι» που πήγα από την Άμμο ως την Αιωνιότητα, οι Forbidden Seed με έπεισαν. Ότι το εννοούν. Ότι το αγαπούν! Ότι τέλος πάντων την έχουν ιδρώσει τη φανέλα κι ας είναι αυτό μόλις το πρώτο τους άλμπουμ. 

Το τι παίζουν οι Θεσσαλονικείς, φαίνεται βασικά από το εξώφυλλο: τα ερείπια ενός χαμένου, αρχαίου κόσμου στην έρημο κάποιου μακρινού πλανήτη –με τη δεσπόζουσα, μισοθαμμένη στην άμμο κολοσσιαία κεφαλή– στήνουν ένα σκηνικό φαντασίας που «φωνάζει» power metal. Με τη διαφορά ότι δεν κοιτούν προς κεντρική Ευρώπη, προς το πιο δημοφιλές στη χώρα μας παρακλάδι του είδους (Helloween, Blind Guardian, Gamma Ray και τα λοιπά, ξέρετε τώρα), αλλά πέρα από τον Ατλαντικό. Ως ήρωες των Forbidden Seed σκιαγραφούνται λοιπόν με σαφήνεια οι Iced Earth, οι Crimson Glory, λίγο οι Savatage· αλλά το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς έχουν μπολιάσει τις αμερικάνικες επιρροές με πιο κλασικά ακούσματα (Iron Maiden βασικά, αλλά και Dio, Saxon κατά περιπτώσεις), καθώς και με το πιο τεχνικό, prog/power των Σουηδών Tad Morose, με την πυξίδα να «δείχνει» π.χ. προς το Matters Of The Dark (2002) των τελευταίων.

Τις καταβολές αυτές, οι Forbidden Seed τις έχουν τιμήσει. Δεν είναι παρλαπίπες μίμοι, δηλαδή: τα παιξίματά τους και τα τραγούδια τους διαθέτουν σοβαρότητα και δείχνουν συγκρότημα το οποίο έχει δουλέψει, πιθανολογώ σε βάθος χρόνου κι ας κάνουν τώρα την πρώτη τους εμφάνιση. Οι κιθάρες το «λαλάνε» το metal (συχνά μάλιστα με εντυπωσιακά σολαρίσματα, βλέπε π.χ. "Kill The Sun" και "Enchanted Grace"), η rhythm section είναι γρανίτης, o τραγουδιστής Κωνσταντίνος Μάρης αποδεικνύεται στιβαρός, ικανός ανά περιπτώσεις να σηκώσει το οικοδόμημα στο βάθρο που του πρέπει –για παράδειγμα στο απαιτητικό "Blessed Are Those", στο φρενιασμένο "Beginning Of The End" ή στο "Empire Of The Sun", ίσως την πιο ολοκληρωμένη σύνθεση στο From Sand To Eternity

Τα δύσκολα έρχονται όταν πρέπει να κρίνεις το ευρύτερο αποτύπωμα της προσπάθειάς τους. Αν θέλετε δηλαδή να μιλήσουμε απλώς για γούστα, εγώ προσωπικά καραγούσταρα κι έπαιξα το άλμπουμ στο repeat. Αλλά αν θέλετε να μιλήσουμε λίγο πιο σοβαρά, οι Θεσσαλονικείς ήρθαν εν έτει 2015 να υπηρετήσουν έναν ήχο δημιουργικά εξαντλημένο. Κι ενώ έφεραν το πάθος τους, την ενέργειά τους, τη σωστή τους μαθητεία, ξέχασαν ότι ένα ντεμπούτο χρειάζεται και λίγη προσωπικότητα –μια υποψία έστω δικής σου πρότασης για «όλα αυτά». 

Δεν ξέρω απ' την άλλη αν κάποια μπάντα γίνεται να εκπλήξει σήμερα, υπηρετώντας τον συγκεκριμένο ήχο –με την έννοια ότι δύσκολα προσθέτεις κάτι, δίχως να αφαιρέσεις συνάμα κάτι άλλο. Καλώς ή κακώς, όμως, οι Forbidden Sand «κληρώθηκε» να δραστηριοποιηθούν στην Εποχή των Επιγόνων. Όπως λοιπόν όλοι οι διάδοχοι, καλούνται να βρουν τι περαιτέρω μπορεί να κάνουν εκείνοι για τα όσα κληρονόμησαν. Το να κάθεσαι πάντως στους θρόνους των Πρώτων Διδασκάλων, διηγούμενος τα δικά τους ανδραγαθήματα, δεν δύναται να σε πάει πιο μακριά από όσο έχουν ήδη φτάσει σε αυτό το πρώτο άλμπουμ. Κινδυνεύουν λοιπόν, στο μέλλον, να μείνουν ως μπάντα που θα τη θυμόμαστε για το ντεμπούτο της, «αρρώστια» συχνή στον μεγάλο ροκ χάρτη των καιρών μας. Και ίσως να μην τους αξίζει κάτι τέτοιο. 

Βέβαια –να το πούμε κι αυτό– στον μουσικό Τύπο της εποχής μας, ειδικά στο εναλλακτικό ροκ στερέωμα, δίσκοι που κάνουν ακριβώς κι όσα οι Forbidden Seed στο From Sand To Eternity «αμείβονται» αβέρτα, ακόμα και με 8άρια. Και, παρότι θεωρώ πως τα κείμενα μετράνε και όχι (τόσο) τα νούμερα, δεν γίνεται να είμαστε όλοι συνένοχοι σε αυτή τη συνωμοσία. Βλάπτουμε σοβαρά και την αξιοπιστία της δουλειάς μας, βλάπτουμε και τους καλλιτέχνες. 



03 Μαρτίου 2021

Sarissa: Nemesis [δισκοκριτική, 2016]


Οι τελευταίες μέρες του Φλεβάρη έφεραν το δυσάρεστο νέο του θανάτου του Δημήτρη Σελαλμαζίδη, τον οποίον ανακοίνωσε η κόρη του. Καθώς φαίνεται, είχε πάθει κάποια θρόμβωση πριν μερικούς μήνες, που δυστυχώς κατέστη μοιραία.

Μπασίστας και ηγέτης των Sarissa, ο Σελαλμαζίδης υπήρξε μορφή για τα ελληνικά metal πράγματα, καταφέρνοντας σε εποχές δύσκολες για την εγχώρια υπόσταση του είδους να οδηγήσει τη μπάντα σε ένα demo (1987) που έγραψε ιστορία.

Τιμής ένεκεν, λοιπόν, αναδημοσιεύεται εδώ ένα παλιότερο κείμενο για το άλμπουμ Nemesis του 2016, το οποίο ήταν και το τελευταίο για τους Θεσσαλονικείς. Ετοίμαζαν πάντως κάτι καινούριο, γιατί είχαν δώσει στη δημοσιότητα ορισμένα φρέσκα τραγούδια, με τελευταίο το "Macedonian Army", το οποίο είχε δουλευτεί πάνω σε ακυκλοφόρητο υλικό που υπήρχε διαθέσιμο από sessions του 2007. Ποιος ξέρει αν δούμε τελικά έναν δίσκο, κάποια στιγμή. 

Η αρχική κριτική για το Nemesis βγήκε τότε στο Avopolis, το κείμενο όμως που ακολουθεί περιέχει τροποποιήσεις, καθώς και αλλαγές αισθητικής φύσης.


Παρά την εξαιρετικά αποσπασματική τους πορεία, οι Sarissa εξακολουθούν να απολαμβάνουν σεβασμού, κυρίως γιατί έδρασαν σε χρόνια δύσκολα για εγχώριες μπάντες με σκληρό ήχο και αγγλικό στίχο. Και όχι απλά έδρασαν: εκείνο το ιστορικό (πια) demo του 1987 συζητήθηκε ευρέως, όχι μόνο εντός Ελλάδας μα και εκτός, σε εποχές στις οποίες δεν συνέβαιναν τέτοια πράγματα. 

Ωστόσο, για μια σειρά από αιτίες, οι Θεσσαλονικείς δεν τα κατάφεραν. Παρότι βγήκε τελικά ένα ντεμπούτο στα 1990s, αφενός λόγω περιορισμένης κοπής (2.000 αντίτυπα, αν θυμάμαι καλά;), αφετέρου λόγω δισκογραφικών καιρών –οι οποίοι είχαν σαφώς αλλάξει, σε διεθνή κλίμακα– έμειναν στη μνήμη των πολλών ως ταλέντο το οποίο χάθηκε άδοξα. Κάτι που επισφράγισε και η διάλυσή τους λίγο μετά και δεν πέτυχε να αλλάξει μια νέα ανάδυση της μπάντας, κάπου στα μισά των '00s.

Το Nemesis έρχεται λοιπόν να θέσει τέλος σε 12 χρόνια σιωπής, βρίσκοντάς τους να επιμένουν με δύο αυθεντικά μέλη –Δημήτρης Σελαλμαζίδης σε μπάσο και κιθάρες & Γιώργος Χατζησυμεωνίδης στα φωνητικά– πλαισιωμένα από τις νέες παρουσίες του Ορέστη Ναλμπαντή (κιθάρα) και του Στέλιου Σιούλα (ντραμς). Δεν είναι όμως απλά επίμονοι οι Sarissa: αν μη τι άλλο, αυτό το άλμπουμ αποδεικνύει πως έχουν κάθε λόγο να παραμένουν ενεργοί κι ας παίζουν επί της ουσίας ένα παλιοκαιρισμένο, ηρωικό metal, που τραγουδά για πολεμιστές και ανδραγαθήματα ζωσμένο την power πανοπλία. Εάν μάλιστα είχαν προσέξει και την αισθητική του εξωφύλλου, δεν θα υπήρχε η παραμικρή γκρίνια (κακά τα ψέματα, είναι κάκιστο).

Το Nemesis έχει την τιμιότητα να μην ξανοίγεται σε περιοχές που δεν κατέχει για να φανεί ντε και καλά «σύγχρονο». Την επικαιρότητά του δεν την κερδίζει στη βάση της δημοφιλίας της χι ή ψι ηχητικής τάσης, αλλά με τη λογική της παραγωγής του, την ατόφια έμπνευση, την εκτελεστική βιρτουοζιτέ και τη σπάνια αίσθηση οικονομίας με την οποία έχει οικοδομηθεί. Από τα εννιά τραγούδια, δεν πετάς εύκολα ούτε μισό. Ούτε καν δηλαδή η αναπόδραστη μπαλάντα ("I'm Coming Home") δεν προδίδει τη μπάντα, ούτε καν μερικά υπέρ το δέον αναμενόμενα ποδοβολητά τύπου "Sacrifice". Πουθενά δεν εντοπίζεις φλυαρίες, πουθενά δεν έχει κενούς εντυπωσιασμούς. Ακούς ένα σφιχτοδεμένο σύνολο με περίπου 40 λεπτά διάρκεια, φτιαγμένο από μια συμπαγή ομάδα με καλή αίσθηση του τι θα πει μελωδική γέφυρα και στρογγυλό, μεταλλοθρεμμένο ρεφρέν ("Warriors", "Fight The Devil (Centuries-Old Conspiracy)", "Fallen"). 

Είναι γεγονός ότι οι Sarissa υπερασπίζονται εδώ έναν παλιό μεταλλικό κώδικα, που μπορεί να διαθέτει ακόμα πιστό κοινό, μα καλλιτεχνικά θεωρείται εξαντλημένος, άρα ντεμοντέ. Δεν ξέρω πάντως κατά πόσο ευσταθεί να μιλάμε για «ντεμοντέ» σε μια ροκ εν ρολ εποχή όπου αποθεώνονται διάφορα σχήματα επειδή κοπιάρουν επιτυχημένα μουσικές πολύ πιο παλιές από το σύμπαν αναφορών των Sarissa. Στο κάτω-κάτω, εκείνοι κι αν δικαιούνται να παίζουν α-λα-παλαιά.

Έχουν το νόημά τους ασφαλώς και τέτοιες συζητήσεις, θα ήταν κρίμα όμως να μην παρατηρήσουμε στο μεταξύ ότι οι Sarissa βάζουν εδώ το κεφάλι κάτω και μας δείχνουν γιατί η κληρονομιά των Judas Priest, του Dio, των Accept, μα και των Jag Panzer, μπορεί ακόμα να ηχεί και απολαυστική, αλλά και πωρωτική. 




26 Φεβρουαρίου 2021

Charlotte De Witte - συνέντευξη (2016)


«She plays techno and loves food». 

Έτσι συστήνεται στον κόσμο η 28άχρονη Βελγίδα DJ και παραγωγός Charlotte de Witte, η οποία τα τελευταία χρόνια χαλάει κόσμο στο techno πεδίο, έχοντας γίνει περίφημη για τα πάρτυ που στήνει στα μεγάλα clubs ανά τον πλανήτη.

Χθες ξαναβρέθηκε λοιπόν στα μέρη μας, για κάτι πολύ διαφορετικό: έστησε τον εξοπλισμό της στο κέντρο του Αρχαίου Σταδίου της Μεσσήνης κι από εκεί εξαπέλυσε ένα set-σφυροκόπημα 61 λεπτών, το οποίο μεταδόθηκε σε live streaming από το κανάλι της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση στο YouTube. Η τελευταία είχε τη συμπαραγωγή της εκδήλωσης μαζί με το ADD Festival, που πρωταγωνίστησε τελευταία στην ηλεκτρονική πλευρά της συναυλιακής μας κουλτούρας. 

Μια ανταπόκριση της ιδιαίτερης αυτής «βραδιάς» δημοσιεύτηκε ήδη στο MiC, εδώ. Δίνοντας έτσι ευκαιρία επιστροφής σε μια κουβέντα που έκανα με τη De Witte το 2016, όταν θα ερχόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, για να συμμετάσχει στο Plisskën Festival εκείνης της χρονιάς. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις.


Ανήλθες από μια underground techno σκηνή, για να θεωρείσαι σήμερα ένα από τα «πιο υποσχόμενα νέα ονόματα» στο Βέλγιο –και μάλιστα όχι μόνο ως DJ, αλλά και ως παραγωγός. Ποια πρόσωπα υπήρξαν κλειδιά για σένα, σε αυτήν τη διαδρομή;

Χμμμ, δύσκολη ερώτηση αυτή... Οπωσδήποτε οι φίλοι μου και το αγόρι μου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην καριέρα μου: ήταν εκείνοι που υπήρξαν πάντα ειλικρινείς και δεν φοβήθηκαν να γίνουν και επικριτικοί. Οι γνωριμίες και οι φιλικοί δεσμοί με άλλους καλλιτέχνες φάνηκαν επίσης σημαντικά πράγματα, γιατί είναι άνθρωποι που γνωρίζουν τι σημαίνει να έχεις μια τέτοια ζωή. Το να μπορείς να συζητάς επομένως μαζί τους, μπορεί να σε κινητοποιήσει. Τώρα, σε πιο επαγγελματικό επίπεδο, θα έλεγα και τον μάνατζέρ μου, καθώς είναι πάντα εδώ για να με συμβουλεύσει και να με βοηθήσει να πάρω τις σωστές αποφάσεις.

Μέσα στο 2016 υπήρξες αρκετά απασχολημένη, όχι μόνο με sets, αλλά και με κυκλοφορίες –μου άρεσε αρκετά το Sehnsucht. Να υποθέσω ότι θα δούμε περισσότερη νέα μουσική από σένα ως το τέλος του 2016 ή τις αρχές του 2017;

Σε ευχαριστώ, και ναι! Μπορώ ήδη να επιβεβαιώσω ότι θα βγουν δύο ΕΡ το 2017, ένα τον Ιανουάριο κι ένα ακόμα τον Μάρτιο. Είμαι δε πολύ τυχερή, γιατί θα έχω μαζί μου γι' αυτά μερικούς σπουδαίους remixers. Επίσης θα κάνω κι εγώ ένα remix, σε έναν καλλιτέχνη τον οποίον παρακολουθώ εδώ και καιρό, ενώ έχω έτοιμα και πολλά ακόμα κομμάτια, που θα στείλω σιγά-σιγά σε διάφορες εταιρείες. Προβλέπω το 2017 να είναι μια καταπληκτική χρονιά!

Μιας και λέμε για remixes, σου άρεσε εκείνο που έφτιαξε ο Ricardo Garduno για το δικό σου "Human Beings";

Ω, ναι, μου άρεσε! Τον ακολουθώ τον Ricardo Garduno εδώ και κάμποσα χρόνια και παίζω μάλιστα δικά του κομμάτια σε κάθε μου set. Χάρηκα λοιπόν πολύ που αποφάσισε να ρεμιξάρει κάτι δικό μου, το θεώρησα τιμητικό. 

Υπάρχουν κι άλλοι βέβαια τους οποίους θαυμάζω και θα ήθελα να συνεργαστούμε κάποια στιγμή, ίσως σε ένα από τα ΕΡ μου. Έχω σε ιδιαίτερη εκτίμηση τον SLV, ας πούμε, αλλά και τον Aggborough ή και μεγαλύτερα ονόματα, σαν τον Ben Klock ή τον Len Faki. Θα τρελαινόμουν αν συνέβαινε να με ρεμιξάρει κάποιος από αυτούς.

Τι κομμάτια τραβούσαν την προσοχή σου στα εφηβικά χρόνια; Τι πυροδότησε το ενδιαφέρον σου για το Djing και τη δημιουργία μουσικής;

Δεν οφειλόταν σε συγκεκριμένα κομμάτια, περισσότερο θα έλεγα ήταν η όλη εμπειρία του να πηγαίνω στα underground clubs. Η ατμόσφαιρα, δηλαδή, και η γενική αίσθηση των χώρων εκείνων, σε συνδυασμό βέβαια με το συγκεκριμένο είδος μουσικής, πάτησαν νομίζω την κατάλληλη «σκανδάλη». Ακόμα με γοητεύει το πόσο πολύ μπορείς να αιχμαλωτίσεις την προσοχή κάποιου άλλου ανθρώπου, λέγοντάς του μια ιστορία μέσω της μουσικής. Υπάρχει πολύ συναίσθημα σε κάτι τέτοιο και είναι αυτό που αγαπώ περισσότερο σε ό,τι κάνω.

Πώς ήταν αλήθεια να μεγαλώνεις στη Ghent; Υπήρχαν εκεί οι ευκαιρίες να έρθεις σε επαφή με τους ηλεκτρονικούς ήχους που αγάπησες τόσο;

Αγαπώ ιδιαιτέρως τη Ghent. Είναι η πόλη στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα και ακόμα και τώρα διαθέτει μια τεράστια techno σκηνή. Ο underground παλμός είναι πολύ δυνατός εδώ, ενώ υπάρχουν πολλοί άνθρωποι έτοιμοι να παρτάρουν με μουσική techno. Όλη μέρα, κάθε μέρα. Ειδικά όμως το καλοκαίρι, όταν ο καιρός ανοίγει, οπότε έχουμε πολλά υπαίθρια πάρτυ –προσωπικά λατρεύω τα πάρτυ που ξεκινούν νωρίς μέσα στη μέρα. Έτσι, αν και η Ghent είναι μια αρκετά μικρή πόλη, προσφέρει πολλές ευκαιρίες για μουσική. Άσε που είναι και όμορφη!

Έχεις δηλώσει στο παρελθόν ότι ψάχνεις πάντα για την πιο σκοτεινή όψη των ηλεκτρονικών. Αυτό το ενδιαφέρον πέρασε ποτέ τα «σύνορα» του techno και του electro; Έφτασες δηλαδή ποτέ κοντά στο post-punk, το new wave, το goth ίσως;

Χμμ, όχι, δεν θα το έλεγα. Εκτιμώ κι άλλα είδη μουσικής, μα δεν τα ακούω συχνά. Ακούω ας πούμε ραδιόφωνο όταν βρίσκομαι στο αυτοκίνητο, μα πιάνω μόνο τα είδη τα οποία λαμβάνουν κάποιο airplay, δεν ξέρω και πολλά για τα υπόλοιπα. Πάντως είναι γεγονός, με τραβάει περισσότερο το μελαγχολικό στοιχείο σε κάθε είδος μουσικής. Δεν έχω όμως αρκετές γνώσεις για να έρθω ας πούμε σε επαφή με τη goth κουλτούρα.

Ως DJ, κρατάς στην άκρη κάποια κομμάτια ως εφόδια, για την περίπτωση που θα χρειαστεί να «σώσεις» την κατάσταση στην πίστα;

Θεωρώ τον εαυτό μου από τους τυχερούς, από εκείνους δηλαδή που πάντα ξεσηκώνουν ένα πλήθος και πάντα μπορούν να το κρατήσουν σε μια «αφήγηση», καθ' όλη τη διάρκεια ενός set. Ακόμα λοιπόν κι αν εξαρχής η αίσθηση δεν δείχνει σωστή, συνήθως τα καταφέρνω μέχρι το τέλος, με κάποιον τρόπο, ώστε όλοι να χορεύουν και να διασκεδάζουν. Αρκεί να τους αρέσει η techno ή να έχουν αρκετά ανοιχτά αυτιά ώστε να ακούσουν και όσα άλλα πράγματα μπορεί να παίξω.

Όλα εξαρτώνται, τελικά, από το πού ακριβώς παίζεις. Αν είναι π.χ. ένα techno πάρτυ, όλα θα πάνε καλά. Αν είναι ένα ημερήσιο φεστιβάλ με πολλούς και διαφορετικούς καλλιτέχνες ανά σκηνή, μάλλον θα πρέπει να το παλέψεις· και αν είσαι τυχερός/ή, ο κόσμος θα σε ακολουθήσει. Αν δεν έχεις τύχη σε μια τέτοια περίπτωση, τότε όλα γαμιούνται και δεν πρόκειται να νιώθεις καθόλου καλά στο τέλος –έχει συμβεί στο παρελθόν και μάλιστα αρκετές φορές. Το techno, βλέπεις, είναι ένα πολύ συγκεκριμένο είδος: αν κανείς δεν χορεύει ή δεν δείχνει να διασκεδάζει όσο το παίζεις, δεν πρόκειται να σε σώσει κανένα κομμάτι.

Σε περιμένουμε στην Ελλάδα σε λίγες μέρες, για τη φετινή, χειμερινή εκδοχή του Plisskën Festival. Έχεις ξανάρθει στα μέρη μας; Τι το ιδιαίτερο θα ήθελες να κάνεις όσο θα βρίσκεσαι στην Αθήνα, αν μπορέσεις να βρεις τον χρόνο;

Έχω ξανάρθει στην Ελλάδα όταν ήμουν πιο μικρή, για διακοπές. Δεν έχω ξανάρθει στην Αθήνα, όμως! Θα είναι επίσης το πρώτο set που θα παίξω στην όμορφη χώρα σας κι αυτό είναι κάτι που με ενθουσιάζει. Δεν είμαι σίγουρη για το κατά πόσο μπορώ να μείνω αφού παίξω στο Plisskën, γιατί την επόμενη μέρα έχω εμφάνιση στην Κωνσταντινούπολη. Πάντως θα περπατήσω λίγο στην πόλη και σίγουρα θα φάω κάτι ντόπιο. Λατρεύω την ελληνική κουζίνα.





25 Φεβρουαρίου 2021

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στο Κύτταρο - ανταπόκριση (2018)


Το δύσκολο καλοκαίρι του 2020, όταν σίγησαν για πρώτη φορά τα φεστιβάλ και οι συναυλίες, κάποιες λίγες παραστάσεις μπόρεσαν να πραγματωθούν, έστω και με τους νέους όρους/περιορισμούς. Ανάμεσά τους ήταν και το Live Looping του Αλκίνοου Ιωαννίδη, το οποίο έλαβε χώρα 17 & 18 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου.

Η συναυλία αυτή θα αναμεταδοθεί τώρα δωρεάν από το Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου, μέσω του καναλιού του στο YouTube: το Σάββατο 27 Φεβρουαρίου στις 17.00 (θα είναι διαθέσιμη για 48 ώρες). Και δίνει μια καλή αφορμή για να θυμηθώ την επίσκεψή μου στο Κύτταρο στις 30 Νοεμβρίου 2018, όταν έδωσα το παρών σε ένα από τα τραπέζια του εξώστη μαζί με τη Χριστίνα Κουτρουλού, τη Νικολέτα Κομποθέκρα και τον Παναγιώτη Βορριά, για τις Σόλο παραστάσεις του Αλκίνοου Ιωαννίδη.

Σε εκείνες τις συναυλίες, ο Κύπριος τραγουδοποιός αποτολμούσε να βγει μόνος στη σκηνή, απλά με μια κιθάρα. Και ήταν αφοπλιστικός πέρα από κάθε προσδοκία, κάτι που εξηγούσε και το σταθερά φισκαρισμένο Κύτταρο, ως και τις τελευταίες ημερομηνίες της εν λόγω παράστασης.

Μια ανταπόκριση από τη βραδιά της 30ης Νοέμβρη βρήκε τότε τον δρόμο της δημοσίευσης στο Avopolis και αναδημοσιεύεται τώρα εδώ, με μικρές, αισθητικής φύσης τροποποιήσεις. Η πρώτη φωτογραφία ανήκει στον Κωνσταντίνο Σαλασίδη και προέρχεται από το promo υλικό που διακινούσε τότε το Κύτταρο. Η δεύτερη φωτογραφία είναι από τη συναυλία που παρακολούθησα και ανήκει στη Vánagandr Fenrir.


Το πρόγραμμα που παρουσιάζει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στο Κύτταρο, δεν είναι καινούριο· το έχει ξανακάνει. Ούτε και στην έναρξη των φετινών εμφανίσεων ήμασταν, την τελευταία ημέρα του Νοέμβρη. Αντιθέτως, βρισκόμασταν στο φινάλε σχεδόν. 

Κι όμως, το Κύτταρο ήταν φίσκα –με πλήρη απαρτία στα τραπέζια και με όσους όρθιους γινόταν να χωρέσουν. Μπορεί να κοντεύει πια τα 50 και να μετρά 25 χρόνια απ' όταν βγήκε Στην Αγορά Του Κόσμου, μα ο κόσμος ακολουθεί ακόμα πιστά· τόσο όσοι μεγάλωσαν μαζί με τον Κύπριο τραγουδοποιό, όσο και αρκετοί νεότεροι. Η ηλικιακή εκπροσώπηση έλαβε μάλιστα και άτυπα «ταξικό» πρόσημο, με τις μικρότερες ηλικίες στο όρθιο στρίμωγμα και τις μεγαλύτερες στο καθιστό, με τη φιάλη και το φρούτο τους. 

Υπάρχουν καλοί λόγοι γι' αυτήν την «ψήφο εμπιστοσύνης» και τους είδαμε ενώπιόν μας στο Κύτταρο, να ξετυλίγονται με τρόπο τέτοιον, που δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας ούτε στον πιο αυστηρό κριτή. 

Δεν κάνει κάτι εύκολο ο Αλκίνοος Ιωαννίδης αποτολμώντας να βγει ολομόναχος στη σκηνή και να «γδύσει» το ρεπερτόριό του, παρουσιάζοντάς το απλά με μια κιθάρα (ακουστική ή κλασική) ή με ένα λαούτο (ενίοτε). Μας εξήγησε βέβαια ότι για τον ίδιο αποτελεί ανάγκη, από καιρό σε καιρό. Επιστρέφοντας όμως σε αυτήν την αρχέγονη σχέση καλλιτέχνη και κοινού και επικαλούμενος τα πολύ βασικά που γεννάνε την τέχνη του τραγουδιού –με αρωγούς τους ανθρώπους πίσω από τον καλό ήχο (Βαγγέλης Λάππας) και τα ωραία φώτα (Κωνσταντίνος Μαργκάς) –στέκει στα πιο δυνατά του. Σαν να αφήνει σκέτη την ουσία ενώπιόν μας, αναβαπτιζόμενος κι εκείνος με τη σειρά του στη σχηματιζόμενη «κολυμπήθρα», πριν συνεχίσει την πορεία του μέσα στον χρόνο. 

Δεν νομίζω ότι υπήρξε τραγούδι του Αλκίνοου Ιωαννίδη που να έχει «γράψει» στο μουσικόφιλο συνειδητό και να μην ακούστηκε. Και στην "Αγορά Του Αλ Χαλίλι" ξαναπεριπλανήθηκαν οι παλιότεροι, ενθυμούμενοι τους μακριούς βοστρύχους του και τις μέρες του στα Μπακούρια, και η "Ζήνωνος" ξανάζησε από εκείνα τα τραγούδια του Νίκου Ζούδιαρη –σε μια εξαιρετική εκτέλεση, μάλιστα– και ο "Βόσπορος" τραγουδήθηκε με ζέση από το κοινό και τον "Καθρέφτη" απολαύσαμε και στο "Όνειρο Ήτανε" σιωπήσαμε ευλαβικά, καταχειροκροτώντας τον τραγουδοποιό. Αλλά και ο "Προσκυνητής" παίχτηκε και η "Πατρίδα" ήχησε με ανανεωμένη βροντή υπό τη βαριά σκιά των τελευταίων χρόνων και στο "Πάντα Θα Ξημερώνει" φτάσαμε, από άσματα της τρέχουσας δεκαετίας. 

Ο "Βυθός" δεν αποτέλεσε βέβαια έκπληξη, αποτυπώθηκε όμως ξανά ως ένα από τα σπουδαιότερα τραγούδια του Ιωαννίδη, ενώ θαυμάσια αναδύθηκε και το σκοτάδι του "Edgar Allan Poe" σε αυτήν τη μόνο φωνή και κιθάρα συνθήκη. Αν ψάχνετε για εκπλήξεις, θα διάλεγα τον χατζιδακικό "Κεμάλ" (που ποτέ δεν ξέρεις αν θα το παίξει ή όχι) και το παραδοσιακό κυπριακό "Τ' Αη Γιωρκού", με το οποίο πήγαμε πίσω σε χρόνους μεσαιωνικούς. Ίσως και τη διασκευή στον "Νεοέλληνα" του Τζίμη Πανούση, καθώς μπόρεσε να κρατήσει τη «ροκιά» της, παρά τον μη ηλεκτρικό χαρακτήρα της εκτέλεσης. 

Είθισται τον Δεκέμβριο –λόγω εορταστικής περιόδου και εξτρά ροής χρημάτων σε όσες μισθοδοσίες βάστηξαν εν μέσω Κρίσης– να δίνεται παράταση στα προγράμματα των μουσικών σκηνών. Γράφοντας αυτές τις γραμμές δεν ξέρω αν ο νυν σόλο κύκλος του Ιωαννίδη έληξε ή θα λάβει το χρίσμα της συνέχειας. Είναι ωστόσο με τέτοιες συναυλίες που κρατά ζωντανή τη σχέση με το κοινό και «πυροδοτεί» ξανά τα πολλά ωραία τραγούδια τα οποία έχει πει ή έχει γράψει, ανανεώνοντας δεσμούς εμπιστοσύνης ήδη γερά σφυρηλατημένους. 



21 Φεβρουαρίου 2021

Κόκκινος Πετεινός, Δευτέρα 17 Ιουλίου 2017: στον αέρα με τον Χρυσόστομο Τσαπραΐλη


Ο τελευταίος Κόκκινος Πετεινός που είχαμε στο μικρό αρχείο μας με τον Στυλιανό Τζιρίτα, «έπαιξε» 6 με 8 το πρωί της 17ης Ιούλη του 2017: ήμασταν ακόμα στο ημερήσιο πρόγραμμα του 105,5 Στο Κόκκινο, τότε.

Με βρήκε μάλιστα σε εκτάκτως σόλο εμφάνιση, όχι μόνο ένεκα των θερινών αδειών του σταθμού, αλλά και γιατί ήταν οι μέρες που είχε γεννηθεί ο δεύτερος γιος του κυρίου Τζιρίτα, ο Έκτορας.

Παρά ταύτα, δεν ήμουν εντελώς μόνος στο στούντιο, αφού στο δεύτερο μισό κατέφτασε δια ζώσης ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, για να μιλήσουμε για το εξαιρετικό του βιβλίο Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας, το οποίο είχε εκδοθεί τότε στους Αντίποδες. Οπότε το πρόγραμμα απόκτησε και μια heavy metal διάσταση, για να τιμήσω τον Χρυσόστομο, που είναι ανάμεσα στους καλύτερους συντάκτες του χώρου, όπως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω και από πρώτο χέρι, στο διάστημα που συνεργαστήκαμε στο Avopolis (όταν το απασχολούσαν όλα τα είδη μουσικής, σε αντίθεση με τη σημερινή του πολιτική). 


Αργότερα, μάλιστα, βρέθηκα και καλεσμένος ομιλητής στο πάνελ της παρουσίασης των Παγανιστικών Δοξασιών στο Λεξικοπωλείο (Οκτώβριος 2017), δίπλα στην Έφη Γιαννοπούλου, τον Νίκο Κουρμουλή και τον Χρήστο Τριανταφύλλου. Μέσα στο 2020, ας σημειωθεί, ο Χρυσόστομος έβγαλε και δεύτερο βιβλίο, συνεργατικά με τον Φώτη Βάρθη, ονόματι Γυναίκες που Επιστρέφουν: πατώντας εδώ, μπορείτε να διαβάσετε έναν σχολιασμό γραμμένο από τη Χριστίνα Κουτρουλού για λογαριασμό του Mic.gr, όπου συνυπάρχουμε πλέον ως συντάκτες με τον Χρυσόστομο, μετά την έξοδό μας από το Avopolis.

Δροσερές και βροχερές μέρες εκείνες, εντωμεταξύ: η μπόρα χτύπησε τόσο εμένα όσο και τη Νικολέτα Τσουραμάνη που ήταν ηχολήπτρια στη συγκεκριμένη εκπομπή καθώς ερχόμασταν στο στούντιο, εκείνη από τα κεντρικά, εγώ από το Παγκράτι. Και τα προβλήματα δεν περιορίστηκαν στα του καιρού, αφού κάτι έτρεχε και με τη σύνδεση στο ίντερνετ και 6 το πρωί κανείς δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί να τη φτιάξει. Οπότε η εκπομπή έπρεπε να γίνει με ό,τι είχα στο χέρι, συν ό,τι προλάβαινα από τις διαλείψεις επιστροφής του δικτύου –που επέτρεψαν τέλος πάντων να μεταδοθεί και η θλιβερή είδηση για τον θάνατο του George Romero. Λίγο έτσι, λίγο αλλιώς λοιπόν, αποστολή εξετελέσθη.

Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο το σόου πατώντας στον σύνδεσμο εδώ, με τη σημαντική επισήμανση ότι –καθώς η εκπομπή λήφθηκε από το αρχείο του 105,5 Στο Κόκκινο– περιέχει και δελτίο ειδήσεων πριν το σήμα έναρξης, καθώς και τα διαφημιστικά μηνύματα που της αναλογούσαν.

Το μουσικό πρόγραμμα, είχε ως εξής:

1. ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ: Μπλε Ιγκουάνα
2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ: Barbas
3. CAN: Oh Yeah
4. ΧΑΪΝΗΔΕΣ: Ο Μάγος
5. XAXAKES: Αφού Το Σάββατο
6. THE FUGEES: Killing Me Softly With His Song
7. LOST BODIES: Ο Φθόνος Των Εχθρών Του
8. ΛΙΤΣΑ ΔΙΑΜΑΝΤΗ: Δεν Υπάρχει Ευτυχία
9. BLIND GUARDIAN: The Script For My Requiem
10. MANILLA ROAD: The Veils Of Negative Existence